ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ: ΕΝΑΣ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ

Αντόνιο Γκράμσι, Οι Θέσεις της Λυών. Η ιταλική κατάσταση και τα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (μετάφραση από τα αγγλικά: Δήμητρα Περίσσιου, Θανάσης Καμπαγιάννης), Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2011, σ. 111

Από την κόκκινη διετία στους μελανοχίτωνες…

Η ιταλική «κόκκινη διετία» 1919-1920 είναι μια περίοδος μαζικών εξεγέρσεων, καταλήψεων γαιών και εργοστασίων, αλλά και βίαιων συγκρούσεων με το στρατό, στον απόηχο της λήξης του πρώτου Πολέμου και της ρωσικής επανάστασης. Ο ίδιος ο Γκράμσι παρομοιάζει την ιταλική με τη ρωσική εργατική τάξη, εκτιμώντας ότι η πρώτη, αν και μειοψηφική στο σύνολο των εργαζομένων, μπορεί να αναδειχτεί σε ενοποιητική-ηγεμονική δύναμη και να ηγηθεί μιας επανάστασης· η σημασία της, για τον ηγέτη του ΚΚΙ, είναι «μεγαλύτερη από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, πιο ανεπτυγμένες», καθώς η ιταλική βιομηχανία είναι αναγκασμένη να στηρίζεται στην εργατική δύναμη αν θέλει να αντισταθμίσει το έλλειμμα σε πρώτες ύλες. Από την άλλη πλευρά, οι κυρίαρχοι της εποχής είναι διαιρεμένοι, και η κυριαρχία τους εξαρτάται από συμβιβασμούς που, υπό όρους, θα μπορούσαν να ανατραπούν. Μολονότι λίγοι, λοιπόν, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι ιταλοί εργάτες θα μπορούσαν, ως εκ της θέσης τους, να αμφισβητήσουν ριζικά ολόκληρο το οικοδόμημα [1].

Η δομική αυτή θέση, ωστόσο, δεν αποτελεί επαρκή συνθήκη. Στο διάστημα 1919-1920, και στο επίπεδο του «εποικοδομήματος», το ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα διατηρεί ισχυρότατους δεσμούς με το εργοστασιακό κίνημα –εξ ου και η εκλογική του επιρροή αυξάνεται κατακόρυφα–, δεν έχει ωστόσο καμία στρατηγική για την κατάληψη της εξουσίας, και η έλλειψη αυτή θα αποδειχθεί σύντομα μοιραία. Η ανερμάτιστη πολιτική του θα οδηγήσει τους εξεγερμένους σε συμβιβασμό με το ιταλικό κεφάλαιο, με βασικό «επίτευγμα» κυρίως μισθολογικές αυξήσεις, αλλά αντίτιμο σαφώς επαχθέστερο, και μάλιστα βραχυπρόθεσμα –την εγκατάλειψη της κοινωνικής αλλαγής και τη μετατόπιση των Σοσιαλιστών σε ολοένα και δεξιότερες θέσεις. Καθώς, ως γνωστόν, καμία θέση δεν μένει άδεια για πολύ, το πάθημα της κόκκινης διετίας και, κυρίως, το έδαφος που αφήνει η υποχώρηση του εργατικού κινήματος, θα σημάνουν την εκκίνηση της φασιστικής αντεπανάστασης. Μόλις τον Οκτώβριο του 1922, οχτώ δηλαδή χρόνια μετά την εκδίωξή του από το Σοσιαλιστικό Κόμμα για τις φιλοπόλεμες θέσεις του, ο Μουσολίνι θα έρθει στην εξουσία –και θα παραμείνει εκεί ως το 1943 [2].

