ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ «ΠΑΛΙ» ΚΑΙ ΤΟ «ΠΟΤΕ ΠΙΑ»: ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Αποχαιρετώντας οριστικά το Γιάννη Μπανιά εκείνο το μεσημέρι του Σαββάτου, αναρωτιόμουν έπειτα από πόσες απώλειες μπορούν οι άνθρωποι να πενθούν ακόμα την απώλεια – και αντίστροφα, από ποια στιγμή και μετά έρχεται για τον καθένα ο συμβιβασμός μ’ αυτό που είναι οριστικό, για όσους τουλάχιστον δεν θέλουμε να λέμε ψέματα στον εαυτό μας. Σήμερα, μέρα του Άξιον εστί μεγαλύνειν Σε και του Έραναν τον τάφο, μέρα που «συμβιβασμένοι» και «ασυμβίβαστοι» επισκέπτονται τους ανθρώπους τους που έφυγαν για πάντα, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των οικείων, το ερώτημα διατηρεί νομίζω τη νομιμότητά του. Εξάλλου, δεν αφορά μόνο το πένθος, αλλά και το αντίθετό του• τώρα που ήρθαν πάλι γιορτές, «όπως έρχονται πάντα», τι δίνει στις μέρες αυτές μια διαφορετική ταχύτητα από την κεκτημένη του υπόλοιπου χρόνου, κάνοντας τον προβλέψιμο ερχομό τους λόγο γιορτής;

***

Σήμερα θα ήταν η μέρα των αγορών για το βράδυ της Ανάστασης και το πασχαλινό τραπέζι. Η κυρα-Βανθία απέναντι θα ετοίμαζε ψωμί και δίπλες, ο Μιχάλης από δίπλα θα έφερνε βόλτες με το ίδιο βρώμικο τζιν μπουφάν, πιο μόνος τις μέρες που ο θορυβώδης αθηναϊκός μικροαστισμός «επιστρέφει στις ρίζες» με τον τρόπο του, και ο παππούς, προειδοποιώντας βεβαίως για τους κινδύνους της συναναστροφής «με τον πρεζάκια», θα έπηζε γιαούρτη και θα ‘λεγε (με τον οίστρο που ενισχύει η εγγύτητα στον τόπο του δράματος) τις ιστορίες από τον Εμφύλιο που διαόλιζαν τη γιαγιά.

Τον τελευταίο καιρό, ο οίστρος γι’ αυτές τις ιστορίες (που όταν ξεκίναγαν κανείς δεν ήξερε αν και πώς θα τελειώσουν) ήταν ένδειξη διαύγειας και μαζί επιθυμία συμμετοχής σ’ αυτό που συνέβαινε γύρω. Συμμετοχή βεβαίως δεν ήταν μόνο αυτά. Πάσχα στο χωριό χωρίς τον παππού, χωρίς την προετοιμασία της σούβλας και το άγχος που τον ξύπναγε από τα ξημερώματα της Κυριακής (ενίοτε δε και χωρίς μια εορταστική χριστοπαναγία) δεν ήταν Πάσχα – και ο παππούς το ήξερε αυτό.

Το θέμα όμως είναι οι ιστορίες, το πένθος και οι γιορτές. Κι εδώ ο κάπως πιο προσεκτικός (αν και όχι αναγκαστικά υπομονετικός) ακροατής, ακούγοντας τις αφηγήσεις που έδιναν κι έπαιρναν τις μέρες των γιορτών, είχε να παρατηρήσει δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν πως, παρά τις τόσες εξιστορήσεις και τις τόσες παραλλαγές, τα ιστορούμενα κάπου θα συναντιούνταν, ως διά μαγείας. Το δεύτερο ήταν πως το σημαντικό στην εξιστόρηση ήταν οι ιστορίες να ειπωθούν –όχι ποιος θα τις ακούσει και τι θα καταλάβει.

