ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Η ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ

Στις αρχές της εβδομάδας, το Πανεπιστήμιο Λα Σαπιέντσα της Ρώμης διοργάνωσε ένα διήμερο συνέδριο με θέμα τις «απαντήσεις της κοινωνίας» στην κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Ακαδημαϊκές ή πολιτικές, τέτοιες εκδηλώσεις έχουν προφανές ενδιαφέρον, συχνά όμως αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα στη «μετάφραση». Το πρόβλημα δεν έγκειται στις διαφορετικές γλώσσες των συμμετεχόντων, όσο σε μια αίσθηση παράλληλων μονολόγων που αφήνουν από τη μια ο «εθνικός υποκειμενισμός» και από την άλλη η αντικεμενική δυσκολία να συνθέσει κανείς τις διαφορετικές εμπειρίες από χώρα σε χώρα. Οι πιο ενδιαφέρουσες, λοιπόν, από τις παρεμβάσεις του διημέρου ήταν εκείνες ακριβώς που έβαλαν για λίγο στην άκρη τις «εθνικές ιδιατερότητες», εστιάζοντας στο πώς σκεφτόμαστε το κοινό πρόβλημα. Η παρέμβαση της Μπεά Καντιγιόν, μιας καθηγήτριας Κοινωνιολογίας από το Βέλγιο, νομίζω ότι ήταν από τις πιο βοηθητικές στη συζήτηση για τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ που γίνεται τους τελευταίους μήνες.

Το ερώτημα που προσπάθησε να απαντήσει η Καντιγιόν ήταν γιατί στα «καλά» χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης, κι ενώ (συνολικά) στην Ευρώπη ενισχύθηκαν η απασχόληση και οι κοινωνικές παροχές, η φτώχεια είτε παρέμεινε στο ύψος της, είτε πήρε την ανιούσα, τη στιγμή που η «πίτα» μεγάλωνε στον έναν ή τον άλλο βαθμό. Συγκρίνοντας στοιχεία της περιόδου 2003-2008, η Καντιγιόν έθεσε διαδοχικά τρία ενδιάμεσα ερωτήματα, προκειμένου να απαντήσει το κεντρικό:α) Ποιος ωφελήθηκε από την ενίσχυση της απασχόλησης – όπου, και όπως σημειώθηκε αυτή; β) Τι συνέβη με αυτούς που δεν ωφελήθηκαν; Και τέλος, γ) ποιοι επωφελήθηκαν από την αύξηση των δαπανών;

Οι απαντήσεις της δεν άφησαν περιθώρια παρεξήγησης γι’ αυτό που συνέβη τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη. Η τόνωση της απασχόλησης δούλεψε καταφανώς υπέρ των ατόμων με «υψηλές δεξιότητες», δηλαδή των ήδη ευνοημένων, οι οποίοι και ενισχύθηκαν στο όνομα της «αξιοκρατίας». Την ίδια στιγμή, η κατάσταση των ήδη φτωχών επιδεινώθηκε, κι αυτό μεταξύ άλλων γιατί οι κοινωνικές παροχές κατευθύνθηκαν πρωτίστως προς τα μεσαία στρώματα. Αυτά ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στο δόγμα της «επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο», που καθοδήγησε τα τελευταία χρόνια το κράτος-πρόνοιας – καθ’ ότι επένδυση σημαίνει πρώτα απ’ όλα προσδοκία ανταπόδοσης και τέτοια δυνατότητα είχαν (και έχουν μόνο) αυτοί που βρίσκονται σε απόσταση από τη βάση της πυραμίδας. Για τους υπόλοιπους τον λόγο θα είχε η θεία τύχη. Στα χρόνια της κρίσης, όμως, αυτή η τελευταία φάνηκε σκληρή, ακόμα και με τους μέχρι πρότινος ευνοούμενούς της.

Το συμπέρασμα της Καντιγιόν επιβεβαίωσε κάτι που συχνά -και όχι τυχαία- χάνεται στη δημόσια συζήτηση: ότι στην πραγματικότητα το κοινωνικό κράτος δεν υπήρξε ούτε ο διάβολος πίσω από τα ελλείμματα, όπως επέμειναν δογματικά οι νεοφιλελεύθεροι, ούτε ο από μηχανής θεός της ευημερίας, στη Δευτέρα Παρουσία του οποίου ελπίζουν ακόμα οι εναπομείναντες σοσιαλδημοκράτες. Αυτό που στ’ αλήθεια υπήρξε ήταν ένα εργαλείο κρατικής παρέμβασης στις διαδικασίες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και της συντήρησης των μη εργαζόμενων. Ένα εργαλείο παρέμβασης σε υποθέσεις που μέχρι τα «χρυσά χρόνια» του καπιταλισμού λογίζονταν εν πολλοίς ως ιδιωτικές, ενώ από τότε και στο εξής θα γίνονταν δημόσιες – υπό μια προϋπόθεση: ότι η «δημοσιότητά» τους αυτή θα ήταν επωφελής για το κυρίαρχο μοντέλο συσσώρευσης. Το κοινωνικό κράτος είναι (ή ήταν) κράτος καπιταλιστικό και στον καπιταλισμό κανείς δεν δουλεύει τζάμπα – ή περίπου έτσι.

