ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ: ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Αντώνης Λιάκος, Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία. Μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης, Πόλις, 2011, σ. 478
Το παρελθόν δεν πεθαίνει. Δεν είναι καν παρελθόν
Ουίλιαμ Φώκνερ

Διαβάζοντας τις πρώτες και τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Αντώνη Λιάκου, σκεφτόμουν για τίτλο κάτι σαν «Η δυστοπία του νέου φιλελευθερισμού». Το απέφυγα, και γιατί ο τίτλος θα παραήταν ξύλινος, και γιατί αυτή θα ήταν μια απαισιόδοξη προοπτική. Όχι όμως μόνο γι΄ αυτά. Το εγχείρημα που αναλαμβάνει ο Λιάκος, είναι μεν κριτικό και πολιτικό όσον αφορά τη διεστραμμένη ουτοπία του τέλους της ιστορίας, την ίδια στιγμή όμως είναι και αρκετά πιο περίπλοκο και ενδιαφέρον απ’ ό,τι η επισήμανση των ορίων και των κινδύνων μιας εποχής χωρίς ιστορία.

Ένας λόγος, λοιπόν, που χάρηκα την ανάγνωση του βιβλίου είναι ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την επικαιροποίηση κάποιου ή κάποιων θεωρητικών εργαλείων με αφορμή τη συγκυρία του «τέλους» που διανύουμε, ούτε με την προσφορά σχημάτων ή πληροφοριών για την κριτική ανάγνωση της συγκυρίας αυτής.

Σε τι συνίσταται, λοιπόν, αυτό το εγχείρημα; Κατά τη γνώμη μου, σε μια χειρονομία για τη διάσωση του μέλλοντος, σε μια εποχή που, έχοντας πανηγυρίσει το «τέλος της ιστορίας», βιάστηκε να καθηλώσει το νόημα της ιστορίας στο παρόν. Στην εποχή αυτή,  της καθήλωσης στο παρόν, συντελείται μία τριπλή καταστροφή: η βαθμιαία καταστροφή του παρόντος (είτε ως άρνηση είτε ως αχρήστευση της πολιτικής – δηλαδή της ιστορίας ως παροντικής δημιουργίας)∙ η καταστροφή της δυνατότητας των ανθρώπων και των κοινωνιών να προβάλλουν εαυτούς στο μέλλον∙ ηαναθεώρηση του παρελθόντος, με στόχο να καταστραφεί κάθε ανάμνηση επιτεύγματος και κάθε πρότυπο δημιουργίας προς μίμηση.

Το ενδιαφέρον στο εγχείρημα του Λιάκου, λοιπόν, έγκειται κατά μία έννοια στο ότι επιχειρεί να διασώσει το μέλλον. Ακόμα περισσότερο: να διασώσει το μέλλον μέσω του παρελθόντος, χωρίς ωστόσο καμιά νοσταλγική διάθεση. Ο Λιάκος δεν εξιδανικεύει την «αρχιτεκτονική του μέλλοντος», την Ουτοπία. Κάνει μία διπλή κίνηση: από τη μια δείχνει ότι το περίφημο «τέλος της ιστορίας» συνιστά το ίδιο μια ουτοπία, ένα happy end (καθόλου ευτυχές στην πραγματικότητα), που προπαγανδίζει η τεχνοκρατική σκέψη, και το οποίο συνίσταται στην απομείωση της ιστορίας σε υποσημείωση του 1789. Από την άλλη, επισημαίνει με γοητευτικό τρόπο –όσο και εμφανώς γοητευμένος ο ίδιος— ότι η αντίληψη της ιστορίας που σημαδεύτηκε από την Αποκάλυψη (την έλευση της Δευτέρας Παρουσίας ως εκπλήρωση της Υπόσχεσης), το είδος δηλαδή της ιστορικής συνείδησης που μοιάζει πλέον παρωχημένο με βάση το πώς σκεφτόμαστε σήμερα την ιστορία, συνιστούσε μιαν αντίληψη προσανατολισμένη στο μέλλον και δεσμευμένη από αυτό∙ έναν λόγο που νομιμοποίησε εξουσίες, αλλά και έναν λόγο απελευθερωτικό. Μία διπλή κίνηση λοιπόν: από-εξιδανίκευση της Ουτοπίας από τη μια πλευρά,αποκατάσταση της Αποκάλυψης από την άλλη.

Ένα σύμπαν τόσο κλειστό, όπως αυτό της αποκαλυπτικής σκέψης –μας δείχνει ο Λιάκος–, παρέμενε εντούτοις ένα σύμπαν που νοηματοδοτούσε τον πόνο και τη θυσία, καθώς προσδιοριζόταν από μια υπόσχεση που εξασφάλιζε το μέλλον∙ η υπόσχεση αυτή, μάλιστα, αφορούσε τους πολλούς, σε αντίθεση με την Ουτοπία, που συνήθως ήταν λόγος διανοουμένων. Αν όμως το κλειστό σύμπαν της Αποκάλυψης προέβλεπε μέλλον, πώς θα μπορούσε ο ανοιχτός κόσμος της ιστορικής σκέψης να μην έχει χώρο για την ελπίδα; Ο Λιάκος παρατηρεί ότι κάθε καθεστώς ιστορικής συνείδησης φέρει ταυτόχρονα τα ίχνη άλλων καθεστώτων. Με απλά λόγια, ο λόγος περί Αποκάλυψης και ο ουτοπικός λόγος περνούν αναπόφευκτα από την ιστορία, μιλούν τη γλώσσα της, και αντίστοιχα η ιστορία είναι υποχρεωμένη κάθε φορά να συνομιλεί με/να μιλάει ως Αποκάλυψη και Ουτοπία.

