ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ: ΕΝΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ (ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΥΨΗΛΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ

Η συγκυρία

Στο έδαφος του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού και προσδοκιών που ξεπερνούν κατά πολύ τον καραμανλικό «εκσυγχρονισμό», το ΠΑΣΟΚ σχηματίζει την πρώτη μη συντηρητική κυβέρνηση στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο, υλοποιώντας μια πανσυλλεκτική (και παροιμιωδώς ασαφή, κοινωνικά) «Εθνική Λαϊκή Ενότητα». Η άνοδός του στην κυβέρνηση, αν και δεν σηματοδοτεί ακριβώς την έλευση «του λαού στην εξουσία», εντούτοις επιταχύνει την κρίση της Αριστεράς: Μπορεί το «συμβόλαιο με το λαό» να περιλαμβάνει κρυφές ρήτρες (ωμές κυβερνητικές παρεμβάσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, σοσιαλιστική λιτότητα και σοσιαλιστικό ξύλο), μπορεί οι μονίμως φευγαλέες «Βάσεις του Θανάτου» να παραμένουν εν τέλει στο όνομα του «εξ Ανατολών κινδύνου», όμως η αντιδεξιά πόλωση που επιβάλλει ο Παπανδρέου λειτουργεί για την Αριστερά ως αιτία παράλυσης και, εν μέρει, αφομοίωσης.

Το ΚΚΕ, έχοντας κερδίσει κατά κράτος την ενδοαριστερή αντιπαράθεση, και διαφυλάσσοντας την κληρονομιά του σταλινισμού ως τεκμήριο συνέπειας, αυτοπεριορίζεται σε φωνή της συνείδησης του ΠΑΣΟΚ, άλλοτε αποκαλύπτοντας ότι το τελευταίο «δεν μένει πιστό στις διακηρήξεις του» κι άλλοτε αναζητώντας την «πραγματική Αλλαγή» σε συμφωνίες κορυφής μαζί του. Αριστεροί διανοούμενοι της εποχής ενσωματώνονται στον ανασυγκροτούμενο κρατικό μηχανισμό, βλέποντας τον τελευταίο αποκλειστικά (ή και καθόλου…) ως πεδίο πάλης, ενώ άλλοι ανακαλύπτουν στην Ορθοδοξία την κιβωτό της «ελληνικότητας» – ένα αντίβαρο στη «δυτική βαρβαρότητα» του ατομικισμού και του καταναλωτισμού.

Στη συγκυρία αυτή, το ΚΚΕ εσωτερικού αποδεικνύεται εξίσου – ή μάλλον περισσότερο – ευάλωτο. Η ήττα της «Συμμαχίας» το 1977, αλλά και η μαζική φυγή των ψηφοφόρων του κόμματος προς το ΠΑΣΟΚ μεταξύ ευρωεκλογών και βουλευτικών του ‘81 (275.731 και 76.404 αντίστοιχα…), εικονογραφούν το εύρος της πολιτικής του αποδυνάμωσης μπροστά στην επελαύνουσα «Αλλαγή»· ενθαρρύνουν δε, τόσο την αριστερή κριτική, όσο και απόψεις που θεωρούν λήξαν το στοίχημα της κομμουνιστικής ανανέωσης – άρα και της αυτοτελούς οργανωτικής παρουσίας ενός δεύτερου κομμουνιστικού κόμματος. Στα χρόνια που ακολουθούν, η υπόκλιση της ΕΑΡ στη γοητεία του εκσυγχρονισμού, από κοινού με το ΚΚΕ, μοιάζει σαν από τότε προδιαγεγραμμένη. Στον αντίποδα, άλλωστε, το φιλόδοξο εγχείρημα της Β’ Πανελλαδικής έχει φτάσει στα όριά του ήδη το 1982, ενώ και η απήχηση των φοιτητικών Συσπειρώσεων, που αιμοδοτούν τη ριζοσπαστική Αριστερά της εποχής, μειώνεται διαρκώς.

