ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΥΠΗΚΟΟΙ, ΑΝΥΠΑΚΟΗ

Στα 1989, ο γάλλος φιλόσοφος Ζακ Ντεριντά θα δώσει μια συνέντευξη στον Μάικλ Σπρίνκερ (πρόκειται για το θαυμάσιο κείμενο Πολιτική και Φιλία. Ο Ζακ Ντεριντά για τον Λουί Αλτουσέρ, που κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση των δικών μας, Αριστείδη Μπαλτά και Δημήτρη Παπαγιαννάκου). Εκεί θα δηλώσει πως, «προς το παρόν», ψηφίζει το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα: όχι γιατί τον ικανοποιεί η πολιτική φιλοσοφία των γάλλων Σοσιαλιστών, αλλά επειδή θεωρεί την ηγεμονία τους πιο πλουραλιστική: λιγότερο αυταρχική και πιο ανοιχτή στο άλλο, άρα πιο συμβατή με την αποδόμηση που ο ίδιος εισηγείται, τη (μη αποδομήσιμη) έννοια της δικαιοσύνης που υιοθετεί και τη στράτευσή του σ’ αυτήν που ο ίδιος ονομάζει «επερχόμενη δημοκρατία».

Η «αποδόμηση» δεν είναι μόνο φιλοσοφία: είναι και πολιτική

Η στράτευση του Ντεριντά στην «επερχόμενη δημοκρατία», την πολιτική που δημιουργεί χώρο για να έρθει το άλλο (δια-χώρηση), δεν είναι μόνο θεωρητική.  Ο ίδιος εντάσσει στη θεωρητική του δουλειά τις έννοιες του ξένου, της φιλοξενίας, της εθνικής κυριαρχίας, γράφει και εκδίδει κείμενα (όπως το Η τελευταία λέξη του ρατσισμού, του 1983, για τον «τελευταίο των ρατσισμών», το νοτιοαφρικανικό Απαρτχάιντ, ή τη συλλογή Περί φιλοξενίας, στα μέσα του ’90), κυρίως όμως, αναλαμβάνει πολιτικές πρωτοβουλίες.

Μια τέτοια είναι η δημιουργία, από τα μέλη του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων, του δικτύου των «πόλεων-καταφυγίων», με σκοπό την παροχή ασύλου από αυτές τις πόλεις σε καταδιωκόμενους συγγραφείς και καλλιτέχνες: «είτε πρόκειται για τον ξένο εν γένει, τον μετανάστη, τον εξόριστο, τον πρόσφυγα, τον εκτοπισμένο, τον άπατριν, τον εκπατρισμένο (…) καλούμε τις νέες πόλεις-καταφύγια να εκτρέψουν την πολιτική των κρατών, να μετασχηματίσουν και να επανιδρύσουν τους όρους ένταξης της πόλεως στο κράτος, επί παραδείγματι σε μια Ευρώπη που τελεί υπό διαμόρφωση»[1].

Το νόμιμο και το δίκαιο (συμβατότητα και ασυμβατότητα «δικαιωμάτων»-Αριστεράς)

Στην ίδια λογική, αυτήν της πολιτικής ανυπακοής, ο Ζακ Ντεριντά (αυτός, ο ψηφοφόρος των Σοσιαλιστών) θα καλέσει τους γάλλους πολίτες να αψηφήσουν έμπρακτα το νόμο της δεξιάς κυβέρνησης του Αλαίν Ζυπέ που φέρει την ονομασία «αδίκημα φιλοξενίας» (ο Ντεριντά φρίττει με τον όρο…), έναν νόμο που διώκει όσους παρέχουν στέγη στους μετανάστες που ζουν στη Γαλλία χωρίς χαρτιά (αν σας θυμίζει κάτι, σωστά σας το θυμίζει). Θα πει ο ίδιος: «Οφείλουμε, όπως ορισμένοι από εμάς το έχουν κάνει, να αψηφήσουμε την κυβέρνηση διακηρύσσοντας ότι είμαστε έτοιμοι να κρίνουμε εμείς οι ίδιοι τι είδους φιλοξενία θέλουμε να προσφέρουμε στους ‘χωρίς χαρτιά’, στις περιπτώσεις που εμείς κρίνουμε ότι είναι οι ενδεδειγμένες, με τη συνείδησή μας ως πολιτών και, πέραν αυτού, με την προσήλωσή μας σε ό,τι αυτοί ονομάζουν χωρίς να τα πιστεύουν, ‘δικαιώματα του ανθρώπου’. Είναι ακριβώς αυτό που στις ΗΠΑ ονομάζεται ‘πολιτική ανυποταξία’, μέσω της οποίας ένας πολίτης διακηρύσσει ότι εν ονόματι ενός ανώτερου νόμου δεν θα υπακούσει στην τάδε ή στη δείνα νομοθετική διάταξη που την κρίνει άδικη και κατακριτέα, προτιμώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την παραβατικότητα από την ντροπή, και το υποτιθέμενο αδίκημα από την αδικία [2]».

