ΤΟ «ANYTHING GOES» ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ

Δημήτρης Ψαρράς, Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη. Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής ακροδεξιάς, Αλεξάνδρεια, 2010, σ. 

«Δεν θεωρώ τον ΛΑ.Ο.Σ ακροδεξιό κόμμα», Ν. Κακλαμάνης, 27.9.2010

«Δεν είναι λεπρός ο Καρατζαφέρης. Έλληνες πολίτες είναι κι αυτοί», Θ. Πάγκαλος, 4.10.2010

1. Εισαγωγή

Στο βιβλίο του The Media and the Far Right in Western Europe. Playing the Nationalistic Card, που εκδόθηκε μέσα στο 2010 και παρουσιάστηκε στο ελληνικό κοινό από τη δημοσιογραφική ομάδα του «Ιού της Ελευθεροτυπίας»,1 ο Ελληνοαμερικανός ακαδημαϊκός Αντώνης Έλληνας εξηγεί πώς τα μέσα ενημέρωσης βοήθησαν την ανυπόληπτη –λόγω δικτατορίας– ελληνική Aκροδεξιά να επανέλθει και να εδραιωθεί στο πολιτικό προσκήνιο. Ο συγγραφέας ανατρέχει σε διάφορες «καμπές» της δεκαπενταετίας 1992-2007 (Μακεδονικό, Ίμια, μεταναστευτικό, ταυτότητες), προκειμένου να τεκμηριώσει την κεντρική του υπόθεση: τα ΜΜΕ επιλέγουν συστηματικά να παίξουν το «χαρτί» του εθνικισμού, άλλοτε ακολουθώντας κατά πόδας τα κόμματα του κυρίαρχου ρεύματος, άλλοτε παρέχοντάς τους (τόσο σε αυτά, όσο και στα αυτοτελώς συγκροτημένα εθνικιστικά) ακροατήριο προς πολιτική εκμετάλλευση.

Η συγκριτική προοπτική στην οποία εντάσσεται η συγκεκριμένη μελέτη (εξετάζονται οι περιπτώσεις της Αυστρίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ελλάδας) αποκαλύπτει ότι ΜΜΕ και κυρίαρχα κόμματα στην Ευρώπη ακολουθούν παρόμοια τακτική, συμβάλλοντας στη μετατόπιση του πολιτικού άξονα των χωρών τους προς (ακρο)δεξιότερες θέσεις. Η «προώθηση» του ΛΑ.Ο.Σ μέσω των φιλικών προς το ΠΑΣΟΚ ΜΜΕ,2 για παράδειγμα, δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία, αλλά συνηχεί με την πολιτική «γενναιοδωρία» που επέδειξε ο Μιτεράν απέναντι στον Ζαν Μαρί Λεπέν, με τα γνωστά βεβαίως αποτελέσματα.

Στην υπό συζήτηση ανάλυση, ο Α. Έλληνας εξηγεί ότι τα κόμματα της άκρας Δεξιάς καταφεύγουν συστηματικά στα ΜΜΕ, προκειμένου να εξισορροπήσουν τις οργανωτικές τους ανεπάρκειες και να επιβιώσουν στον πολιτικό ανταγωνισμό. Στα καθ’ ημάς, εξετάζοντας την πολιτική σταδιοδρομία της Πολιτικής Άνοιξης (που δεν εντάσσεται στην Ακροδεξιά, αλλά ωφελήθηκε σαφώς από την εύνοια των ΜΜΕ προς τον εθνικισμό), ο Έλληνας δείχνει πόσο σημαντική υπήρξε η συμβολή των μέσων στην εκλογική επιτυχία του Σαμαρά, αλλά και τον βαθμό στον οποίο η έλλειψη ιδιόκτητων μέσων συνετέλεσε στην πολιτική χρεοκοπία της ΠΟΛ.ΑΝ, όταν τα κατεστημένα μέσα αναθεώρησαν τη στάση τους απέναντί της.

