Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΗΣ ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΑΡΞ

Εric Hobsbawm, Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Μαρξ και μαρξισμός 1840-2011, Θεμέλιο 2011, σ. 439

Γιατί να ασχοληθεί κανείς με ένα πολυσέλιδο βιβλίο για τον Μαρξ και τον μαρξισμό, όταν ο ίδιος ο συγγραφέας του παραδέχεται ότι κατά κύριο λόγο το βιβλίο αφορά αναγνώστες με πιο ειδικά ενδιαφέροντα πάνω στο θέμα; Κατά τη γνώμη μου, επειδή ο Χόμπσμπάουμ δείχνει με εξαιρετικά κατατοπιστικό τρόπο –και με μια αφήγηση προσιτή και στον μη «ειδικό»–, δύο πράγματα: Πρώτον, ότι η θεωρία του Μαρξ δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το θεωρητικό κλίμα του 19ου αιώνα, και δεύτερον, ότι τόσο η συγκρότηση και οι μετασχηματισμοί της θεωρίας, όσο και η επίδρασή της, δεν μπορούν να κατανοηθούν αν δεν συσχετιστούν με τα κινήματα που ενέπνευσαν (αλλά και τα καθεστώτα) που «μίλησαν» στο όνομα του μαρξισμού ή επιχείρησαν να του ασκήσουν κριτική. Υπ’ αυτό το διπλό πρίσμα –διανοητική «ατμόσφαιρα» και κοινωνικά κινήματα–, και ακολουθώντας τον Χόμπσμπάουμ, θα ήθελα να προτείνω κάποιες σκέψεις για την υποχώρηση του μαρξισμού και το ενδεχόμενο μέλλον του.

***

Ο Φράνσις Φουκουγιάμα είναι ένας συγγραφέας που δύσκολα θα μπορούσε να «κατηγορηθεί» ως μαρξιστής. Είναι ο δεύτερος, μετά το σταλινικό Σύνταγμα του ’36, που κήρυξε το τέλος της ιστορίας, και είναι ο ίδιος που σήμερα, με την ίδια βιασύνη, διαπιστώνει ότι «ο μαρξισμός πέθανε εδώ και πολλά χρόνια».

Μολονότι ανεπίδεκτος μαθήσεως, σε ένα τελευταίο άρθρο του που δημοσίευσε η ελληνική έκδοση του Foreign Affairs κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση. «Η θεωρητική Αριστερά», λέει, «αντικατέστησε τον μαρξισμό με τον μετα-μοντερνισμό, την πολυ-πολιτισμικότητα, τον φεμινισμό, την κριτική θεωρία και έναν σωρό από άλλες κατακερματισμένες διανοητικές τάσεις που έχουν μάλλον πολιτισμικό παρά οικονομικό προσανατολισμό. Ο μετα-μοντερνισμός –συνεχίζει– ξεκινά με απόρριψη των προοπτικών κάθε γενικής αφήγησης της ιστορίας των κοινωνιών, υποσκάπτοντας το δικό του κύρος ως φωνή για την πλειοψηφία των πολιτών που αισθάνονται προδομένοι από τις ελίτ των κοινωνιών τους (…) Είναι αδύνατον να δημιουργήσεις ένα μαζικό προοδευτικό κίνημα στη βάση μια τέτοιας ετερόκλητης συμμαχίας», σαν αυτή που προκύπτει από το άθροισμα των μεταμοντέρνων –εντός ή εκτός εισαγωγικών– ευαισθησιών. Κι αυτά, σύμφωνα με τον ίδιο, εξηγούν εν μέρει γιατί, εν μέσω κρίσης, ο δεξιός λαϊκισμός φαίνεται τα καταφέρνει καλύτερα από την Αριστερά.