Καθώς η «κρίση» κλίνεται συνεχώς και σε όλες τις πτώσεις, αλλά και σε μια περίοδο ιδιαίτερα παραγωγική για τα εκδοτικά εγχειρήματα της Αριστεράς, την Πρωταπριλιά του 1983 εμφανίζεται στα περίπτερα ένα νέο περιοδικό. Το όνομα αυτού, «Σχολιαστής».

Οι συντελεστές

Κεντρικό ρόλο στο νέο εγχείρημα διαδραματίζει ένα δυναμικό που προέρχεται από τη Β’ Πανελλαδική (Γιώργος Πιτουρόπουλος, Δημήτρης Ψαρράς, Γιάννης Μηλιός, Χριστόφορος Βερναρδάκης, Παναγιώτης Παναγιώτου, Αγγέλικα Ψαρρά) και, κατά ένα μέρος του, στηρίζει τη μαρξιστική-αλτουσεριανή επιθεώρηση «Θέσεις». Ο «πυρήνας» αυτός πλαισιώνεται από ιστορικές φυσιογνωμίες της Αριστεράς, όπως ο ηγέτης της Τέταρτης Διεθνούς Μιχάλης Ράπτης, αγωνιστές του αντιδικτατορικού κινήματος όπως ο Περικλής Κοροβέσης, στελέχη της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς όπως η Τασία Χριστοδουλοπούλου, αλλά και καλλιτέχνες όπως ο Νότης Μαυρουδής, ο Πέτρος Ζερβός, ο Γιάννης Ιωάννου και ο Αρκάς. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, και μέχρι τον Απρίλιο του ’90, στις σελίδες του περιοδικού θα φιλοξενηθούν κείμενα των Χρήστου Μαχαίρα, Ελιζαμπέτας Καζαλότι, Ρολφ Πόλε, Τάσου Κωστόπουλου, Ανδρέα Πανταζόπουλου, Ευγένιου Αρανίτση, Ελένης Καλαφάτη, Κώστα Βερνίκου, Νάνου Βαλαωρίτη, Δημοσθένη Κούρτοβικ, Ηλία Πετρόπουλου, Μιχάλη Μητσού, Δημήτρη Πουλικάκου, Αρίστου Γιαννόπουλου, Μιχάλη Τρεμόπουλου κ.ά.

Οι «συντεταγμένες»

Τι είναι, όμως, και τι θέλει ο «Σχολιαστής»; Οι πρώτες συστάσεις είναι λιτές – εξάλλου προέχει η ύλη· σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, και σε αντίθεση με τα ισχύοντα στα καθωσπρέπει έντυπα, το περιοδικό έχει το θάρρος να τις διατυπώσει σε πρώτο ενικό:

«Δεν εξαντλώ το ενδιαφέρον μου στην πολιτική σκηνή, ούτε στα παρασκήνια των κομμάτων. Για μένα η πολιτική είναι κυρίως αλλού. Στην καθημερινή ζωή όσο και στην τέχνη. Μου αρέσει να παραφράζω τον Γκοντάρ: Δεν θέλω να είμαι πολιτικός σχολιαστής. Θέλω να σχολιάζω την πραγματικότητα με τρόπο πολιτικό. Η κριτική είναι πάθος μου. Κάνετε ωστόσο λάθος αν με περάσατε για μεγαλομανή. Αναζητείστε αλλού τη νεύρωσή μου. Κρίνω για να γίνω αντικείμενο κριτικής».