Διά του αντιθέτου παραδείγματος, η μελέτη της «τηλεοπτικής αναγέννησης της ελληνικής ακροδεξιάς» που υπογράφει ο δημοσιογράφος της ομάδας του «Ιού» Δημήτρης Ψαρράς, αποκαλύπτει το «μυστικό» της μακροημέρευσης του ΛΑ.Ο.Σ. Ακολουθώντας τον Mudde,3συγκρίνοντας δηλαδή τον λόγο των ακροδεξιών κομμάτων προς το εθνικό ακροατήριο με τον λόγο προς την «ενδοχώρα» τους, και αξιοποιώντας ένα ογκώδες υλικό,4 ο συγγραφέας δείχνει όχι μόνο τον γενναιόδωρο (όσο και ιδιοτελή, βλ. παρακάτω) «αγνωστικισμό» των κατεστημένων ΜΜΕ απέναντι στην Ακροδεξιά, αλλά και την τεράστια συμβολή του Τηλεάστυ στη δημιουργία και την εδραίωση του ΛΑ.Ο.Σ.

Το πλούσιο εμπειρικό υλικό και η δημοσιογραφική οπτική συνδυάζονται με αξιοσημείωτες πλευρές πολιτικής ανάλυσης. Είναι σημαντικό ότι ο συγγραφέας έχει επεξεργαστεί πολλά κλασικά κείμενα για τη νέα Ακροδεξιά (π.χ. Betz, Eatwell, Hainsworth, Ignazi, Kitschelt, Milza, Mudde, Norris, Taguieff) και κατορθώνει, έστω με αποσπασματικές αναφορές, να συνδέσει πολλά από τα πορίσματα της βιβλιογραφίας με την επιχειρηματολογία του.

Θέμα του βιβλίου είναι ο ΛΑ.Ο.Σ, κυρίως όμως ο αρχηγός του, Γιώργος Καρατζαφέρης, του οποίου την πορεία από το 1974 μέχρι σήμερα παρακολουθεί ο Ψαρράς. Χωρίς να υπάρχει από την πλευρά του συγγραφέα η φιλοδοξία για μια αυστηρή μεθοδολογικά πραγμάτευση του θέματός του, η κεντρική ιδέα του βιβλίου έχει συνοπτικά ως εξής: ο Γιώργος Καρατζαφέρης και τα στελέχη του ΛΑ.Ο.Σ «έχουν κατορθώσει να λειτουργούν σε δύο παράλληλους τηλεοπτικούς κόσμους[,] στον κόσμο των τηλεοπτικών δελτίων και των πολιτικών εκπομπών των μεγάλων καναλιών από τη μια μεριά, και στον κόσμο του δικού τους καναλιού (Telecity και στη συνέχεια Τηλεάστυ) από την άλλη. Οι δύο αυτοί τηλεοπτικοί κόσμοι τέμνονται σε ορισμένα σημεία, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζονται. Πρόκειται για την ιδανική εφαρμογή της “διπλής στρατηγικής” που ακολουθούν από καιρό τα μεγαλύτερα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης»:5 μετριοπαθής στάση, όταν απευθύνονται στο εθνικό ακροατήριο και σκληρή γλώσσα, όταν μιλούν στους «δικούς τους».6

2. ΛΑ.Ο.Σ, ΜΜΕ και κρίση της (κομματικής) δημοκρατίας

Μέσω της στρατηγικής αυτής, ο ΛΑ.Ο.Σ έχει αναδειχθεί σε ιδεώδες «εξαγνιστήριο» για τους φορείς των πλέον ακραίων απόψεων – προσωπικότητες και οργανώσεις που πρωταγωνίστησαν στην ίδρυσή του και διατηρούν, μέχρι σήμερα, σημαίνοντα ρόλο στη λειτουργία του.7

Από τη σκοπιά της πολιτικής ανάλυσης, το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς και γιατί οι ανταγωνιστές του ΛΑ.Ο.Σ, τα άλλα δηλαδή κόμματα του πολιτικού συστήματος, «επέτρεψαν» τη λειτουργία αυτή: ως γνωστόν, κανένα κόμμα δεν μπορεί να επεκτείνεται απρόσκοπτα στη μια ή την άλλη κατεύθυνση του πολιτικού φάσματος, δεδομένου ότι συμμετέχει και υπόκειται στον πολιτικό ανταγωνισμό. Σε ποιους, λοιπόν, μετασχηματισμούς στο πεδίο του κράτους αντιστοιχεί η –έστω και με αντιφάσεις8– πολιτική επέκταση του ΛΑ.Ο.Σ;