…και από το Λιβόρνο στη Λυών

Στα 1921, η αφλογιστία και η συνθηκολόγηση των ιταλών Σοσιαλιστών έχουν οδηγήσει μια μειοψηφία του κόμματος, της οποίας ηγούνται οι Γκράμσι και Μπορντίγκα, στη διάσπαση [3], και στη δημιουργία στο Συνέδριο του Λιβόρνο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Το υπό συζήτηση βιβλίο αποτελεί το τέταρτο και σημαντικότερο μέρος από τις Θέσεις για το 3ο Συνέδριο του ΚΚΙ (1926), το οποίο θα πραγματοποιηθεί στη Λυών της Γαλλίας, λόγω της φασιστικής καταστολής. Στο τμήμα αυτό των Θέσεων, το κόμμα τοποθετείται απέναντι στα δύο βασικά διακυβεύματα της περιόδου:

Το πρώτο, κοινωνικό και πολιτικό, αφορά βεβαίως την αντιμετώπιση του φασισμού, σε μια περίοδο που το ΚΚΙ βρίσκεται στην παρανομία (μερικούς μήνες αργότερα ο Γκράμσι θα οδηγηθεί στη φυλακή…), οι ηγεσίες της σοσιαλδημοκρατίας προσεγγίζουν την αντεπανάσταση, τα δε συνδικάτα αδυνατούν να δράσουν όπως πριν («τείνουν», λέει ο Γκράμσι, «να περιοριστούν σε απλά γραφεία προπαγάνδας» σ. 51). Στη συγκυρία αυτή, η φασιστική καταστολή και η αδυναμία της εργατικής τάξης να ανατρέψει άμεσα το καθεστώς, ενθαρρύνουν απόψεις σύμφωνα με τις οποίες το μεν φασιστικό καθεστώς μπορεί να «φιλελευθεροποιηθεί» (σ. 54), οι δε κομμουνιστές θα έπρεπε να αυτοπεριοριστούν, αν όχι σε συνιστώσα μιας αστικο-εργατικής αντιφασιστικής συμμαχίας, τουλάχιστον σε εκλογικούς ακόλουθους της σοσιαλδημοκρατίας (σ. 38).
Το δεύτερο διακύβευμα, αν και «εσωτερικό», συνδέεται άμεσα με το προηγούμενο και αφορά το οργανωτικό μοντέλο του κόμματος.Το υπό συζήτηση κείμενο, που ο Γκράμσι έγραψε σε συνεργασία με τον Τολιάτι, αλλά και τα πρακτικά της ομάδας της Κεντρικής Επιτροπής που κατέληξε στην οριστική διατύπωση των θέσεων (πρόκειται για τις σελίδες 61-96 της παρούσας έκδοσης), σκιαγραφούν μια μετωπική σύγκρουση των Γκράμσι και Μπορντίγκα, με αντικείμενο τη «μπολσεβικοποίηση» του ΚΚΙ. Η σύγκρουση θα αποβεί συντριπτικά υπέρ του Γκράμσι, καθώς η πρόταση θα εγκριθεί, μαζί με το υπόλοιπο κείμενο, από το 90,8% του συνεδριακού σώματος.
Καθώς το κύριο ενδιαφέρον έχει η ανάλυση του φασισμού που γίνεται στις Θέσεις, δεν θα μείνουμε στο θέμα της μπολσεβικοποίησης παρά για λίγο. Θα πούμε μόνο ότι, σαφώς καθ’ υπερβολήν, ο Γκράμσι παρομοιάζει την αντιπαράθεση με τον (φίλο του) Μπορντίγκα ως ανάλογη της σύγκρουσης των μπολσεβίκων με το μενσεβικικό οργανωτικό φιλελευθερισμό (σ. 43)· από την άλλη πλευρά, και μολονότι στα πρόθυρα της διάλυσης, η τάση του Μπορντίγκα απορρίπτει σθεναρά το οργανωτικό μοντέλο που προτείνει η ηγεσία, την οργάνωση δηλαδή των μελών κατά εργατικούς πυρήνες, που για τον Γκράμσι αποτυπώνει την «ταξική επιλογή του κόμματος». Ο Μπορντίγκα απορρίπτει επίσης τον προτεινόμενο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, καθώς αυτός προβλέπει τη λήψη οργανωτικών μέτρων εναντίον του φραξιονισμού, στο όνομα της αποτελεσματικότητας του κόμματος σε συνθήκες παρανομίας και για να αποφευχθεί η «σοσιαλδημοκρατικοποίηση». Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι, μετά τη φυλάκιση του Γκράμσι, και παρά τον ηγετικό ρόλο που έχει εξαρχής στο ΚΚΙ ο Μπορντίγκα, η ηγεσία θα τον απομακρύνει μερικά χρόνια αργότερα από το κόμμα, με την κατηγορία (sic) του «τροτσκισμού» [4].