Είναι εμφανές ότι τόσο η οικονομική ακροδεξιά, ο νεοφιλελευθερισμός, όσο και η πολιτική και πολιτισμική ακροδεξιά [1], στη μεταφασιστική ή τη νεοφασιστική εκδοχή της, έχουν σήμερα τη δυνατότητα να λένε ευθέως τι θέλουν και τι δεν θέλουν, ανεβάζοντας τον πήχυ των αξιώσεών τους όλο και ψηλότερα• την ίδια στιγμή, ακόμα και εν μέσω μιας κρίσης που κατέρριψε το υπερ-επιχείρημα του νεοφιλελευθερισμού, αυτό περί «αποτελεσματικότητας» των αυτορρυθμιζόμενων αγορών, η Αριστερά διστάζει να αυτοπαρουσιαστεί ως δύναμη που θέλει να καταστρέψει τον καπιταλισμό – πολλώ δε μάλλον να ονοματίσει τις συνέπειες αυτής της της πρόθεσης στην παρούσα συγκυρία, πριν δηλαδή κατακτήσει την εξουσία.

Ας δούμε για παράδειγμα την πρόσφατη συζήτηση περί οπλοκατοχής ή την τρέχουσα διαμάχη για τα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών. Στην πρώτη περίπτωση, οι νεοφιλελεύθεροι λένε ότι αφού απέτυχε η δημόσια αστυνομία, η προστασία της ιδιοκτησίας μπορεί να γίνεται «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του», ακόμα δηλαδή και πέραν του κρατικού μονοπωλίου στη νόμιμη βία. Στη δεύτερη περίπτωση, η ακροδεξιά ισχυρίζεται ότι τα στρατόπεδα κράτησης αποτελούν ημίμετρα, ότι πρέπει ο Έβρος να γεμίσει με νάρκες και ότι πρέπει να απελάσουμε άμεσα όσους βρίσκονται στις πόλεις, ακόμα κι αν αυτό δεν συνάδει με τις ανθρωπιστικές ευαισθησίες ορισμένων.

Ενώ η Αριστερά τα καταγγέλλει όλα αυτά, η ίδια φαίνεται ανίκανη να στρέψει το ραβδί από την ανάποδη – να διατυπώσει δηλαδή δικούς της ισχυρισμούς, που θα διεύρυναν προς το μέρος της το φάσμα των διακινούμενων απόψεων. Κι αυτή η αδυναμία δεν αφορά μόνο τη θεωρητική Αριστερά. Οι ίδιοι οι εργάτες της Χαλυβουργίας, που φώναζαν επί μήνες στους δρόμους ότι χωρίς αυτούς «γρανάζι δε γυρνά», ακόμα κι έπειτα από μια πολύμηνη κατάληψη δήλωναν στα ΜΜΕ ότι απαιτούν τα αφεντικά να σέβονται τον κόπο τους και να τους δίνουν αυτά που αξίζουν – σε καμιά περίπτωση δηλαδή δεν σκέφτηκαν ότι οι ίδιοι μπορούν πράγματι και χωρίς αφεντικά.

Συμβαίνει λοιπόν το εξής παράδοξο: η παρούσα κρίση γελοιοποιεί την άποψη ότι ο καπιταλισμός είναι το «τέλος της Ιστορίας», δικαιώνει δηλαδή την άποψη του Μαρξ για την προσωρινότητα του καπιταλισμού (έστω κι αν ο Μαρξ δεν προσφέρει εγγυήσεις ή σχέδιο για την ανατροπή του), και την ίδια στιγμή, ο νόμιμος κληρονόμος της σκέψης του Μαρξ, η Αριστερά-ως-θεωρητικό-ρεύμα και η Αριστερά-ως-κίνημα-μαζών, αδυνατεί να σκεφτεί έναν κόσμο πέρα από την εξουσία του κεφαλαίου, διεκδικώντας έμπρακτα τα «κληρονομικά δικαιώματα».