Για να απαντήσουμε, χρειάζεται κατ’ αρχάς να διακρίνουμε τη συγκυρία κατά την οποία ιδρύθηκε ο ΛΑ.Ο.Σ (την περίοδο δηλαδή της ραγδαίας ανόδου του «μεσαίου χώρου» και του αναπτυξιακού εθνικισμού της «ισχυρής Ελλάδας») από τη συγκυρία κατά την οποία το κόμμα θεσμοποιήθηκε και έφτασε στο απόγειό του (την περίοδο δηλαδή της πολιτικής κρίσης και του «νέου πατριωτισμού» που επενδύει ιδεολογικά τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση).

Στις δύο αυτές διακριτές περιόδους, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής. Πρόκειται αφ’ ενός για τη ραγδαία απαξίωση των πολιτικών κομμάτων και, αφ’ ετέρου, τη συστηματική προσπάθεια των ιδιωτικών ΜΜΕ να ανταγωνιστούν κυβέρνηση και (απαξιωμένα) πολιτικά κόμματα ως προς την αξιοπιστία και την ηθική τους ακεραιότητα.

Τα ΜΜΕ επιχειρούν να διευρύνουν την εξουσία τους σε βάρος της πολιτικής και των πολιτικών, την ίδια στιγμή που αφήνουν στο απυρόβλητο τις στρατηγικές τους επιλογές, αποπολιτικοποιώντας τα υπό πραγμάτευση φαινόμενα.9 Πρόκειται για στρατηγική από την οποία επωφελήθηκε σαφώς η Ακροδεξιά, ένα πολιτικό κόμμα «ενάντια στα κόμματα» [anti-party party].10Ο ανταγωνισμός κομμάτων-ΜΜΕ και το αμοραλιστικό κυνήγι της τηλεθέασης από τη μια, η απεγνωσμένη αναζήτηση ψήφων από τα πανσυλλεκτικά κόμματα από την άλλη, βοήθησαν τον μέχρι πρότινος «γραφικό» Καρατζαφέρη να αναδειχτεί σε ιδεώδη συναλλασσόμενο που «πάει με όλους», καθώς γνωρίζει και συμμετέχει επί χρόνια στο πολιτικο-εκλογικό δούναι και λαβείν, είναι δηλαδή μέρος του «συστήματος» που, κατά τα άλλα, αρέσκεται να καταγγέλλει. Στο βιβλίο του Ψαρρά μπορεί κανείς να βρει αρκετά παραδείγματα αυτής της ιδιότυπης συναλλαγής.11 Πρόκειται για την άλλη όψη της στρατηγικής της συμπερίληψης, με την οποία αντιμετωπίζεται η Ακροδεξιά τόσο στη Γαλλία (με τον Σαρκοζί),12 όσο και στην Ελλάδα (ιδίως στην ύστερη κυβερνητική θητεία της ΝΔ).

3. Φέρνοντας τα άκρα στο μέσον

Η μελέτη από τον Ψαρρά μιας διαδρομής σαράντα χρόνων, βοηθάει να κατανοήσουμε ότι πίσω από τις ανερμάτιστες κινήσεις του Καρατζαφέρη, μπορεί κανείς να βρει έναν συνεπή «γεφυροποιό» και εξαγνιστή των άκρων, που συνδυάζει επιτυχώς επάγγελμα και πολιτική, προσφέροντας στο ακροατήριό του πραγματισμό και λύτρωση και συνταιριάζοντας, κατά το δικό του σλόγκαν, «απ’ έξω εμφάνιση και από μέσα άνεση».

