Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ

Βικτόρ Σερζ, Οι αναμνήσεις ενός επαναστάτη (μετάφραση: Ρεβέκκα Πέσσαχ, επιμέλεια: Στέφανος Ροζάνης), Scripta, 2008, σ. 815

Εδώ και έναν αιώνα περίπου, ο ενδιαφερόμενος για την Oκτωβριανή Eπανάσταση ψάχνει απαντήσεις όπου μπορεί: στα πολυδιαβασμένα κείμενα των πρωταγωνιστών της ή την ειδική ιστοριογραφία, στις μελέτες του Μπετελέμ ή το χρονικό του Τζων Ρηντ, σε επετειακά ντοκυμανταίρ ή την ποίηση του Μαγιακόβσκι. Η αξία αυτών των τόσο διαφορετικών «πηγών» είναι βεβαίως αναμφισβήτητη. Όλες τους, ωστόσο, μοιράζονται την ίδια «ανεπάρκεια»: όσες «αρετές» κι αν διαθέτουν, παραμένουν αφηγήσεις μονοφωνικές, αναγκαστικά «μερικές» και περιορισμένες στην «αποστολή» τους.

Θέλω να πω ότι οι σκοποί της πολεμικής και της μαζικής προπαγάνδας, οι πειθαρχίες της ιστορικής έρευνας ή η ματιά του στρατευμένου που γράφει εν θερμώ ενώ ο κόσμος αλλάζει, θέτουν όρια από την εκκίνηση κιόλας, πρώτα στη γλώσσα κι έπειτα στην κατανόηση. Άλλοτε εξαφανίζουν τη σάρκα και τα οστά των επαναστατών, το πώς σκέφτονταν αυτοί και τι ένιωθαν, αφυδατώνοντας εν τέλει την επανάσταση κι απομειώνοντάς τη σε αντικείμενο ακαδημαϊκής ενατένισης· άλλοτε «απαγορεύουν» να υποθέσουμε τον αντίλογο ή να δούμε πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είχαν γίνει όσα έγιναν· κι άλλοτε, τέλος, θυσιάζουν το «αντικειμενικό» και την πολυπλοκότητά του, χάριν του πώς βιώθηκαν γεγονότα που υπερέβησαν κατά πολύ τους πρωταγωνιστές.

Ο «κώδικας», λοιπόν, μεταφέρει πράγματα πολύ περισσότερα και πιο σημαντικά από το ιδιαίτερο στυλ ή την ικανότητα εκείνου που γράφει να τον χειρίζεται. Από αυτή την άποψη, νομίζω πως ο «κώδικας» του Βικτόρ Σερζ –μια «γλώσσα» συγκρίσιμη ίσως με αυτήν της ιταλικής Αυτονομίας: γλώσσα της κριτικής βιωματικής εμπλοκής– είναι το ικανότερο ιδίωμα για ν’ αποδοθεί στις διαστάσεις του ό,τι έγινε στη Ρωσία «τότε» – «αυτό» που άλλαξε τους ανθρώπους εκεί, και μαζί τον κόσμο τους και τον κόσμο μας, παντού και για πάντα.

***

Είναι κλισέ να μιλήσεις για τον Σερζ λέγοντάς τον άνθρωπο της εποχής του· είναι όμως και αδύνατο ν’ αναφερθείς σε μια αριστουργηματική, μη αυτοαναφορική αυτοβιογραφία, αν δεν αναφερθείς στη διαδρομή του συγγραφέα σε μια εποχή πολέμων και (συντετριμμένων) επαναστάσεων·  μια εποχή που η ζωή απαξιώνεται και καταξιώνεται κάθε στιγμή, την ίδια στιγμή. Ρώσος στην καταγωγή, γιος οπαδού των Ναρόντνικων, ο Σερζ μεταφράζει ρωσικά μυθιστορήματα για βιοποριστικούς λόγους, προτού γίνει ο ίδιος συγγραφέας μυθιστορημάτων. Αηδιασμένος από το βελγικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, στρέφεται στον αναρχισμό, βλέποντας σε αυτόν το μόνο ρεύμα που αξιώνει συμφωνία λόγου και πράξης, καλύπτοντας ένα αίτημα για το απόλυτο που ασφυκτιά μεταξύ πείνας και νεανικών χυδαιολογιών για γυναίκες και αυτοκίνητα. Προτού βρεθεί στην Αγία Πετρούπολη, ο Σερζ έχει κηδέψει το μικρό του αδελφό, έχει ηγηθεί αναρχικών εφημερίδων και φυλακιστεί γι’ αυτό, κι έχει ακολουθήσει εξεγέρσεις που θέλησαν ν’ ανατρέψουν ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, για να καταλήξουν σε ταπεινωτικές αποτυχίες. Στα επόμενα λίγα –αλλά πυκνά– χρόνια, η άγνοια των αναρχικών για την πολιτική οικονομία και το γεγονός πως οι ίδιοι δεν έθεσαν ποτέ το ζήτημα της εξουσίας, υποχρεώνουν τον Σερζ να βλέπει πια στους αναρχικούς τους φορείς ενός ρομαντισμού, ενός πολιτικού κινήματος που μιλά για την παγκόσμια επανάσταση με όρους συναισθηματικούς. Αυτό, από την άλλη, καθόλου δεν εμποδίζει τον Λένιν να συμμαχεί με τους «καλύτερους από τους αναρχικούς», όπως σημειώνει ο Σερζ στις Αναμνήσεις του.