Η συνήθης εξήγηση για όλα αυτά είναι ότι η δεκαετία του ’70 εγκαινίασε μια νέα εποχή, πιο «περίπλοκη» από την προηγούμενη, στην οποία ο μαρξισμός και η Αριστερά απέτυχαν να διατυπώσουν ρεαλιστικές προτάσεις. Η αποτυχία αυτή εντοπίζεται χρονικά αρκετά πριν την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού», και ένα από τα «τεκμήριά» της είναι η υποχώρηση του μαρξισμού, που ο Χόμπσμπάουμ τοποθετεί στις αρχές του ’80. Ενώ όμως είναι σαφές ότι η Αριστερά έχασε από τους νεοφιλελεύθερους, αυτό που χρειάζεται περισσότερη συζήτηση είναι αν για την ήττα αυτή φταίει η θεωρία του Μαρξ και η υποτιθέμενη αδυναμία του μαρξισμού να δώσει ρεαλιστικές απαντήσεις για έναν πιο πολύπλοκο κόσμο.

«Ο ίδιος ο Μαρξ», γράφει ο Χόμπσμπάουμ, «απέφυγε εσκεμμένα τις συγκεκριμένες αναλύσεις και τους οικονομικούς θεσμούς του σοσιαλισμού και δεν είπε τίποτα συγκεκριμένο για τη μορφή της κομμουνιστικής κοινωνίας». Το γεγονός αυτό θα εξηγούσε ίσως την αδυναμία της Αριστεράς να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις στη σύγχρονη συνθήκη, αν προηγουμένως η Αριστερά δεν είχε μεσουρανήσει –είτε εκεί όπου κατέκτησε την εξουσία είτε εκεί όπου συνδέθηκε με αντικαπιταλιστικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα• και θα την εξηγούσε αν οι νεοφιλελεύθεροι, αντίθετα με το «γενικόλογο» μαρξισμό, διέθεταν μια πλήρη συνταγή για το πώς ακριβώς θα ήταν η κοινωνία που οραματίζονται. Τα πράγματα όμως δεν ήταν και δεν είναι έτσι.

Η αδυναμία ανταπόκρισης στη νέα συνθήκη, του μαρξισμού και της Αριστεράς –και πιο συγκεκριμένα, του μαρξισμού που κωδικοποιήθηκε ως μαρξισμός-λενινισμός και του μαρξισμού που «τροποποίησε», όπως λέει ο Χόμπσμπάουμ, η σοσιαλδημοκρατία-, σχετίζεται κατά τη γνώμη μου με την κρίση του Διαφωτισμού και του προτάγματος της προόδου (είτε στην εργαλειακή-οικονομίστικη εκδοχή του, είτε στη χειραφετησιακή), με τα οποία ο μαρξισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος.

Παραθέτω από το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του Χόμπσμπάουμ, εκεί όπου ο συγγραφέας ασχολείται με το θεωρητικό κλίμα εντός του οποίου έγραψαν οι Μαρξ και Ένγκελς:

«Η λογική», σύμφωνα με τις παραδοχές τους, «παρείχε τη βάση όλων των ενεργειών του ανθρώπου και της διαμόρφωσης της κοινωνίας, το κριτήριο με το οποίο ‘όλες οι προηγούμενες μορφές κοινωνίας και διακυβέρνησης–εδώ ο Χόμπσμπάουμ ανατρέχει στον Ένγκελς-  ‘όλες οι παλιές ιδέες που μας κληροδότησε η παράδοση έμελλε να απορριφθούν. Στο εξής τη δεισιδαιμονία, την αδικία, τα προνόμια και την καταπίεση έμελλε να τα διαδεχτούν η παντοτινή αλήθεια, η παντοτινή δικαιοσύνη, η ισότητα που θα βασίζεται στην Φύση και στα αναφαίρετα δικαιώματα του ανθρώπου’».

Για τον Μαρξ του «Μανιφέστου», η πίστη στην πρόοδο είναι εξίσου ισχυρή. Είναι ο ίδιος που διατυπώνει το αναπόφευκτο της πτώσης της αστικής τάξης και της νίκης του προλεταριάτου – και μάλιστα οικουμενικά, με το περίφημο «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε».