Πράγματι, από το πρώτο κιόλας τεύχος του, το περιοδικό υποβάλλει σε εξαντλητική κριτική τις νεο-ορθόδοξες και παραδοσιοκρατικές τάσεις στο χώρο της διανόησης (ειδικά της αριστερής), τις οποίες εκπροσωπούν ο Κωστής Μοσκώφ, ο Χρήστος Γιανναράς, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, αλλά και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Εκτός όμως από τη γοητεία που ασκούν στην Αριστερά η «ελληνικότητα» και η επιστροφή στην παράδοση («εθνική» και «λαϊκο-αγωνιστική»), προσπαθεί ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τη διαφαινόμενη επικράτηση του κεϋνσιανισμού επί της μαρξικής θεωρίας, αλλά και τις τάσεις ενσωμάτωσης της Αριστεράς, είτε ευθέως διά του κρατικού μηχανισμού (βλ. νεότευκτο Υπουργείο Νέας Γενιάς), είτε διά της χειραγώγησης του συνδικαλιστικού και φοιτητικού κινήματος.

Η κριτική αυτή δεν είναι μονόλογος. Το περιοδικό ανοίγει με αυτοπεποίθηση τη συζήτηση με τις αντίπαλες απόψεις και τους φορείς τους, τηρώντας την ίδια στιγμή αποστάσεις από το παραδοσιακό αριστερό «ηθος» (κείμενα-σεντόνια, ακαδημαϊσμός, ξύλινος και καταγγελτικός λόγος κ.ο.κ.).

Από το πρώτο τεύχος, λοιπόν, προσδιορίζεται με σαφήνεια η νέα ταυτότητα. Ο «Σχολιαστής» θα είναι συγκρουσιακός, αλλά όχι «κλειστοφοβικός»· παρεμβατικός από συγκεκριμένες θέσεις όσον αφορά τη γενική και την ενδοαριστερή συγκυρία, όχι όμως αυτοαναφορικός· σοβαρός, αλλά καθόλου βλοσυρός· αντικομφορμιστικός και κάθε άλλο παρά απολίτικος· υποψιασμένος για τις όψεις της κοινωνικής ζωής που η Αριστερά εκείνης της περιόδου αγνοεί και, την ίδια στιγμή, διαρκώς ενήμερος για ό,τι δεν είναι (μόνο) πολιτική.

Ένα περιοδικό για τα «δύσκολα»

Παρά τις διακυμάνσεις μιας πυκνής – εγώριας και διεθνούς – συγκυρίας, ο «Σχολιαστής» θα διατηρεί το «σωστό μείγμα» ανάμεσα στην κεντρική πολιτική και την πολιτική της καθημερινότητας, τα διεθνή, αλλά και την πολιτιστική κίνηση. Εκτός λοιπόν από την αρθρογραφία, τα σχόλια και τις συνεντεύξεις πολιτικών στελεχών, στις σελίδες του θα βρίσκουν συστηματικά χώρο, τόσο τα «δύσκολα θέματα» (οι μειονότητες στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, η αριστερή ένοπλη βία και η πασοκική κρατική καταστολή, τα ναρκωτικά), όσο και τα «μικρά», «μειοψηφικά» ή αδιάφορα – για την κυρίαρχη τουλάχιστον αντίληψη περί πολιτικής: οι σχολές μαθητείας του ΟΑΕΔ, οι «καμικάζι», οι αντιρρησίες και το κίνημα για το στρατό, η κριτική στους Ολυμπιακούς Αγώνες, η συζήτηση περί αποανάπτυξης και οι έρευνες για τα πυρηνικά, η «αναβάθμιση» και «εξυγίανση» των Εξαρχείων, η επαναφορά των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο, ο Τύπος και το ραδιόφωνο, αλλά και η θεσμοποίηση της ισότητας των φύλων, στο όνομα –εκ περιτροπής- της εθνικής και της εαμικής παράδοσης.

