ΝΑΥΤΙΛΟΣ

Υπό κανονικές συνθήκες, το καλοκαίρι θα ήταν η κοινή μας ευκαιρία: το πλήρωμα του χρόνου για να καθαρίσει επιτέλους η ματιά, να ασκηθεί ξανά στις αποχρώσεις και να δοκιμάσει τη δύναμή της στις μεγάλες αποστάσεις. Εδώ και καιρό, όμως, οι συνθήκες δεν είναι κανονικές. Φέτος το καλοκαίρι λοιπόν, άλλοι, σχεδόν μεσήλικες, ποντάρουνε στη χορηγία των πεθερικών για ένα πενθήμερο μακριά από την Αθήνα, άλλοι προϋπολογίζουν ήδη από τον Ιούλιο έξοδα του Σεπτέμβρη, και άλλοι τα μαζεύουν και φεύγουν για σπουδές με «ανοιχτή προοπτική»∙ όσο πιο βόρεια –ελπίζουν– τόσο καλύτερα.
 
Αυγουστιάτικο απόγευμα, λοιπόν, Σόλωνος στο ύψος της Τρικούπη, δε φταίει μόνο ο καύσωνας που δεν κυκλοφορεί ψυχή. Είναι μόλις έξι, και όλα είναι κλειστά, σα να μην περιμένουν κανέναν. Ανάμεσα στα ερμητικά κατεβασμένα στόρια δε, είναι κι εκείνα του Ναυτίλου.

Για να ‘μαι ειλικρινής, το αρχικό μου δρομολόγιο ήταν προς την Ασκληπιού. Όσες φορές περνάω από τη Σόλωνος, όμως, είναι συνήθεια να σταματάω στη βιτρίνα και στα έξω ράφια του Ναυτίλου, άλλοτε χαζεύοντας παλιά περιοδικά στις προσφορές, άλλοτε ξεφυλλίζοντας τις καινούριες αφίξεις, κι άλλοτε επιθεωρώντας νέες κυκλοφορίες ή εξακριβώνοντας το κριτήριο με το οποίο τοποθετήθηκαν στους πάγκους τα βιβλία.

Δεν είναι ένα οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο ο Ναυτίλος – κι ίσως αυτό, πέρα από τη δικιά μου συνήθεια, να εξηγεί γιατί ως τώρα στάθηκε όρθιος μέσα στην κρίση, εκεί που βαριά ονόματα «του πολιτισμού» κατέρρευσαν και έβαλαν λουκέτο. Πρώτα απ’ όλα, ο Ναυτίλος είναι το μόνο βιβλιοπωλείο του κέντρου με μια εντελώς δική του μυρωδιά – ένα μείγμα χαρτιού και καπνού που μπερδεύεται με το άρωμα που του έχουν διαλέξει, και που μου φαίνεται σχεδόν υποβλητικό. Έπειτα είναι οι άνθρωποί του. Όχι μόνο αυτοί που δουλεύουν εκεί, και που τους εκτιμάς για την ευγένεια και το μεράκι τους (αυτό που ξεχωρίζει όσους ξέρουν ότι δεν κάνουν μια οποιαδήποτε δουλειά), αλλά κι αυτοί που συχνάζουν στο μαγαζί: κοσμοκαλόγεροι, αριστεριστές, διανοούμενοι παλιάς κοπής που μισοντρέπονται και μισοκαμαρώνουν για την «τεχνοφοβία» τους, τριαντάρηδες οπαδοί του Μπαλεστρίνι και θρησκευόμενοι κάθε λογής. Ανάμεσα στους θαμώνες, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος των Σημειώσεων, ο Γιώργος Μερτίκας, του Λεβιάθαν, και άλλοι∙ αν και στο κέντρο της Αθήνας, ο Ναυτίλος είναι το σημείο συνάντησης όπου όλοι βιάζονται λιγότερο κι όπου οι στάσεις είναι πιο αργές, οι τιμές γραμμένες με μολύβι στην προτελευταία σελίδα των βιβλίων και οι σχέσεις πιο προσωπικές και πιο εγκάρδιες.