Αυτές, πολύ περιληπτικά, ήταν οι γιορτές του Πάσχα στο Βασιλικό• αυτές, και μαζί τα δάκρυα, όταν την Κυριακή το μεσημέρι το cd έπαιζε στη διαπασών το Nα’ σαν τα νιάτα δυο φορές. Δάκρυα γι’ αυτό που συνέβαινε γύρω, δάκρυα με την επίγνωση ότι αυτό μπορεί την επόμενη χρονιά να μην ξανασυμβεί, αλλά και δάκρυα για όσους δεν ήταν από πολλά χρόνια στο τραπέζι: τον πατέρα, τη μάνα και τα αδέλφια.

Ο παππούς έζησε σε χρόνια που η απαξίωση της ζωής με τον πιο ωμό τρόπο ήταν μέρος της καθημερινότητας. Κι αυτό εξηγούσε πώς ο ίδιος άνθρωπος μπορούσε να είναι ωμός όταν μιλούσε για τον έρωτα, τις γυναίκες, τη φιλία και το «περιθώριο», και ταυτόχρονα να κλαίει σαν παιδί μπροστά στην τηλεόραση, τη στιγμή της σκηνοθετημένης επανασύνδεσης δυο ορφανών, ή όταν η κόρη του Διονύση, ορφανό πριν μάθει ακόμα να μιλάει, μας επισκέπτονταν στο σπίτι. Εξηγούσε όμως και κάτι ακόμα: ότι αυτή η εξοικείωση με την απώλεια, όχι μόνο δεν καταργούσε τη δυνατότητα να πενθεί (τη μάνα, τον πατέρα και τα αδέλφια, πολλές δεκαετίες αφ’ ότου πέθαναν), αλλά ήταν αυτή ακριβώς που νοηματοδοτούσε την προσφορά στην κάθε μέρα, και μαζί την αδιάλειπτη παρουσία στη γιορτή. Όχι βέβαια σε κάθε γιορτή. Κυρίως στις γιορτές του Πάσχα, και προφανώς λόγω της εγγύτητας στον τόπο του δράματος.

Αυτός ήταν ο τρόπος του παππού να στέκεται ανάμεσα στο «πάλι» και το «ποτέ πια». Και με τον τρόπο αυτό ένωνε τόσο διαφορετικούς στο πασχαλινό τραπέζι, έστω μέχρι να επιστρέψουμε ξανά ο καθένας στη δική του κεκτημένη ταχύτητα.

***

Τις μέρες που τον αποχαιρετούσα οριστικά, αναρωτιόμουν ποιος θα έχει στο εξής αυτόν τον ρόλο, κι αν είναι μοιραίο μετά το τελευταίο του ταξίδι να είμαστε, από μια ακόμα άποψη, άτομα χωρίς πρόσημο – ο καθένας το δικό του. Ένας καλός φίλος μου είπε πως δεν είμαστε χωρίς ευθύνη και ότι αυτή ακριβώς η ευθύνη –χωρίς την οποία δεν υπάρχει δεσμός και χωρίς την οποία είμαστε απλά άτομα, χωρίς πρόσημο–, ορίζει το «δέον γενέσθαι» αποδώ και στο εξής.

Έτσι είναι. Όμως φέτος το Πάσχα στο χωριό δεν θα ήταν παρά «συγκέντρωση μετοίκων», χωρίς καν την παραφωνία του Μιχάλη: κάποιος στην Τρίπολη, όπως μου είπαν, τον χτύπησε τόσο πολύ που τον άφησε στον τόπο. Έτσι λοιπόν προτίμησα να μείνω στην Αθήνα. Η γιαγιά είναι καλή παρέα για το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής, κι όσο για το Σάββατο το βράδυ, υπάρχουν αρκετές λαμπάδες φυλαγμένες από τα τελευταία όμορφα χρόνια, και ακόμα περισσότερα βιβλία που ταυτίστηκαν με ξεχωριστές μέρες. Κάπως έτσι, ανάμεσα δηλαδή στο «πάλι» και το «ποτέ πια», οι γιορτές θα είναι και φέτος μέρες διαφορετικές, όπως κάθε χρονιά.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Αυγή

Φωτό: Βασιλικό Μεσσηνίας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s