Την ίδια στιγμή, και σε μια περίοδο πολύ πριν την εμφάνιση (και τις ευκολίες) του Διαδικτύου, το περιοδικό θα διατηρεί ένα υψηλού επιπέδου διεθνές ρεπορτάζ, που ειδικά προς το τέλος της διαδρομής του, στα χρόνια δηλαδή της κατάρρευσης του «υπαρκτού» και της σφαγής στην Τιεν Αν Μεν, αποτελεί σημείο αναφοράς για ένα ευρύ κοινό. Η διάκριση μεταξύ «εύκολων» και «δύσκολων» θεμάτων εδώ είναι δυσκολότερη. Το περιοδικό φιλοξενεί κείμενα για την απεργία πείνας μελών της RAF, συνεντεύξεις με μέλη της ΕΤΑ, του Σιν Φέιν, της ιταλικής «Προλεταριακής Δημοκρατίας» και των Γερμανών Πρασίνων, άρθρα για τη Βρετανία των ανθρακωρρύχων και το φεμινιστικό κίνημα στις Φιλιππίνες, σελίδες για τις επιβιώσεις του ’68 στη Γαλλία ή την αντιπολίτευση στην Πολωνία και την Ουγγαρία, ανταποκρίσεις και οδοιπορικά ελλήνων ακτιβιστών στη Νικαράγουα, αποστολές σε Βραζιλία, Αλγερία και Κουρδιστάν, αρθρογραφία για το Ανατολικό Τιμόρ και τη Δυτική Νέα Γουινέα, αλλά και άρθρα για το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο.

Συνομιλητές και άσπονδοι φίλοι

Ο «Σχολιαστής» ευθύς εξαρχής επιδιώκει να συζητά: με τον Ταχτσή και τον Καρούζο, το Σαββόπουλο και το Χατζιδάκι, τους Σουήζυ και Μάγκντοφ, αλλά και με ευρωβουλευτές της ΝΔ ή στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όπως και με αναρχικούς. Κάπως έτσι, λοιπόν, γίνεται ένα έντυπο που συζητιέται.

Ο τρόπος που συμβαίνει αυτό δεν εμπίπτει πάντα στις συμβάσεις περί καλών τρόπων. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, «στόχος» του περιοδικού από το πρώτο κιόλας τεύχος λόγω της επιμονής του στην «ελληνικότητα» και τη ρομαντική παραδοσιολογία, θα ανταποδώσει την κριτική, περιλούζοντας από τις σελίδες της «Λέξης» (τ. 28) τα «μειράκια», που βρήκαν «ευκαιρία να φορέσουν τα σπαθάκια τους και να στάξουν το μανικιούρ τους με το ουίσκι στο χέρι».

Μερικά χρόνια αργότερα, το αφιέρωμα του «Σχολιαστή» στα εικοσάχρονα από τη δολοφονία του Τσε θα σκανδαλίσει τον «Οδηγητή», που θα μιλήσει για έκφραση «γενικότερης εκστρατείας του αστικού τύπου», με στόχο «να ταυτίσει τις τρομοκρατικές ενέργειες με τους αγώνες του λαϊκού κινήματος». Το πρόβλημα, εδώ, είναι οι συμβολές (Μιχάλης Ράπτης, Γιώργος Καραμπελιάς, Νίκος Ψυρούκης) και, γενικότερα, η οπτική του αφιερώματος, που δίνει έμφαση στις ιδέες και τη δράση του Γκεβάρα: για το αντίστοιχο δικό του αφιέρωμα, το όργανο της ΚΝΕ αξιολογεί ως σημαντικότερα τα γράμματα του Τσε στους γονείς ή τα παιδιά του…

Ένα περιοδικό με χιούμορ

Σε πείσμα κάθε ορθοδοξίας, ακόμα και της «κινηματικής», στα εφτά χρόνια της κυκλοφορίας του (Απρίλιος 1983-Απρίλιος 1990) ο «Σχολιαστής» θα διατηρεί ως σήμα κατατεθέν τον αντικομφορισμό και το χιούμορ. Μολονότι αυτό θα του κοστίσει κριτικές για ροπή στον κιτρινισμό ή το λάιφστάιλ («αριστερό Playboy», «πρόδρομος του ΚΛΙΚ» κ.λπ), ο ίδιος θα ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό, το αστείο και το σοβαρό, διαμορφώνοντας ένα πρότυπο παρέμβασης και ενασχόλησης με την (αριστερή) πολιτική στον αντίποδα της μονολιθικής κοινωνικής στράτευσης.

