ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Αυτό που γίνεται εδώ και δύο μέρες στο Σύνταγμα δεν οφείλεται στο μέσο κινητοποίησης ή προβολής, στο facebook ή την τηλεόραση – μολονότι αυτά έφεραν κοντά μας την πλατεία Ταχρίρ και την Πουέρτα ντε Σολ, και μολονότι τουλάχιστον τα κυρίαρχα μέσα έχουν λόγους να το ιδιοποιούνται. Αυτό που γίνεται οφείλεται στο γεγονός ότι εκατομμύρια άνθρωποι βλέπουν τη ζωή τους να χειροτερεύει και σιγά-σιγά εγκαταλείπουν τον καναπέ, έχοντας κατά νου ότι «αν γίνεται αλλού, ίσως να γίνεται κι εδώ».

Το facebook είναι ένα μέσο κινητοποίησης και συντονισμού που δεν κοστίζει, δεν προϋποθέτει ιδεολογική συμφωνία μεταξύ αυτών που επικοινωνούν και δεν απαιτεί μακροχρόνια δέσμευση – μπορεί λοιπόν να κάνει αυτό που δεν μπορούν σήμερα, για διάφορους λόγους, τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα. Τα όρια τέτοιων κινητοποιήσεων τα είδαμε το 2007, με τις συγκεντρώσεις για τις πυρκαγιές. Σήμερα όμως, εκτός από την επίγνωση αυτών των ορίων, υπάρχει και μια βεβαιότητα: σήμερα δεν είναι το 2007.

Το γεγονός ότι οι άνθρωποι που βλέπουν να χειροτερεύει η ζωή τους αφήνουν τον καναπέ και συγκεντρώνονται έξω απ΄τη Βουλή, δείχνοντας πρώτα απ’όλα στην κυβέρνηση ότι δεν τους εκπροσωπεί πια, είναι -με όρους κοινής λογικής- ένα καλοδεχούμενο σημάδι ότι κάτι κινείται. Αν στη συγκυρία αυτή δεν μπορούν να κατεβάσουν μαζικά τον κόσμο στο δρόμο τα κόμματα της Αριστεράς, αν δεν το μπορούν τα συνδικάτα, η άλλη επιλογή γι’αυτόν τον κόσμο είναι είτε να μεταναστεύσει μαζικά, είτε να κατεβαίνει στο δρόμο και να την πληρώνουν οι μετανάστες επειδή «έχουμε κρίση». Χάρη στις συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα, δεν συμβαίνουν αυτά – κι αυτό είναι ένα ακόμα καλοδεχούμενο σημάδι. Είναι, επίσης, και ένα ερέθισμα: ένα επιπλέον ερέθισμα για την Αριστερά να αναρωτηθεί (να αναρωτηθούμε) γιατί έχασε τον πρώτο γύρο και πώς θα είναι αποτελεσματικότερη στον επόμενο.

Προσωπικά με πειράζουν οι βουβές συγκεντρώσεις, αλλά τις προτιμώ απ’τις καθόλου συγκεντρώσεις. Μου είναι ακατανόητες οι συγκεντρώσεις χωρίς πανό (οι συγκεντρωμένοι της Πέμπτης μας θύμισαν, ευτυχώς, ότι πάντα κάποιοι είμαστε και πάντα κάτι ζητάμε από κάποιον…), όμως το πανό μπορεί και να μην προηγείται της συγκέντρωσης –μπορεί και να γράφεται εκεί. Ο όρος «αγανακτισμένος» μου θύμιζε πάντα κάτι κακό από παλιά, αλλά η αγανάκτηση καθεαυτή είναι σημάδι ότι κανείς δεν μπορεί να τα ανέχεται όλα και για πάντα. Δεν εκπροσωπούμαι επ’ουδενί απ’το σύνθημα «κλέφτες-κλέφτες», αλλά στο Σύνταγμα φωνάζουν και «πάρτε το Μνημόνιο και φύγετε από’δώ»: κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», υπ’αυτούς τους όρους, (ευτυχώς) δεν γίνεται. Ακούω ότι για το Σύνταγμα κινητοποιήθηκε ο μηχανισμός της ΝΔ· όμως στην πλατεία ήταν και αριστεροί, και αριστεριστές και αναρχικοί που δεν συμπαθούν τον Σαμαρά. Αν με ρωτούσε κανείς, προσωπικά θα ήθελα μια συγκέντρωση και έξω απ’το Χρηματιστήριο ή την Τράπεζα της Ελλάδος (παρά τις εμμονές της Καθημερινής, η κρίση δεν οφείλεται στους αχρείους πολιτικούς –και οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε όλους…)· σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, από κάπου πρέπει ν’ αρχίσει κανείς. Εν κατακλείδι: με εκνευρίζει η απροϋπόθετη λατρεία του «αυθόρμητου» και ο αντικομματισμός «απ’όπου κι αν προέρχεται»· με εκνευρίζουν όμως εξίσου η αυταρέσκεια και η αδυναμία να συμβιβαστεί κανείς με την ιδέα ότι η κίνηση της κοινωνίας, πώς να το κάνουμε, δεν είναι και δεν ήταν ποτέ θέμα πολιτικής απόφασης ή –αποκλειστικά- προϊόν οξυδερκούς σχεδιασμού.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, μου φαίνεται ελιτίστικο να κατηγορούμε τις συγκεντρώσεις για όσα δεν (πρόλαβαν να) είναι, μου μοιάζει εντελώς αναντίστοιχο το παιχνίδι «βρες πόσες ελληνικές σημαίες ανεμίζουν στην πλατεία» και μου ακούγεται από υπερφίαλη έως αφελής η αγχωτική αξίωση «να το πολιτικοποιήσουμε» – λες κι από εμάς περίμεναν όλοι αυτοί. Στο Σύνταγμα φτιάχνεται ένας νέος δημόσιος χώρος – πείτε το απ’ το «πλήθος», πείτε το απ’ το «λαό»: άνθρωποι γνωρίζονται, συζητούν, διαφωνούν, βλέπουν δυνατότητες και όρια. Δηλώνουν με την παρουσία τους ότι τα προβλήματά τους δεν είναι μόνο δικά τους και δεν μπορούν να λυθούν στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους. Στο Σύνταγμα, λοιπόν, βρίσκεται στην εκκίνησή της μια διαδικασία που, όπως και να το κάνουμε, δεν θα φορά τα ρούχα του Πολυτεχνείου ή του Δεκέμβρη του 2008. Τη διαδικασία αυτή, είτε θα την παρατηρεί κανείς και θα τη σχολιάζει απ’έξω, σαν κάτι εξωτικό και όχι τόσο τέλειο όσο θα όφειλε εξαρχής, είτε θα μπει για να δει -και να επηρεάσει- δυνατότητες και όρια. Δυνατότητες, όταν μπροστά απ’ το Σύνταγμα κυκλοφορούν μονάχα ΜΑΤ και αυτοκίνητα, δεν υπάρχουν.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο RedNotebok

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s