Η «ακτινογραφία» του ιταλικού φασισμού

Το πιο ενδιαφέρον τμήμα του κειμένου αντιστοιχεί, όπως είπαμε, στη συστηματική ανάλυση του ιταλικού φασισμού που επιχειρεί ο Γκράμσι, στο πλαίσιο μιας (εντελώς) συγκεκριμένης ανάλυσης της ιταλικής κοινωνίας και της ταξικής της διάρθρωσης. Στον αντίποδα, όπως είδαμε, του οικονομισμού (αλλά και των μηχανιστικών ή «διαισθητικών» αναλύσεων που «κοσμούν» ανάλογα κείμενα και σήμερα), ο Γκράμσι αναλύει διεξοδικά το φασισμό ως προς
* τη στρατηγική του, «να θρυμματίσει και να αποδιοργανώσει την εργατική τάξη με σκοπό να την ακινητοποιήσει»,
* τα πολιτικά και κοινωνικά του ερείσματα («ευνοήθηκε στη γέννησή του, την οργάνωση και την ανάπτυξή του από όλες τις παλιές κυβερνώσες ομάδες ανεξαιρέτως – αλλά κυρίως από τους γαιοκτήμονες, που ένιωθαν πιο απειλούμενοι από την πίεση του πληθυσμού της υπαίθρου»),
* την κοινωνική του βάση, την οποία βρήκε «στη μικροαστική τάξη των πόλεων και σε μια νέα αστική τάξη της υπαίθρου, που δημιουργήθηκε από το μετασχηματισμό της αγροτικής ιδιοκτησίας». Τέλος,
* ως προς τις ιδεολογικές και οργανωτικές του υποδοχές, δηλαδή «τους στρατιωτικούς σχηματισμούς, στους οποίους αναβιώνει η πολεμική παράδοση και που αξιοποιούνται σε αντάρτικες ενέργειες εναντίον των εργατών» (σ. 26).

Πολιτική και ιδεολογία: εθνικισμός και ιμπεριαλισμός
 

Ο Γκράμσι εξηγεί ότι, στο οικονομικό επίπεδο, ο φασισμός δεν είναι κίνημα των μικροαστών, αλλά «όργανο της βιομηχανικής και αγροτικής ολιγαρχίας», γεγονός που «προκαλεί δυσαρέσκεια στη μικροαστική τάξη, η οποία πίστευε ότι με την άφιξη του φασισμού η ώρα της εξουσίας της είχε φτάσει» (σ. 28). Με την οικονομική του πολιτική, εκτός από τη φτωχοποίηση του Νότου, ο φασισμός επιτρέπει σε μια χούφτα χρηματιστών να διαθέτουν «ατελείωτα ποσά καταθέσεων που ανήκουν στη μεσαία και μικροαστική τάξη», απαγορεύοντάς στις τελευταίες να διαχειρίζονται τον πλούτο τους όπως νομίζουν οι ίδιες. Ασκώντας, τέλος, μια πολιτική σταθεροποίησης του εμπορικού ισοζυγίου, ενίσχυσης της λίρας, επιβολής μέτρων εθνικού προστατευτισμού και αποπληρωμής των πολεμικών χρεών, η φασιστική κυβέρνηση ευθυγραμμίζεται με τις πιο άγριες επιθυμίες των κορυφών της κοινωνικής πυραμίδας, επιβάλλει μια οργανική ενότητα του ετερογενούς μπλοκ εξουσίας πέρα από τους εύθραυστους συμβιβασμούς του παρελθόντος (στο εξής, ένα Κέντρο θα διευθύνει ταυτόχρονα το κράτος, την κυβέρνηση και το κόμμα), και ακολουθεί –τόσο ιδεολογικά, όσο και από την άποψη της πολιτικής και οικονομικής του δραστηριότητας– την τάση βιομηχάνων και μεγαλογαιοκτημόνων προς τον «ιμπεριαλισμό» και τον πόλεμο.
Είναι για όλους αυτούς τους λόγους που ο Γκράμσι θεωρεί ανεδαφική την άποψη περί «εκδημοκρατισμού» και «φιλελευθεροποίησης» του φασιστικού καθεστώτος – την αποφυγή δηλαδή μιας μετωπικής σύγκρουσης με αυτό. Μιας σύγκρουσης που, λόγω της προαναφερθείσας κοινωνικής έδρασης του φασισμού, θα οδηγούσε σε εμφύλιο πόλεμο. Αντίθετα, ο ίδιος βρίσκει πιθανοτερο το ενδεχόμενο κάποια «αριστερή κυβέρνηση» να αναλάβει μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου προγράμματος, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ (αστικής) δημοκρατίας και φασισμού (σ. 35).