Η ανάλυση ξεκινά από τα πρώτα βήματα του Καρατζαφέρη στο χώρο της (χουντικής) τηλεόρασης και το βραχύβιο «Ελληνικόν Στέμμα της Δημοκρατίας», με το οποίο ο σημερινός αρχηγός του ΛΑ.Ο.Σ φιλοδοξούσε να γεφυρώσει το χάσμα μοναρχικών και απριλιανών με την επίσημη Δεξιά – τα άκρα, δηλαδή, με το κυρίαρχο ρεύμα. Μια δεκαπενταετία μετά, η δημιουργία του Τηλεάστυ θα επιτρέψει την ανενόχλητη εκδίπλωση της προαναφερθείσας στρατηγικής.

Ο Ψαρράς τονίζει ότι η κατοχή του Τηλεάστυ αποτελεί για τον ΛΑ.Ο.Σ προνόμιο που δεν διαθέτει κανένα από τα αδελφά του κόμματα στην Ευρώπη. Το ίδιο το κανάλι, δε, έχει αναδειχθεί ήδη από την ίδρυσή του σε μηχανισμό διάδοσης «όλης της ακροδεξιάς ατζέντας και [δημόσιας χρήσης] των γνωστών ρατσιστικών, αντισημιτικών ακόμα και εθνικοσοσιαλιστικών στερεοτύπων»,13συμβάλλοντας στην πρωταρχική συσσώρευση οπαδών και μελών, στην καθημερινή ιδεολογική «ζύμωση» των τελευταίων και την αδιαμεσολάβητη σχέση προβολής-κολακείας (του κοινού) και λατρείας (του Αρχηγού και των εμπίστων του14).

4. Anything goes(;)

Αυτή βεβαίως είναι η μία διάσταση, αυτή του «αντάρτη». Δεν είναι η μόνη. Η όλη πολιτική πορεία του Καρατζαφέρη, όπως τη σκιαγραφεί με εξαιρετική γλαφυρότητα ο Ψαρράς, φανερώνει έναν πολιτικό βγαλμένο από τα σπλάχνα της συντηρητικής παράταξης, «στρατιώτη» που θυσιάζει τα πάντα για το καλό του κόμματος και φροντίζει να εναρμονίζει τις προσωπικές του επιδιώξεις με την εκάστοτε γενική πολιτική κατεύθυνση: ο Καρατζαφέρης «υπηρετεί» τη Νέα Δημοκρατία επί του «φιλελεύθερου» Μητσοτάκη, επί του «συντηρητικού» Έβερτ και επί του «κεντρώου» Καραμανλή –και ανταμείβεται γι’ αυτό. Αυτό βέβαια δεν τον εμποδίζει να εκφράζει με σαφήνεια τις προσωπικές του απόψεις στο κανάλι του, εκεί απ’ όπου απευθύνεται και οργανώνει τον δικό του κόσμο, αυτόν με τον οποίο μοιράζεται κοινούς κώδικες επικοινωνίας.

Η περίφημη «διγλωσσία», εξάλλου, είναι το μέσο εκείνο που του διασφαλίζει την πολιτική επιβίωση σε διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες –έστω κι αν αυτή η διγλωσσία παράγει πάντα (και σήμερα) εσωκομματικές τριβές. Ιδίως από το ’90 και έπειτα, ο ίδιος καλλιεργεί πολύ συστηματικά την εικόνα της «δεξιάς συνείδησης της Παράταξης» (λειτουργία που «επιτελεί» ακόμα, ως πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ), πρωτοστατώντας σε αλλεπάλληλα ανοίγματα προς τη δεξιά της Δεξιάς. Αυτή η ευελιξία είναι διαπιστώσιμη στους διάφορους τρόπους με τους οποίους αρχηγός και στελέχη αυτοπροσδιορίζονται κατά καιρούς. Στα δέκα χρόνια ζωής του κόμματος, το ρεπερτόριο υπήρξε πλούσιο: «δεν είμαστε εθνικιστές, αλλά εθνιστές· δεν είμαστε εθνικιστές, αλλά πατριώτες· δεν είμαστε ακροδεξιοί, αλλά δεξιοί· είμαστε κεντροδεξιοί· είμαστε εθνικά δεξιοί και κοινωνικά αριστεροί».