Έτσι, ένα περιοδικό που «παρακολουθεί» τον Αβέρωφ και το Μπανιά, το μοντερνισμό και το νταντά, τον Τσέχοφ και τον Μπουνιουέλ, αν μη τι άλλο έχει το «δικαίωμα» να αυτοϋπονομεύεται διαρκώς: βγαίνοντας για πρώτη φορά (όπως και για τελευταία) την Πρωταπριλιά· κυκλοφορώντας με πρωτοσέλιδα του Αρκά ή γυμνά και φιλοξενώντας πολιτικο-ψυχολογικά τεστ· παγιώνοντας τον (κυριολεκτικά) «Κίτρινο Σχολιαστή» με τις μικρές προσωπικές αγγελίες (κάτι σαν το «Σε είδα – Με είδες» της Αthens Voice)· βγάζοντας σε ένθετα «εκδόσεις» του 10 χρόνια μετά (!) ή στα ρώσικα (!!) και επιλέγοντας τίτλους που υπονομεύουν το κείμενο («Φοιτητικές εκλογές: η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο»)· αφιερώνοντας, τέλος, σελίδες του στην πορνογραφία και την ιστορία του κωλοδάχτυλου.

Η ζωή μετά

Με 87 τεύχη στο ενεργητικό του (86 τακτικά και ένα «εκτός σειράς», για την Τιεν Αν Μεν), μετρώντας πολλούς φανατικούς φίλους και όχι λίγους αντιπάλους, την Πρωταπριλιά του 1990 ο «Σχολιαστής» θα αναγγείλει το τέλος της διαδρομής του: «Ο λόγος είναι απλός. Η συνέχιση της έκδοσής του με τα σημερινά δεδομένα θα απέβαινε σε βάρος της ποιότητας και του περιεχομένου του. Απεχθανόμαστε τις εκπτώσεις κάθε είδους».

Το «τέλος εποχής», ωστόσο, ανακοινώνεται σε μια συγκυρία που δικαιώνει στο έπακρο την αρχική σύλληψη. Η κρίση της Αριστεράς έχει φτάσει στο απόγειό της (με τη συγκυβέρνηση, τη διάσπαση ΚΝΕ/ΝΑΡ και τις οριακές εκλογικές καταγραφές της ριζοσπαστικής Αριστεράς), η δε γοητεία του εκσυγχρονισμού και του κεϋνσιανισμού βρίσκουν όλες τις εκδοχές του χώρου να «χαζεύουν» τα συντρίμμια του «υπαρκτού» και την επέλαση των νεοφιλελεύθερων. Από την άλλη πλευρά, οι αναζητήσεις της «ελληνικότητας» έχουν οδηγήσει διανοούμενους και οργανώσεις της Αριστεράς στην πλήρη εθνικιστική μετάλλαξη (αντιτουρκισμός, «ελληνοσερβική φιλία»), ενώ αρκετοί απ’όσους τη δεκαετία του ’80 ανακάλυπταν και πολιτικοποιούσαν την Ορθοδοξία, βρίσκονται πια να πρωτοστατούν στην εθνική συναίνεση υπό τον Μητσοτάκη. Το Μακεδονικό και, αργότερα, οι ποικιλώνυμες υπερασπίσεις της «ταυτότητας» και της «ιδιοπροσωπίας» δείχνουν ότι η επιμονή του «Σχολιαστή» στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων ιδεολογικών τάσεων ήταν, εκτός από έγκαιρη, τουλάχιστον οξυδερκής.