Οι κομμουνιστές απέναντι στο φασισμό

Τούτων δοθέντων, η «μποελσεβικοποίηση» του κόμματος και η συνάρτηση της εσωτερικής του δημοκρατίας με τις ανάγκες της εκάστοτε συγκυρίας, αποτελούν, σύμφωνα με τον Γκράμσι, μονόδρομο για το ΚΚΙ. Πρόκειται για το οργανωτικό εκείνο μοντέλο που θα αποτρέψει την αποκοπή του κόμματος από τους εργάτες, στην οποία αντικειμενικά ωθεί η παράνομη δράση του.
Το κόμμα θα πρέπει να έχει ως στόχο τη δικτατορία του προλεταριάτου και να επιδιώκει ανοιχτά την κυβέρνηση εργατών-αγροτών, συνδέοντας κάθε αίτημα με τη στρατηγική αυτή. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οφείλει να κηρύσσει την πιο πλατιά ενότητα μεταξύ των εργαζόμενων, να προσπαθεί να προσελκύσει τα μέλη αστικών και αντεπαναστατικών κομμάτων προτάσσοντας «ενδιάμεσα» αιτήματα, και να θέτει στην ιταλική κοινωνία το κριτήριο της πράξης ως μόνο μέτρο για τη στάση των μη φασιστικών κομμάτων απέναντι στο φασισμό. Σε ό,τι αφορά, τέλος, την αντιφασιστική βία, ο Γκράμσι την αποδέχεται, όχι όμως άνευ όρων. Κριτήριο, εδώ, είναι αυτή η βία να προετοιμάζει (και ακόμα καλύτερα να πετυχαίνει) την ευρύτερη κινητοποίηση κατά του καθεστώτος, να είναι δηλαδή βία πολιτική και «πολιτικοποιήσιμη».
***
Είναι σαφές –ομολογείται εξάλλου ρητά– ότι η έκδοση των Θέσεων της Λυών υπαγορεύεται από μια συγκεκριμένη πολιτική πρόθεση: να συμβάλει σε μια ανάγνωση του γκραμσιανού έργου διαφορετική από μιαν ορισμένη «ακαδημαϊκή», που, ούτε λίγο ούτε πολύ, παρουσιάζει τον Γκράμσι σαν εξημερωμένο σοσιαλδημοκράτη. Το υπό συζήτηση κείμενο πράγματι «υπηρετεί» αυτή την πρόθεση, και υπ΄ αυτή την έννοια το εκδοτικό εγχείρημα είναι καλοδεχούμενο. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η προσέγγιση του έργου –στον πρόλογο και στο επίμετρο– μαρτυρά ένα «άγχος» των επιμελητών να αποκαθαρθεί ο Γκράμσι από τις «παρεκκλίσεις» (του). Ενώ λοιπόν γίνεται η διάκριση του έργου του Γκράμσι σε έργο πριν και έργο μετά τη φυλάκισή του, επιχειρείται ταυτόχρονα η σχετικοποίηση της διάκρισης αυτής, ώστε το μεν έργο να παρουσιαστεί ενιαίο και αρραγές, ο δε Γκράμσι σε κάθε περίπτωση «ξένος» προς τον (κάθε λογής) ευρωκομμουνισμό. Από τη σκοπιά των επιμελητών: απρόσβλητος απέναντι σε οποιαδήποτε κριτική, πλην εκείνης για την πρόσκαιρη ταύτισή του με την ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Όμως, μια «διαγώνια» ματιά στα έργα του Νίκου Πουλαντζά (Για τον Γκράμσι), του Π. Άντερσον (Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι) και του Λουί Αλτουσέρ (βλ. συνοπτικά «Δ. Δημούλης, «Ο Γκράμσι του Αλτουσέρ: Προσεγγίσεις και αποστάσεις», Θέσεις 64/1988) θα αρκούσε για να αποφευχθεί αυτό –θα αρκούσε, δηλαδή, για να φανεί ότι το (όποιο) πρόβλημα με τον Γκράμσι δεν εξαντλείται στον οιονεί «σταλινισμό» του. Δεν το λέω για να (υπο)δείξω κάποιο βιβλιογραφικό κενό των επιμελητών. Το λέω γιατί, κατά τη γνώμη μου, το έργο των επαναστατών προσφέρεται περισσότερο για κατανόηση και πολύ λιγότερο για αγιοποίηση, άμεσες πολιτικές χρήσεις και αναγωγές.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