Ενώ όμως ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας της ακράδαντης πίστης στην πρόοδο, ο αμέσως επόμενος, αυτός «των άκρων» όπως τον ονόμασε ο Χόμπσμπάουμ, είναι ο αιώνας που διαγράφει τα όρια της προόδου – και χρησιμοποιώ τη λέξη όρια με τη διπλή της έννοια, τόσο δηλαδή για τα υψηλότερα επιτεύγματα όσων πίστεψαν στην πρόοδο, όσο και για τη φρίκη με την οποία συνδέθηκαν η ταύτιση της προόδου με την οικονομική μεγέθυνση, οι προσπάθειες «τελειοποίησης του Ανθρώπου» και το στοίχημα της «επικράτησης» του ανθρώπου επί της φύσης.

Μετά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, λοιπόν, μετά δηλαδή τα όρια που συνάντησαν οι δύο μεγάλες ιδεολογίες του Διαφωτισμού, ο μαρξισμός και ο εθνικισμός, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια αμφισβήτηση του Λόγου του Διαφωτισμού και της πίστης στην πρόοδο – είτε στην πρόοδο νοούμενη ως αέναη παραγωγή που εξασφαλίζει θέσεις εργασίας (η περίπτωση του σταλινικού μαρξισμού), είτε στην πρόοδο που ταυτίζεται με τις διαδοχικές μεταρρυθμίσεις και την κατάκτηση θέσεων στον κρατικό μηχανισμό (η περίπτωση της σοσιαλδημοκρατίας). 

Το παγκόσμιο ’68, και η αντιφατική συμβίωσή του με το εργατικό κίνημα, που  εκείνη την περίοδο τελεί υπό την επιρροή του σοβιετικού μαρξισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, μπορεί να διαβαστεί ως ξέσπασμα αυτής της πολιτισμικής κρίσης, που πράγματι, υπήρξε το προοίμιο της εγκατάλειψης του μαρξισμού – είτε στις τότε επικρατέστερες εκδοχές του, είτε και γενικά• από άλλη σκοπιά, υπήρξε το προοίμιο της επικράτησης της μεταμοντέρνας συνθήκης, ως πολιτισμικής λογικής του ύστερου καπιταλισμού, για να θυμηθούμε τον Τζέιμσον.

Ένα επεισόδιο που εξιστορεί ο Τζεφ Ίλυ είναι χαρακτηριστικό για την κρίση αυτή:

«Για τον Γκαετάνο Μπορτόνι, κομμουνιστή κουρέα από το Σαν Λοορέντσο της Ρώμης, οι πολιτικές διαμαρτυρίες της κόρης του και η επιπόλαιη αντιμετώπιση των ανέσεων που η γενιά του είχε κατακτήσει με σκληρούς αγώνες, δεν τιμούσαν τις θυσίες στις οποίες είχε υποβληθεί η δική του γενιά του αντιφασιστικού αγώνα. Αφήνοντας τη μπριζόλα της αφάγωτη στο πιάτο, η κόρη του Μπορτόνι αμφισβητούσε το ίδιο το νόημα της ζωής του πατέρα της, για τον οποίο η αύξηση του βιοτικού επιπέδου ήταν περίπου ταυτόσημη με τις δημοκρατικές κατακτήσεις: υποστηρίζοντας ότι αυτό δεν είναι ελευθερία και ζητώντας ο αγώνας να γίνει πιο ριζοσπαστικός, οι νεότερες γενιές –γράφει ο Ίλυ- έθεταν υπό αμφισβήτηση όχι μόνο τα επιτεύγματα του αντιφασιστικού αγώνα αλλά και την τρέχουσα πολιτική της εργατικής Αριστεράς» [2].