Στη νέα περίοδο, το κενό που αφήνει ο «Σχολιαστής» είναι σοβαρό. Καλύπτεται όμως σύντομα (Μάιος 1990) – αν και μερικώς – από τη συγκρότηση στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της δημοσιογραφικής ομάδας του «Ιού» (Δημήτρης Ψαρράς, Δημήτρης Τρίμης, Τάσος Κωστόπουλος – εν συνεχεία θα προστεθούν οι Αγγέλικα και Άντα Ψαρρά). Συνδυάζοντας υψηλό επίπεδο και μαζική απεύθυνση, οι έρευνες του «Ιού» θα κινηθούν στην ίδια περίπου θεματολογία με το «Σχολιαστή»: εθνικισμός, ρατσισμός και κοινωνικός συντηρητισμός (στην Ελλάδα και διεθνώς, στη συγκυρία και διαχρονικά), κρατική καταστολή, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, κριτική των ΜΜΕ, έμφυλες διακρίσεις, νέα κοινωνικά κινήματα και κινήματα αντίστασης σε όλο τον κόσμο.

Ενώ στα επόμενα χρόνια συνεργάτες του «Σχολιαστή» θα διασπαρούν σε εφημερίδες και περιοδικά της Αριστεράς (Εποχή, «Δελτίο Θυέλλης», «Μανιφέστο»), μέχρι σήμερα δεν επιδιώχθηκε (ή, τουλάχιστον, δεν κατάφερε να μακροημερεύσει) ένα εκδοτικό εγχείρημα της Αριστεράς εφάμιλλο του «Σχολιαστή». Κι όμως, στους καιρούς που διανύουμε, είναι περιττό και να επιχειρηματολογήσει κανείς για τη χρησιμότητα μιας τέτοιας προσπάθειας.

Μπορείτε να διαβάσετε:

– «Σχολιαστής», τεύχος 1, Απρίλιος 1983 (εδώ)

– Δημήτρης Ψαρράς, «Οι Ανθέλληνες Έλληνες. Οι φάκελοι που δεν καίγονται», Σχολιαστής, Σεπτέμβριος 1989 (εδώ)

Ο «Σχολιαστής» δημοσιεύει απόρρητο έγγραφο που συντάχτηκε το Φεβρουάριο του 1982 από την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και υποδεικνύει την καταστολή της σλαβογλωσσίας ως μέσο ανάσχεσης της «επιβουλής κατά της Μακεδονίας».

– Μιχάλης Μπαρτσίδης, «Σχολιαστής», λήμμα στο Παναγής Παναγιωτόπουλος & Βασίλης Βαμβακάς (επιμ.)(2010). Λεξικό της Ελλάδας στη δεκαετία του 1980, Το Πέρασμα, 2010, σελ. 573-574

– Γιάννης Μηλιός – Θάνος Μικρούτσικος, Στην υπηρεσία του Έθνους, Εταιρία Νέας Μουσικής, 1985 (εδώ)

Συλλογή άρθρων για την κοινωνική-ιδεολογική λειτουργία του ελληνικού τραγουδιού και την (επι)στροφή διανοουμένων και καλλιτεχνών προς την Ορθοδοξία, τον ανορθολογισμό και την εθνική παράδοση. Στις παρεμβάσεις αποτυπώνεται ανάγλυφα το περιεχόμενο της «ελληνικότητας» που αναζητά εναγωνίως, την εποχή αυτή, σημαντική μερίδα της αριστερής διανόησης.

– Γιώργος Καραμπελιάς, «Μια ιστορική συνάντηση», Άρδην τεύχος 28

Ο εκδότης του Άρδην και της Ρήξης, αναλύει τη συνάντηση ελληνισμού και ορθοδοξίας, τη «σημαντικότερη ίσως της ιστορίας», αναγνωρίζοντας σε αυτήν την απάντηση στην παγκοσμιοποίηση.

– Ο Ιός, «Αλκοόλ και επανάσταση», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 30.5.1990 (εδώ)

Η πρώτη έρευνα του «Ιού»

To κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s