Αν έπαιρνε κανείς τοις μετρητοίς όλες αυτές τις τοποθετήσεις, θα κατέληγε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ο ΛΑ.Ο.Σ …είναι αυτό που είναι: anything goes. Οι διαρκείς μετατοπίσεις όμως (που εν μέρει «επιτρέπει» η τηλεοπτική επικοινωνία: τηλε-έπεα πτερόεντα…) κάθε άλλο παρά αναιρούν τη συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ στην κατά Hainsworth «πολύπλοκη αλχημεία» της Ακροδεξιάς. Η catch-all ευελιξία που χαρακτηρίζει τα κόμματα της Ακροδεξιάς –όπως εξάλλου και τα κυρίαρχα κόμματα– οφείλεται εν μέρει στην εγγενή πολυσημία, ρευστότητα, πλαστικότητα και συνθετότητα της εθνικιστικής ιδεολογίας –την «κατά περίπτωση και κατά τις ανάγκες ένταξη στο “έθνος” των πιο ετερόκλητων στοχείων»15· αυτά, ωστόσο, κάθε άλλο παρά νομιμοποιούν τις κατά καιρούς εκστρατείες της Ακροδεξιάς για την οικειοποίηση του πολιτικού κέντρου (αυτού που, σημειωτέον, βδελυσσόταν ο ΛΑ.Ο.Σ κατά την ίδρυσή του).

Ο εντοπισμός στον άξονα «Αριστερά-Δεξιά» δεν είναι προϊόν υποκειμενικής επιλογής (όσο «χαρισματικό» κι αν θεωρείται το υποκείμενο…), η ιδεολογία δηλαδή δεν αποτελεί μέσο που χειρίζεται κανείς κατά το δοκούν, κινούμενος αυτοβούλως προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Η μελέτη του Ψαρρά κλείνει, οριστικά κατά τη γνώμη μας, τη σχετική συζήτηση.

5. Από το μέσον στα άκρα

Η ευκολία, από την άλλη πλευρά, με την οποία μπορεί κανείς να δείξει ότι ο ΛΑ.Ο.Σ εντάσσεται στην Ακροδεξιά (παραπέμποντας είτε στον Ψαρρά, είτε στα κριτήρια που θεσπίζει η διεθνής βιβλιογραφία) δεν συνεπάγεται αυτόματα την επιτυχή πολιτική του αντιμετώπιση. Η πολιτική της «ετικέτας» και του «συναγερμού» (alarmism) κάθε άλλο παρά αρκεί για να αποσοβήσει την ανάπτυξη της άκρας Δεξιάς, όπως δείχνει ο Αντώνης Έλληνας, αναφερόμενος στην ακροδεξιολογία των ΜΜΕ, με την οποία τα φιλικά προς το ΠΑΣΟΚ μέσα κατέστησαν τον ασήμαντο ΛΑ.Ο.Σ ορατή και υπολογίσιμη δύναμη το 2002, αλλά και μετά.16 Σήμερα, δε, που το Μνημόνιο απαιτεί την κατασκευή μιας αρραγούς εθνικής οικονομικής κοινότητας και τον στιγματισμό κάθε διαφωνίας ως αντεθνικής οικονομικής ιδιοτέλειας, ο ΛΑ.Ο.Σ αναβαθμίζεται σε «χρήσιμο» κόμμα και, ως τέτοιο, «κεντροδεξιό», σύμφωνα με τους όψιμους ή επίδοξους εταίρους του.

Εξίσου άστοχη με την πολιτική του «συναγερμού», όμως, είναι και η αμέριμνη, μηχανιστική αναγωγή της Ακροδεξιάς στην εν εξελίξει οικονομική κρίση. Αναφερθήκαμε ήδη στη συγκυρία στην οποία συγκροτήθηκε ο ΛΑ.Ο.Σ (υψηλή νομιμοποίηση των κομμάτων του κράτους, οικονομική μεγέθυνση). Η σχετική συζήτηση, όμως, μας πάει αρκετά πιο πίσω. Ο Herbert Kitschelt αποδίδει τη γένεση της νέας ριζοσπαστικής Δεξιάς, όχι στην οικονομική κρίση των τελών του ’70 και την αύξηση των ροών μετανάστευσης (ειδικά) από την ασιατική Ανατολή προς την Ευρώπη, αλλά στην επικράτηση των ιδεών της νεο-συντηρητικής Δεξιάς σ’ ένα ευρύ τμήμα του πολιτικού φάσματος.