Θα μπορούσε να πει κανείς, στα συμφραζόμενα και της σημερινής συζήτησης για το λαϊκισμό, ότι η λαϊκή ταυτότητα που έφτιαξε η Αριστερά εκείνης της εποχής δεν άφηνε περιθώριο για τις ελευθεριακές αναζητήσεις μιας ολόκληρης γενιάς, που αμφισβητώντας τις παραδοχές περί προόδου των προγενέστερων, ήθελε να πάει τα πράγματα πέρα από το κοινωνικό συμβόλαιο της αντιφασιστικής νίκης. Αυτό ήταν –και το λέω με επίγνωση ότι σχηματοποιώ– το ιδεολογικό έδαφος του «διαζυγίου» με το μαρξισμό, που ταυτίστηκε με τον παραγωγισμό του «υπαρκτού», μολονότι, όπως υποστηρίζει ο Χόμπσμπάουμ, στην καλύτερη περίπτωση η δέσμευση των ανθρώπων στον Μαρξ, στις κοινωνίες του «υπαρκτού», δεν ήταν παρά ηθικού τύπου. Κάπως έτσι, το κεκτημένο της αντιφασιστικής νίκης έπαψε να εγκαλεί σημαντικά τμήματα της κοινωνίας, και κάπως έτσι έπαψε να ισχύει αυτό που ο Χόμπσμπάουμ γράφει στο βιβλίο του για την περίοδο των αντιφασιστικών μετώπων – ότι δηλαδή, την εποχή εκείνη (αντίθετα με τον αναθεωρητισμό των 70’s), τα εγκλήματα του σταλινισμού δεν ήταν πολιτικά και ιδεολογικά «σημαντικότερα» από την επαπειλούμενη καταστροφή του πολιτισμού, που σηματοδοτούσε η άνοδος του φασισμού.

Αυτή είναι νομίζω η μία όψη του προβλήματος. Όμως, αν η γενιά του ’68 έπεσε σε έναν ιδιότυπο «παρτικιουλαρισμό», για να θυμηθούμε τον Μάσσιμο Σαλβαντόρι, σε μια προσκόλληση δηλαδή σε ιδιαίτερα συμφέροντα ή ευαισθησίες που παραγνωρίζουν το συνολικό [3], η Αριστερά, ήδη πριν την κατάρρευση του ’89, φάνηκε να απεμπολεί τον δικό της, καλώς εννοούμενο παρτικιουλαρισμό – αυτό που θα λέγαμε «ταξική μεροληψία» και που ο Μαρξ του Μανιφέστου το αναγνώρισε, μαζί με το διεθνισμό, ως το βασικό διακριτικό των κομμουνιστών έναντι των άλλων ρευμάτων του εργατικού κινήματος. Από εκείνα τα χρόνια, η Αριστερά μεταλλάχθηκε σε δύναμη του «ιστορικού συμβιβασμού», του «εθνικού συμφέροντος» και της «ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας» – της προόδου, με άλλα λόγια, που το παγκόσμιο ’68 αμφισβητούσε στους δρόμους. Η τάση αυτή απλά εδραιώθηκε με την κατάρρευση του 1989 – αυτό που συνέβη, δηλαδή, ήταν μια ήττα της Αριστεράς που προηγήθηκε της νίκης των νεοφιλελεύθερων και των ανοησιών περί τέλους της Ιστορίας. Νομίζω ότι σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να γίνει κατανοητή η υποχώρηση του μαρξισμού – και βεβαίως δεν έχω την άποψη ότι η υποχώρηση αυτή σχετίζεται με την αδυναμία του γενικού πλαισίου του Μαρξ να ανταποκριθεί στις σύγχρονες συνθήκες.

Το ερώτημα, με βάση τα παραπάνω, είναι αν η σημερινή συνθήκη επιτρέπει την αισιοδοξία για την επάνοδο του μαρξισμού –όχι μόνο ως πηγής για τσιτάτα, όπως τον χρησιμοποιούν αριστεροί και νεοφιλελεύθεροι, αλλά ακριβώς ως θεωρητικού ρεύματος κριτικής του καπιταλισμού και ως κινήματος που επιδιώκει την άλλη κοινωνία, τον κομμουνισμό.