***

Ομολογώ ότι σε πρώτο χρόνο το επιχείρημα με ξένισε. Θέλω να πω ότι η μη ιεράρχηση και η μη αξιολόγηση των τρόπων με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, μου φάνηκε αρχικά «ύποπτη» ως υπερβολικά σχετικιστική∙ εν πάση περιπτώσει, η κοινωνική απελευθέρωση ως στιγμή Αποκάλυψης ανήκει σε μια θεωρητική παράδοση γοητευτική, για την οποία ωστόσο έχω κάποιες επιφυλάξεις. Όμως ο Λιάκος, με το να μην ιεραρχεί τα πρότυπα ιστορικής συνείδησης –την αποκαλυπτική, την ουτοπική και την ιστορική σκέψη–, και με το να διατυπώνει το επιχείρημά του μέσα από μια φουκωική προοπτική, δείχνοντας δηλαδή ότι κάθε πρότυπο ιστορικής συνείδησης δεν αφήνει πίσω του τα άλλα, αλλά τα συμπεριλαμβάνει, δίνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία της Ουτοπίας. Μας την εμφανίζει ως συνείδηση των ανθρώπων ότι κάτι τους λείπει∙ ως το δυνητικό ισοδύναμο της βιωμένης ιστορίας, που δεν βρίσκεται εκτός της, αλλά είναι εμμενές σε αυτήν.

Λέγοντας έτσι την ιστορία από την πλευρά της ιστορίας (της ιστορικής σκέψης), ο Λιάκος προτείνει έναν αναδιπλασιασμό: ιστορία είναι η βιωμένη εμπειρία και ταυτόχρονα η σκιά της, οι δυνατότητες υπέρβασης της βιωμένης εμπειρίας. Λέγοντας την ιστορία από την πλευρά της ουτοπίας, η ουτοπία είναι η συνομιλήτρια της ιστορίας. Και η συνομιλία αυτή, που διεξάγεται σε παρόντα χρόνο, αφορά τις δυνατότητες διόρθωσης και υπέρβασης του παρόντος.

Οι επιρροές εδώ είναι πολλές και ενδιαφέρουσες. Μένω στις ομολογημένες:

Κατ’ αρχάς είναι ο Μποντέν και ο 16ος αιώνας: το πώς σκέφτεται κανείς την ιστορία συγκροτεί πολιτική ιδεολογία. Εν συνεχεία είναι ο Νίτσε του «Ιστορία και Ζωή»: μόνον όποιος χτίζει το παρελθόν έχει δικαίωμα να δικάζει το μέλλον. Είναι, επίσης, μια αντίληψη περί κριτικής που συναντάμε στο Φουκώ: κριτική είναι η αναστολή της διαδικασίας απόφασης προκειμένου να ξανασκεφτούμε τη συγκρότηση του προς επίλυση προβλήματος. Είναι ακόμα οι μετα-αποικιακές σπουδές, και συγκεκριμένα η αμφισβήτηση της διαίρεσης του κόσμου σε δυτικό-λογοκρατούμενο από τη μια, και αποικιακό-κόσμο της μαγικής πραγματικότητας, από την άλλη. Και τέλος είναι ο Αγκάμπεν – η διάκριση χρόνου και καιρού στο Χρόνος και Ιστορία: η ιστορία δεν είναι διανοητικό εγχείρημα και παρατήρηση, αλλά πρακτικό εγχείρημα και συμμετοχή.

Με βάση αυτές τις θεωρητικές παραδοχές, ο Λιάκος αμφισβητεί τον ιστορικό, ως άνθρωπο της εξουσίας, με την έννοια ότι αντιλαμβάνεται τη δουλειά του ως χωροφύλακα ενός κλειστού αρχείου: του παρελθόντος. Ο Λιάκος προτείνει μια διαφορετική πολιτική για το παρελθόν: όχι εκείνη που το αντιλαμβάνεται ως εκπληρωμένο, αλλά αυτή που του θέτει ερωτήματα από τη σκοπιά της Ουτοπίας. Και πάλι εδώ η πρόταση ξενίζει όσους αντιλαμβανόμαστε τα αρχεία ως βασικές πηγές ιστορικής γνώσης για ό,τι συνέβη και δεν ξε-γίνεται. Το εγχείρημα ωστόσο είναι ενδιαφέρον, στο βαθμό που δίνει την πρωτοκαθεδρία στην επιθυμία και τις δυνατότητες: τη ματαιωμένη επιθυμία και τις δυνατότητες εκπλήρωσής της που αναστάλθηκαν. Αυτό νομίζω είναι το νόημα της χρήσης του παραθέματος του Ουίλιαμ Φώκνερ, στο οποίο αρχικά ασκείται κριτική – μια κριτική που εκ των υστέρων μοιάζει προσχηματική. Αν δεν δούμε το παρελθόν ως κλειστό αρχείο, τότε δεν τελείωσε τίποτα.  Και αν διαβάσουμε τον εγλωβισμό στο τώρα, την έλλειψη δηλαδή υπόσχεσης για το μέλλον, ως αχρήστευση των κάθε λογής μελλοντολόγων, ίσως υπάρχει χώρος για αισιοδοξία – για την επανακαταξίωση δηλαδή του παρόντος. Αν δεν έχουμε παρά μόνο παρόν, όλα παίζονται στην ιστορία-ως-παρόν: στην πολιτική. Δηλαδή τώρα.  

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook. Αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της παρέμβασης στην εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου, που έγινε την Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012 στο ΒIOS.

Πίνακας:  Πίτερ Μπρέγκελ ο πρεσβύτερος, Ο Πύργος της Βαβέλ (1563)
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s