Όπως το θέτει ο Ian Gough, το κοινωνικό κράτος ήταν ταυτόχρονα και συμβολή στη συσσώρευση του κεφαλαίου, και «κοινωνικός μισθός» που όφειλε κανείς να υπερασπίζεται· και φορέας καταπίεσης, και σύστημα άμβλυνσης των δεινών της «οικονομίας της αγοράς»· και απάτη των καπιταλιστών, και θρίαμβος της εργατικής τάξης. Σ’ αυτήν την τελευταία στηρίχτηκε κατά βάση, και εναντίον αυτής της τελευταίας στράφηκε – στον βαθμό που οι ευνοημένοι της κρατικής πρόνοιας θα δέχονταν αδιαμαρτύρητα την απαξίωση της εργατικής δύναμης (ανεργία) και τη σταδιακή απόσυρση του κράτους από τη ρύθμιση της αναπαραγωγής της (ελαστικοποίηση, έμμεση και άμεση ιδιωτικοποίηση της πρόνοιας).

Στην Ελλάδα, που ακολούθησε το παράδειγμα του Νότου, το κοινωνικό κράτος χρησιμοποιήθηκε απροσχημάτιστα ως εργαλείο στήριξης κοινωνικών συμμαχιών, συγκρότησης, εξατομίκευσης και κατακερματισμού της μεσαίων στρωμάτων. Στηρίχτηκε πρωτίστως σε αυτούς που δεν μπορούσαν να αποφύγουν φόρους και εισφορές, στήριξε κοινωνικές συμμαχίες υπό την ηγεσία αυτών που μπορούσαν, χρηματοδοτήθηκε με δανεικά από εκείνους που ήταν σε θέση να απαιτήσουν τόκους κι όταν πια αφέθηκε έρμαιο στη δίνη της κρίσης, πρωτίστως έλειψε από αυτούς που είχε ωφελήσει λιγότερο – χώρια τα νέα δάνεια που αυτοί και πάλι θα καλούνταν να αποπληρώσουν για να περισωθεί η στοιχειώδης λειτουργία του στη νέα κατάσταση. Στην Ελλάδα προ κρίσης, μία δημόσια υπάλληλος μπορούσε να βγει σε σύνταξη στα 45, όμως μια εργαζόμενη στον ιδιωτικό δεν θα θεμελίωνε δικαίωμα με λιγότερα από 15-20 χρόνια δουλειάς ακόμα κι αν είχε φτάσει τα 60. Σήμερα, τόσο η μία όσο κι η άλλη, στερούνται ακόμα και τα αυτονόητα.

Στα χρόνια της περίφημης «ανάκαμψης χωρίς απασχόληση» («jobless recovery»), το συμπέρασμα είναι προφανές: Η αξιοπρέπεια ολόκληρης της κοινωνίας θα περάσει πρωτίστως από τη δυνατότητα των εργαζόμενων -και όσων, μαζί με αυτούς, βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης- να κάνουν ξανά τις υποθέσεις τους δημόσιες υποθέσεις, διασφαλίζοντας κατ’ αρχάς τα αμφισβητούμενα βασικά.

***

Ορισμένοι από τους ακαδημαϊκούς που άκουσαν πώς το προσπαθούμε στην Ελλάδα (από την κατάληψη της ΒΙΟ.ΜΕ. και το «Χωρίς Μεσάζοντες», ως τα κοινωνικά ιατρεία και το «Αλληλεγγύη για Όλους»), παρατήρησαν με σκεπτικισμό ότι καλά είναι αυτά, αλλά «μερικά» και πολύ λίγα μπροστά στο κοινωνικό κράτος που υπήρξε κάποτε – και που συγκροτήθηκε στο όνομα της καθολικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων. Καμιά αντίρρηση, προφανώς. Όμως, στο έδαφος που έχει καταστρέψει η κρίση, το παράδειγμα ενός εργοστασίου χωρίς αφεντικά, ενός συνεταιρισμού παραγωγών-καταναλωτών χωρίς κερδοσκόπους και η οργάνωση ενός ιατρείου που δεν ξεχωρίζει τις ζωές σε αξιοβίωτες και μη είναι ταυτόχρονα σημεία εκκίνησης, κατευθύνσεις και σύμβολα μίας μεθόδου για να συναρμολογήσουν την κοινωνία: διασφαλίζοντας για όλους τα αμφισβητούμενα βασικά και ξεκινώντας απ’ όσα το-κοινωνικό-κράτος-όπως-υπήρξε δεν «σκέφτηκε», ως εκ της θέσης του, ποτέ. Χωρίς αυτά, το μόνο που έχουμε είναι η νοσταλγία. Η νοσταλγία για μια τάξη πραγμάτων που καθιερώθηκε με σκληρούς αγώνες, και που πιθανότητα δεν θα επιστρέψει ποτέ, τουλάχιστον όπως την ξέραμε. Η νοσταλγία, όμως, είναι κάτι λιγότερο από τα βασικά.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Αυγή

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s