Σε εποχές απαισιοδοξίας και κλονισμού της πίστης στην πρόοδο, σε εποχές κρίσης όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά, ο μαρξισμός δεν μπορεί να έχει τύχη αν δε συνδεθεί με ένα  νέο διεθνές κίνημα, των διαστάσεων του Διαφωτισμού, που μεταξύ άλλων θα αποκαταστήσει μια παρεξήγηση. Η παρεξήγηση αυτή έχει να κάνει με τη θεώρηση της προόδου και της οικουμενικότητας του Διαφωτισμού (όπως σήμερα την «ενσαρκώνει», υποτίθεται, η περίφημη «παγκοσμιοποίηση») έξω από τα μερικά συμφέροντα της αστικής τάξης στα οποία προσδέθηκαν. Είναι η πρόσδεση αυτή που ευθύνεται για τον εκφυλισμό της προόδου σε απογυμνωμένη αξιακά και ανεύθυνη κοινωνικά στρατηγική κερδοσκοπικής συσσώρευσης – και αυτή που εξηγεί, για το μεν Μεσοπόλεμο, τη γοητεία που άσκησε ο ναζισμός σε  φιλελεύθερους και σοσιαλιστές διανοούμενους και πολιτικούς, για τη δε συγκυρία που διανύουμε, την εργαλειοποίηση της ακροδεξιάς από έναν όλο και πιο αντιφιλελεύθερο φιλελευθερισμό.

Στη σημερινή συνθήκη, ο μαρξισμός -ως θεωρία και ως κίνημα- δεν μπορεί να είναι αυτάρεσκος και αυτοαναφορικός, στο βαθμό που υπερασπίζεται, όπως στο Μεσοπόλεμο, το θετικό φορτίο του Διαφωτισμού. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί και να απεμπολήσει το «κληρονομικό δικαίωμά» του στην επανάσταση, μένοντας πίσω από αυτούς που θέλησαν να πάνε, όπως μας λέει ο Χόμπσμπάουμ, «πιο μακριά από το φιλελευθερισμό». Σε μια εποχή που, για να θυμηθούμε το «Κεφάλαιο», ο πλούτος των καπιταλιστικών κοινωνιών είναι ένας τεράστιος σωρός από εμπορεύματα –και που αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, όπως στο 19ο αιώνα, αλλά η εν εξελίξει υλοποίηση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος κοινωνικής αποδόμησης-, δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε τα χειρότερα, τα «κοινά ερείπια» για τα οποία γράφει ο Μαρξ στο «Μανιφέστο», αν δεν επιστρέψουμε στο δικό μας, οικουμενικό «παρτικιουλαρισμό»: σε ένα πρόγραμμα καταστροφής του καπιταλισμού που θα συνυπολογίζει εξίσου το βολονταρισμό και την απαισιοδοξία του ’68, και θα υπενθυμίζει, θεωρητικά και διά του παραδείγματος, ότι η εξουσία του κεφαλαίου είναι προσωρινή.

To κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook. Aποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της παρέμβασης στην εκδήλωση που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Εύμαρος για την παρουσίαση του βιβλίου του Έρικ Χόμπσμπάουμ, στις 28.3.2012.

___________
[1] Η διάκριση «οικονομικής» και «πολιτικής» ακροδεξιάς υπανίσσεται τη μη ταύτιση των δύο – πέραν αυτού είναι βεβαίως σχηματική. Από την άλλη πλευρά, η από κοινού παράθεση των δύο υπαγορεύεται από τη «συνάντησή» τους στο ίδιο έδαφος: αυτό  της άρνησης του Διαφωτισμού. Εκτενής επιχειρηματολογία γι’ αυτό στο: Μανόλης Αγγελίδης, «Φιλελευθερισμός: κλασικός και νέος. Ζητήματα συνέχειας και ασυνέχειας στο φιλελεύθερο εγχείρημα», 1993, και πιο συνοπτικά εδώ.

[2] Geoff Eley, «Σφυρηλατώντας τη δημοκρατία. Ιστορία της Ευρωπαϊκής Αριστεράς 1850-1923» (μτφρ.: Σπύρος Μαρκέτος), Σαββάλας, 2010. 
[3] Massimo Salvadori, Η ιδέα της προόδου (μτφρ.-πρόλογος: Ευθύμης Παπαβλασσόπουλος), Σαββάλας, 2011

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s