Στην Ευρώπη των πρώτων δεκαετιών του 20ου, πόλεμος και εξαθλίωση θέτουν την επανάσταση στην ημερήσια διάταξη. Είναι τα χρόνια που άνθρωποι σβήνουν απ’ την πείνα μπροστά στα μάτια των οικείων τους, που μία μαία παρατά τη δουλειά της θεωρώντας «έγκλημα να επιβάλλεις τη ζωή σε ένα ανθρώπινο υποκείμενο», χρόνια που κήρυκες του αναρχοατομικισμού δεν διστάζουν να πεθάνουν για τη φιλία. «Γιατί να επιβιώσεις, αν όχι γι’ αυτούς που δεν επιβίωσαν;»· αυτή η απλή σκέψη –πότε της δολοφονημένης Ρόζας και του Λίμπκνεχτ, πότε των πρόωρα χαμένων δικών– οδηγεί τόσους και τόσους στη Ρωσία. Μη όντας μαρξιστής, αλλά διαλέγοντας πάντα πλευρά με βάση την άποψη για το τι πρέπει να γίνει –εν προκειμένω: συμφωνώντας, εν αγνοία του, με τον Λένιν–, ο Σερζ θα ταξιδέψει κι αυτός στην Πετρούπολη, και φτάνοντας εκεί θα παρατηρήσει: «βγαίνουμε από το τίποτα και μπαίνουμε στο βασίλειο της βούλησης. Εδώ βρίσκονται τα ιδεώδη σύνορα». Είναι τα σύνορα όπου οι άνθρωποι τσακίζονται από πείνα και τύφο, και που γι’ αυτό αδυνατούν να καταλάβουν τι διάβολο περιμένει ακόμα το γαλλικό προλεταριάτο και δεν παίρνει την εξουσία.

Ο Σερζ κατανοεί εξαρχής τη μοναξιά των μπολσεβίκων, τόσο την απομόνωσή τους στο εξωτερικό όσο και τη δυσκολία τους να εδραιώσουν την εξουσία τους στη Ρωσία. «Τι λένε για μας στο εξωτερικό;», τον ρωτάει κατά την άφιξή του ένας μπολσεβίκος διανοούμενος. «Ότι ο μπολσεβικισμός δεν είναι παρά γκανγκστερισμός», απαντά ο Σερζ, για να ακούσει το συνομιλητή του να παραδέχεται μειλίχια: «Υπάρχει κι αυτό. Οι επαναστάτες δεν αποτελούν μέσα στην επανάσταση παρά ένα εντελώς ασήμαντο ποσοστό».

Ο αναρχισμός του Σερζ τού επιτρέπει να αντιλαμβάνεται αυτό που ο ίδιος ονομάζει «μαρξιστική ασυνειδησία», την ευκολία δηλαδή με την οποία πολλοί μαρξιστές εξηγούν τα πάντα με βάση τη «δικτατορία του προλεταριάτου», αδιαφορώντας πλήρως τι κάνει στην πραγματικότητα ο προλετάριος δικτάτορας. Κι ενώ ο ίδιος έχει απόλυτη επίγνωση των διλημμάτων της συγκυρίας («αν η επανάσταση των μπολσεβίκων δεν είχε πάρει την εξουσία, θα την είχε πάρει σίγουρα η συνωμοσία των παλιών στρατηγών με τη στήριξη της οργάνωσης των αξιωματικών»), εντούτοις δεν θεωρεί τα κρούσματα εκφυλισμού –που πληθαίνουν– αναπόφευκτα. Ο σοσιαλισμός, κατά τον Σερζ, δεν είναι μόνο επίθεση στον παλιό κόσμο, αλλά και στην «αντίδραση» που κατοικεί εντός των επαναστατών – κι εκεί η νέα εξουσία κάθε άλλο παρά διαπρέπει.

Με την Τσεκά να στρατολογεί ψυχικά «αποκλίνοντες», να αυτονομείται και να ανάγεται σε κράτος εν κράτει, επεκτείνοντας τη δράση της πολύ πέραν των αντεπαναστατών· με τα σοβιέτ να έχουν υπαχθεί στο κόμμα, όντας πια σκιά του εαυτού τους του 1918, και με την τρομοκρατία να συνεχίζεται και μετά τον εμφύλιο, η επανάσταση δείχνει τα όριά της ήδη από το 1920. «Αναρωτιόμαστε με ποιον τρόπο να διατηρήσουμε την αρχή της ελεύθερης σκέψης και πώς να αποδείξουμε ότι αυτή η αρχή δεν ήταν μια αρχή της αντεπανάστασης», γράφει ο Σερζ. «Ξέρω ότι η τρομοκρατία υπήρξε μέχρι τώρα αναπόφευκτη στις μεγάλες επαναστάσεις. Η παράταση όμως της τρομοκρατίας μετά το τέλος του εμφυλίου συνιστούσε ένα τεράστιο και αποκαρδιωτικό λάθος. Πίστευα, και εξακολουθώ να πιστεύω, ότι το καινούργιο καθεστώς θα ήταν εκατό φορές πιο δυνατό αν είχε από εκείνη τη στιγμή διακηρύξει τον σεβασμό του για την ανθρώπινη ζωή και για τα δικαιώματα του ατόμου, όποια κι αν ήταν αυτά. Ποιες άραγε ψυχώσεις φόβου και εξουσίας το εμπόδισαν;».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook και υμπεριλαμβάνεται στην έκδοση με τίτλο Το Διαρκές 1917, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s