Η απόλυτη πίστη στην οικονομία της αγοράς και η εμπέδωση πατερναλιστικών μορφών διευθέτησης των σχέσεων οικονομίας και κοινωνίας, «γέμισε» το ενεργητικό της νέας ριζοσπαστικής Δεξιάς με νέα πολιτικά εργαλεία που συνδυάστηκαν με τις παραδοσιακές αναφορές στο έθνος και στη φυλή. Είναι αξιοσημείωτη, φερ’ ειπείν, η πολιτική αξιοποίηση από τη Θάτσερ του «πατριωτικού» παροξυσμού του Πολέμου των Φόκλαντς –κλασική αναφορά της νέας βρετανικής Ακροδεξιάς– όπου η νέα «Αυτοκρατορία» θα εκκινούσε από το σαρωτικό «νοικοκύρεμα» στο εσωτερικό και τη συνακόλουθη κατασκευή μίας νέας «εθνικής υπερηφάνειας».

Υπό την έννοια αυτή, η νέα ριζοσπαστική Δεξιά φύεται στο έδαφος της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, διαφοροποιούμενη από τα κόμματα της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης αποκλειστικά σε ζητήματα πολιτισμικού φιλελευθερισμού. Κάθε φορά που τα συντηρητικά ή χριστιανοδημοκρατικά κόμματα μετεωρίζονται προς το κέντρο του κομματικού ανταγωνισμού, υιοθετώντας πιο μετριοπαθείς θέσεις, τα ακροδεξιά κόμματα επιχειρούν να καλύψουν τον κενό χώρο, καταγράφοντας σε πολλές περιπτώσεις εντυπωσιακά ποσοστά· στην περίπτωση που αυτή η επιτυχία δώσει τη δυνατότητα συμμετοχής σε κυβερνητικό σχήμα (ή, έστω, τροφοδοτεί σχετικά σενάρια, όπως συμβαίνει με τον ΛΑ.Ο.Σ ήδη από το 2008), το ακροδεξιό κόμμα εμφανίζεται ως «καθεστωτική» δύναμη, λειαίνοντας κάποιες από τις θέσεις του και μετέχοντας στη διαχείριση του κράτους. Επομένως, παρά τις αρχικές λαϊκιστικές εγκλήσεις, η στρατηγική της νέας ριζοσπαστικής Δεξιάς έχει καθαρά κυβερνητικό προσανατολισμό.17

Ο Ψαρράς ακολουθεί κατά πόδας έναν τέτοιου είδους συλλογισμό, αναλύοντας τις αμιγώς νεοφιλελεύθερες προτάσεις του ΛΑ.Ο.Σ, που τον κατατάσσουν στις ακραίες θέσεις (και) του άξονα του οικονομικού φιλελευθερισμού· ταυτόχρονα όμως επισημαίνει τις ακροδεξιές κορώνες του Καρατζαφέρη ως, εν τέλει, τον πραγματικό χαρακτήρα του ανδρός.

Ο ΛΑ.Ο.Σ είναι εγγεγραμμένος στον κομματικό ανταγωνισμό ως μία πολιτική δύναμη που δύναται να λειτουργήσει «υπεύθυνα» – εξ ου και η «υπεύθυνη» υπερψήφιση του Μνημονίου· από την άλλη πλευρά, στο διαρκώς ανανεούμενο πεδίο του τηλεοπτικού δημόσιου χώρου, οι μέχρι πρότινος «περιθωριακοί» ακροδεξιοί πολιτικοί, δημοσιογράφοι και εκδότες βρίσκουν την ευκαιρία να εκτυλίξουν τα επικοινωνιακά τους χαρίσματα σε άμεση διάδραση με όλους τους mainstream πολιτικούς και δημοσιογράφους. Ο ακροδεξιός πολιτικός δεν είναι το «εξωτικό ζώο» που παρακολουθείται με κάποια συγκατάβαση ή λανθάνοντα φόβο, αλλά ο κοινωνός του κυρίαρχου lifestyle που είναι απόλυτα ενταγμένος στην κοινή αντίληψη περί πολιτικής και μετέρχεται μια απολύτως οικεία πολιτική γλώσσα.