Στα λίγα τετραγωνικά του Ναυτίλου –και θέλει τέχνη αυτό– χωράνε μαζί η Νέα Εστία και ο Αναρχικός, κάτι εξαντλημένα της Σύγχρονης Εποχής και η αυτόνομη Mιγaδa, ο καλαίσθητος Μετρονόμος του Θανάση Σιλυβού, βιβλία παλιά και καινούρια, αλλά και τα κάθε λογής φανζίν από και προς το «ζωηρό» κοινό των Εξαρχείων. Όλα βρίσκουν το χώρο τους χάρη στην επιμονή των ανθρώπων του μαγαζιού – εκείνο όμως το απόγευμα της Παρασκευής όλα ήταν κρυμμένα πίσω από τα κατεβασμένα στόρια, λες και δεν είχαν να περιμένουν τίποτα.

Το πιθανότερο βέβαια είναι ότι οι άνθρωποι του μαγαζιού φύγαν για διακοπές, κι ότι από τα τέλη Αυγούστου, η αρχαϊκή ανδρική φιγούρα που απαντάει ευγενικά κάθε ερώτηση και ξετρυπώνει βιβλία από απίθανες γωνίες θα ‘ναι στη θέση της, όπως και τον υπόλοιπο χρόνο. Το πιθανότερο, όντως, είναι αυτό (κι ας μη βρέθηκε ένα σημείωμα να εξηγεί στον περαστικό με δυο λόγια). Όμως, τα τελευταία καλοκαίρια δεν είναι να βάζεις στοίχημα για τίποτα, κι ο λόγος που με πείραξαν τα κατεβασμένα στόρια του Ναυτίλου μετά το Δεκαπενταύγουστο έχει να κάνει μ’ αυτό∙ με τη σκέψη, δηλαδή, ότι οι άνθρωποι του βιβλιοπωλείου με την υποβλητική μυρωδιά τα έβαλαν κάτω (όπως εξάλλου έκαναν τόσοι άλλοι σε ένα σωρό άλλα μαγαζιά), και είπαν πως το να μένει ανοιχτό το βιβλιοπωλείο Αύγουστο μήνα στοιχίζει περισσότερο∙ σε αντίθεση λοιπόν με άλλους –συνέχισε η απαισιόδοξη σκέψη–, σε αντίθεση μ’ εκείνους που είπαν πως αν κλείσουν Αύγουστο δεν θα μπορούν ούτε στο σούπερ-μάρκετ να πάνε για τα βασικά, οι άνθρωποι του Ναυτίλου αποφάσισαν να ξεκουραστούν, ώστε να παίξουν το παιχνίδι με το χρόνο χωρίς χρήμα από Σεπτέμβρη, που το φιλομαθές κοινό θα’ χει επιστρέψει στη θέση και τις ασχολίες του.   

Τι συνέβη στην πραγματικότητα με το Ναυτίλο θα το μάθουμε σύντομα. Το θέμα όμως δεν είναι εκεί. Ζώντας σε καιρούς «απεριόριστων δυνατοτήτων» (δυνατοτήτων που, μεταξύ άλλων, αφορούν και την πρόσβαση στο βιβλίο), ζούμε την ίδια στιγμή σε καιρούς όλο και πιο περιορισμένων εκπληρώσεων∙ σε μια εποχή που δεν είναι να στοιχηματίζεις για τίποτα, και που ένα σωρό κόσμος κλείνεται και θα κλειστεί στον εαυτό του, στο δικό του στοίχημα για την επιβίωση, που δεν ξεχωρίζει εποχές. Νομίζω λοιπόν πως, στους καιρούς αυτούς, έχει σημασία να μην αφήσουμε τους διάφορους προτεστάντες να μας πείσουν ότι το ν’ ανησυχούμε για τον κάθε Ναυτίλο είναι «στις μέρες μας» πολυτέλεια. Όχι μόνο γιατί τα i-pad ούτε μυρίζουν ούτε προσφέρονται να τσαλακωθούν. Αλλά και γιατί χρειάζεται να κρατήσουμε όρθιους χώρους και ανθρώπους που, χειμώνα-καλοκαίρι, προφυλάσσουν τη σκέψη και το συναίσθημά μας από την εξαχρείωση. Λέει κάπου στο Μικρό Ναυτίλο του ο Ελύτης πως το φεγγάρι της Σαπφώς θα επιβιώσει από το φεγγάρι του Άρμστρογκ∙ ακριβώς γι΄αυτό, συνεχίζει, χρειάζονται άλλης λογής υπολογισμοί. 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

Ο πίνακας είναι του Δημήτρη Μυταρά

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s