______________________

[1]  Όπως τονίζει ο Γκράμσι, «οι πιο ευνοϊκές συνθήκες για την προλεταριακή επανάσταση δεν συναντώνται απαραίτητα εκεί όπου ο καπιταλισμός και η εκβιομηχάνιση έχουν φτάσει στο μέγιστο σημείο ανάπτυξης, αλλά αντίθετα αναπτύσσονται εκεί που το οικοδόμημα του καπιταλιστικού συστήματος προβάλλει τη μικρότερη αντίσταση, εξαιτίας της δομικής του αδυναμίας».

[2]  «Η νίκη του φασισμού το 1922», αναφέρει επ’ αυτού στο κείμενο των Θέσεων της Λυών, «πρέπει να ειδωθεί όχι σαν μια νίκη κερδισμένη εις βάρος της επανάστασης, αλλά σαν μια συνέπεια της ήττας που υπέστησαν οι επαναστατικές δυνάμεις μέσα από τις ίδιες τους τις εγγενείς αδυναμίες» (σ. 26).


[3]  Ενδεικτικά, την εποχή εκείνη το ΙΣΚ είχε επίσημα εγγεγραμμένα 216.000 μέλη, στη δε διάσπαση του Λιβόρνο έφυγαν περίπου 59.000.


[4] Η κριτική του Μπορντίγκα στις απόψεις της ηγεσίας έχει βεβαίως ένα έρεισμα (όταν αυτός π.χ. ζητά να συζητηθεί η προβληματική λειτουργία της Διεθνούς, ώστε να μην εισαχθεί με τρόπο άκριτο ένα συγκεκριμένο οργανωτικό μοντέλο, πολλώ δε μάλλον όταν αυτό ομογενοποιεί βίαια το κόμμα…)· αστοχεί, όμως, ως προς τον ελιτισμό της («υπάρχουν περίοδοι στις οποίες είναι καλύτερο να είμαστε λιγότεροι», σ. 71), το σεκταρισμό και την κριτική προς την ηγεσία για παρακολουθητισμό αστικών δυνάμεων, στην υποτίμηση της εργατικής ηγεμονίας μέσα στο ΚΚΙ και, όπως προκύπτει από την κριτική του Γκράμσι, ως προς έναν ορισμένο διανοουμενισμό, ο οποίος αδιαφορεί για τον πρωταγωνιστικό ρόλο των εργατών στην υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής (σ. 43, 63). Σημειώνεται σωστά στον πρόλογο της έκδοσης ότι μετά τη δολοφονία του σοσιαλιστή βουλευτή Ματεότι από φασίστες το 1924, το ΚΚΙ έσπευσε να πλαισιώσει αντιφασιστικές πρωτοβουλίες που επί Μπορντίγκα πιθανότατα δεν θα καταδεχόταν…

Φωτό: Γκράφιτι σε τοίχο του Οργκοζόλο (1975)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s