Η παρουσίαση της θεμελιώδους αντιφατικότητας τους κόμματος ολοκληρώνεται με την εξέταση από τον Ψαρρά της οργανωτικής σκευής του ΛΑ.Ο.Σ, με τον συγγραφέα να υπαινίσσεται «υπόγειες» συνάφειες με τη γενικότερη οργανωτική στρατηγική των ελληνικών κομμάτων. Εάν δεχθούμε την απόφανση ότι στην οργάνωση ενός κόμματος ενσωματώνονται οι ιδεολογικές προκείμενες και τα πολιτικά χαρακτηριστικά του, είναι σαφές ότι ολόκληρη η οργανωτική σκευή του ΛΑ.Ο.Σ παραπέμπει στη διασφάλιση της πρωτοκαθεδρίας του Προέδρου σε όλες τις εσωκομματικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων.18 Ταυτόχρονα, η προώθηση δημοψηφισματικών πρακτικών και, σε κεντρικό επίπεδο, η ανάδειξη μίας κρατικο-κορπορατιστικής λογικής στη συγκρότηση των οργάνων του ΛΑ.Ο.Σ, παραπέμπει σε οικείες οργανωτικές πρακτικές και των δύο κομμάτων εξουσίας.

6. Αντί επιλόγου

Η εικοσαετής ερευνητική δουλειά της ομάδας του «Ιού» επί των εν λόγω θεμάτων συμπίπτει χρονικά με την «αφύπνιση» και την «ανανέωση» της ελληνικής άκρας Δεξιάς σε ολόκληρη τη δεύτερη περίοδο της Μεταπολίτευσης. Πιστός ο Ψαρράς στην παρεμβατική λογική που διαπνέει τα κείμενα της ομάδας για τις διαφορετικές εκφάνσεις του ακροδεξιού φαινομένου στην Ελλάδα, συνθέτει ένα κείμενο πολιτικό, που φιλοδοξεί να «ανοίξει» έναν κύκλο πολεμικής στην παρούσα συγκυρία. Χωρίς να παραμελεί τη γνώριμη, χειμαρρώδη παράθεση λεπτομερειών για πολλές διαφορετικές χρονικές περιόδους, διατυπώνει πολύ σοβαρές υποθέσεις για το φαινόμενο του ΛΑ.Ο.Σ, επικοινωνώντας δημιουργικά με την τρέχουσα διεθνή πολιτική και επιστημονική συζήτηση. Για οποιονδήποτε επιθυμεί να ασχοληθεί με την ελληνική Ακροδεξιά, Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη αποτελεί, πλέον, μία αυτονόητη παραπομπή και πολύτιμη πηγή πληροφοριών.

Το άρθρο γράφτηκε μαζί με τον Κώστα Ελευθερίου και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέσεις (τεύχος 113, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010)

_____________

1 «Ο φαιός “πατριωτισμός” της κρίσης. Κοινά επιχειρήματα ΛΑ.Ο.Σ και ΠΑΣΟΚ», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία,14.3.2010.

2 Ellinas, Antonis A. (2010), The Media and the Far Right in Western Europe. Playing the Nationalist Card, Cambridge University Press: Cambridge, σ. 3.

3 Μudde, Cas (2000), The Ideology of the Extreme Right, Manchester University Press: Manchester. Παρατίθεται στο: Ψαρράς, Δημήτρης (2010), Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη. Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής ακροδεξιάς, Αλεξάνδρεια: Αθήνα, σ. 21.

4 Οφείλουμε θερμές ευχαριστίες στον Δημήτρη Ψαρρά για την ευγενική παραχώρηση του υλικού αυτού.

5 Ψαρράς, Δημήτρης (2010), ό.π.

6 ό.π.

7 Βλ. το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, «Από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ στο χορό της Σαλώμης» (σσ. 60-101).