Ο Ντεριντά, που δε συμμερίζεται την άποψη ότι οι κοινωνίες καθορίζονται «σε τελική ανάλυση» από την οικονομία ούτε ότι οι εργαζόμενοι (και όχι «πολίτες» γενικώς) έχουν κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στο εγχείρημα της κοινωνικής χειραφέτησης, στερεώνει την ανυπακοή προς την κυβέρνηση στον ανώτερο νόμο των ανθρώπινων δικαιωμάτων· πρόκειται για τη διάκριση νομιμότητας-δικαιοσύνης, που βρίσκουμε στους Βάλτερ Μπένγιαμιν και Καρλ Σμιτ. Για την Αριστερά, πάλι, η δυνατότητα να κρίνει κανείς ποιος είναι ξένος και ποιος δικός μας, ποιος αξίζει να φιλοξενηθεί και ποιος αποφασίζει ότι θα φιλοξενήσει, είναι δυνατότητα που, στις ταξικές κοινωνίες, σχετίζεται με ταξικές σχέσεις εξουσίας: όσο αυτές –όπως συμβαίνει στην εκτυλισσόμενη οικονομική κρίση- αντί να ανατραπούν, παγιώνονται και εμβαθύνονται, οι οικοδεσπότες θα οχυρώνουν τα προνόμια του οίκου τους και ο δεσποτισμός τους θα θέτει σε κίνδυνο τις ζωές των ξένων, όπως γίνεται εδώ και χρόνια στην Ευρώπη.

Νέα κατάσταση: καθήκοντα;

Προσπαθώ να πω, αντιπαραβάλλοντας τις δύο θεωρήσεις, ότι σε μια συγκυρία όπου μας ζητείται στα σοβαρά να επιλέξουμε ανάμεσα σε Σαρκοζί και Μπερλουσκόνι (αν δηλαδή θα καταδιώκουμε μέχρι θανάτου (τους) τους χωρίς χαρτιά, αφού περάσουν στο ευρωπαϊκό έδαφός ή αν θα τους θαλασσοπνίγουμε και θα τους κλείνουμε σε στρατόπεδα), μου φαίνεται ανησυχητικό ότι οι μη αριστεροί –πολιτικά στελέχη και διανοούμενοι-, αυτοί που συγκινούνται από την αφήγηση των δικαιωμάτων και της Δημοκρατίας χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς (π.χ. «Ούτε δικτατορία ούτε αναρχία: Δημοκρατία!), αυτόν τον καιρό παρακολουθούν μακάριοι τα τρέχοντα, σα να βάλθηκαν να αποδείξουν ότι η κληρονομιά του Ντεριντά τους βρίσκει ανάξιους κληρονόμους.

Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η αγωνιστική πλειοδοσία, δεν είμαι της σχολής «όσο χειρότερα, τόσο καλύτερα» ούτε και πιστεύω ότι η ανεπάρκεια των αντιπάλων μας είναι η δική μας υπεροπλία. Νομίζω όμως ότι κινήσεις όπως η συνυπογραφή κειμένου ενάντια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και από διανοουμένους της Κεντροαριστεράς, όσο χρήσιμες κι αν είναι, αντιστοιχούν σε μια προηγούμενη κατάσταση και είναι επιεικώς περιορισμένου βεληνεκούς. Δεν είναι  η πρώτη φορά που το διαπιστώνουμε: η αμηχανία-αφωνία στελεχών και διανοουμένων του «σοσιαλιστικού χώρου» (και ειδικά στελεχών με διαδρομή στην ανανεωτική Αριστερά) ενώ εκφωνούνται διακηρύξεις απείρους κάλλους («0% λαθρομετανάστευση» κ.ά.) είναι ανάμεσα στα πιο ανησυχητικά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό. Στο βαθμό που το μεταναστευτικό αποτελεί προσδιοριστικό παράγοντα της διαχωριστικής γραμμής Αριστερά-Δεξιά, φοβάμαι πως η αριστερά του ΠΑΣΟΚ σύρεται σχεδόν αδιαμαρτύρητα στην απέναντι πολυκατοικία, στα πιο σκοτεινά διαμερίσματα. Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο την Ελλάδα· μ’ αυτή την έννοια, θα είχαν ενδιαφέρον σήμερα, τόσο οι ιδέες και οι πρωτοβουλίες του Ντεριντά ενάντια στις πολιτικές που περιορίζουν ασφυκτικά το χώρο, όσο και η κρίση του για τη στάση των ανά την Ευρώπη σοσιαλιστικών κομμάτων, τώρα που γι’ αυτά μοιάζει μακρινό παρελθόν, τόσο το «πλουραλιστική» όσο και το «ηγεμονία».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Εποχή

_____________

[1] Από τις σημειώσεις του Βαγγέλη Μπιτσώρη στη μετάφραση διάλεξης του Ντεριντά με θέμα το Πανεπιστήμιο και τίτλο «Το Πανεπιστήμιο άνευ όρων» (εκδ. Εκκρεμές).

[2] Ό.π., σελ. 121

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s