8 Στη μελέτη του Α. Έλληνα, ο αναγνώστης μπορεί να βρει «στιγμές», περί το 2004, κατά τις οποίες τα ΜΜΕ γύρισαν την πλάτη στον ΛΑ.Ο.Σ, προβάλλοντάς τον ενίοτε λιγότερο απ’ όσο αντιστοιχούσε στην εκλογική του επιρροή. Πρόκειται, όπως προκύπτει από την ανάλυση, για εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα και σχετίζονται με τη ρευστότητα που χαρακτηρίζει κάθε μετάβαση (εν προκειμένω: από την πασοκική στη νεοδημοκρατική ηγεμονία).

9 Με τους όρους του Κιουπκιολή, τα ΜΜΕ «επενδύουν σε θέματα ηθικής των προσώπων για να συγκεντρώσουν εκβιαστικά πολιτικό κεφάλαιο στους σύγχρονους συσχετισμούς εξουσίας». Εισαγωγή στο: Κράουτς, Κόλιν (2006),Μεταδημοκρατία (μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής), Εκκρεμές: Αθήνα.

10 Η τοποθέτηση του Καρατζαφέρη «υπεράνω κομμάτων και παρατάξεων» χρονολογείται από το 1974 και την έκδοση του φιλοβασιλικού «Ελληνικού Στέμματος της Δημοκρατίας». Γενικότερα, εξάλλου, η άρνηση των κατεστημένων (sic) διαχωρισμών και η πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς αυτοτοποθέτηση αποτελούν αναγνωριστικά στοιχεία πολλών ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων. Χαρακτηριστική είναι η λογική του «Τρίτου Δρόμου» (terza via) του μεταφασιστικού ιταλικού MSI.

11 Βλ. το πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου, «Η στρατηγική του Δούρειου Ίππου (2004-2009)», όπου ο Ψαρράς ανατρέχει μεταξύ άλλων στη συνεργασία ΝΔ-ΛΑΟΣ στον Δήμο της Αθήνας και ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ στους Δήμους Καλλιθέας, Κερατσινίου, Ηρακλείου και Βύρωνα (σσ. 151-154).

12 Ellinas, ό.π., σσ. 166 κ.ε.

13 Ψαρράς, ό.π., σ. 13.

14 Για τους συνεργάτες του Καρατζαφέρη, βλ. το 7ο κεφάλαιο ( «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου», σσ. 187-214).

15 Ψυχοπαίδης, Κοσμάς (1994), «Εθνικισμός, εθνισμός και δημοκρατία», στο: Συλλογικό, Έθνος-κράτος-εθνικισμός, Επιστημονικό Συμπόσιο (21 και 22 Ιανουαρίου 1994), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (ιδρυτής: Σχολή Μωραϊτη), σ. 62.

16 Ανατρέχοντας στην προεκλογική περίοδο του 2002, οπότε και ο Καρατζαφέρης κατήλθε αυτόνομα ως υποψήφιος υπερνομάρχης Αττικής, ο Έλληνας αναφέρει ότι, ενώ τις δύο πρώτες εβδομάδες της καμπάνιας τα Νέα, ηΕλευθεροτυπία και η Καθημερινή έκαναν λόγο για «άκρα Δεξιά» μόνο 7 φορές, τις τελευταίες μέρες πριν από τις εκλογές την ανέφεραν 130(!), εκτοξεύοντας την προβολή του Καρατζαφέρη και επιτρέποντάς του να μονοπωλήσει σχεδόν τον δημόσιο διάλογο εκείνης της περιόδου. Στο: Ellinas, ό.π, σ. 157. Η αντίθετη τακτική είχε ως αποτέλεσμα το φτωχό 2,2% στις εθνικές εκλογές του 2004, που στέρησε από τον ΛΑ.Ο.Σ την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση (σ. 159).

17 Χρειάζεται, βεβαίως, να σημειωθεί ότι σημαντικό ρόλο για την επιτυχία ή όχι των ακροδεξιών κομμάτων παίζουν η πολιτική κουλτούρα κάθε χώρας, η ύπαρξη ή όχι μίας «τραυματικής» αυταρχικής πολιτικής παράδοσης (όπως η επτάχρονη δικτατορία στην Ελλάδα) κλπ.

18 Βλ. 6ο κεφάλαιο, «Ενός ανδρός αρχή και τέλος», σσ. 173-186.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s