ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ

Η εκτέλεση των Γιώργου Φουντούλη και του Μανώλη Καπελώνη είναι ένα γεγονός με δύο διαφορετικές σημασίες:

Από τη σκοπιά των συγγενών και των φίλων τους, είναι η συντριπτική απώλεια δύο νέων ανθρώπων: ένα σημείο μηδέν χωρίς επιστροφή. Ως αριστεροί και ως αντιφασίστες δεν νιώθουμε καμία απολύτως δικαίωση ή ικανοποίηση που δύο αντίπαλοί μας είναι νεκροί. Θα τους θέλαμε στο πολιτικό περιθώριο ή, αν είχαν κάνει εγκλήματα, στη φυλακή. Αλλά θα τους θέλαμε ζωντανούς. Στον ισπανικό Εμφύλιο, οι φασίστες αναγνωρίζονταν στην κραυγή «Viva la muerte!»: ζήτω ο θάνατος. Η απάντηση των αντιφασιστών –αναρχικών, κομμουνιστών και δημοκρατών–  ήταν (και πάντα θα είναι) «Viva la vida»: ζήτω η ζωή. Αυτή η υπαρξιακή διαφορά δεν σήμαινε και δεν σημαίνει απόσυρση από την (όποια) μάχη, έναν αφελή δηλαδή ειρηνισμό. Σήμαινε και σημαίνει ότι ο αγώνας από τη σκοπιά της ζωής χρησιμοποιεί κάθε φορά τα μέσα που προστατεύουν τη ζωή αποτελεσματικότερα – όχι δηλαδή μέσα που ανάγονται τα ίδια σε σκοπούς.

Από τη σκοπιά της πολιτικής, πρόκειται για την εκτέλεση δύο μελών της Χρυσής Αυγής από άγνωστους δράστες, σε μια περίοδο απαξίωσης, ποινικής αντιμετώπισης και πολιτικής υποχώρησης της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης – αλλά και σε μια περίοδο που η επιβίωση της κυβέρνησης δοκιμάζεται σοβαρά. Από αυτή τη σκοπιά, πρόκειται για μια πολιτική παρέμβαση εχθρική προς τους αντιφασίστες –αναρχικούς, κομμουνιστές και δημοκράτες–, στο βαθμό που αξιοποιείται πολιτικά ήδη από την επόμενη στιγμή: Κατ΄ αρχάς από τη Χρυσή Αυγή, ως ευκαιρία αυτοθυματοποίησης, ανάταξης και αντεπίθεσης, αλλά και σαν δυνατότητα αυτοπροβολής της ως δύναμης σταθερότητας. Και βεβαίως από την κυβέρνηση, για να εξισωθούν και πάλι κουτοπόνηρα αντιφασισμός και φασισμός, και για να «αποδειχτεί» πως η πολιτική κρίση δεν είναι παρά ζήτημα δημόσιας τάξης – αντιμετώπισης των άκρων που δολοφονούν.

***

Αυτές τις δύο διαφορετικές σκοπιές, του ιδιωτικού και του ανθρώπινου από τη μια, και του δημόσιου πολιτικού από την άλλη, μπερδεύουν σήμερα σκόπιμα τα συγκινησιακά υπερφορτισμένα τηλεοπτικά «ρεπορτάζ». Κι ενώ οι αντιφασίστες δεν νιώθουμε καμιά απολύτως δικαίωση για ό,τι συνέβη την Παρασκευή, στη λογική των ΜΜΕ ο νεκρός (άνευ όρων) δεδικαίωται. Όπως λοιπόν χτες παρουσίαζαν τη δολοφονία του Φύσσα ως τραγικό συμβάν, στα όρια όμως της αμιγώς οικογενειακής απώλειας (αποπολιτικοποιώντας τη, δηλαδή, και εξημέρωνοντας τον Παύλο, ώστε να καταναλώνεται αβλαβώς από το φιλήσυχο τηλεοπτικό κοινό – το εξήγησε εδώ ωραία η Ηρώ Καλλιγά), έτσι σήμερα προέχει να μάθουμε ότι οι Φουντούλης και Καπελώνης ήταν ένα είδος προσκόπων: αγαπούσαν τη ζωή, έκαναν ταξίδια, σχεδίαζαν το μέλλον κ.ο.κ. Το απόλυτο ξέπλυμα της Χρυσής Αυγής αποδεικνύεται, έτσι, παντός καιρού: είτε αυτή δολοφονεί έναν αντιφασίστα, είτε δύο μέλη της δολοφονούνται. 

***

Αν όμως αυτά είναι τα αποτελέσματα, αν δηλαδή το συμβάν της Παρασκευής βγάζει προσωρινά από τη δύσκολη θέση τους νεοναζί (και τους επιτρέπει, ενδεχομένως, να διαπραγματευτούν με καλύτερους όρους το πολιτικό τους μέλλον και την τύχη των υπόδικων στελεχών τους), μήπως άραγε αυτά υποδεικνύουν και τους δράστες; Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση είναι αρνητική. Μιλώντας το Σάββατο το πρωί στο «Κόκκινο», ο Νίκος Βούτσης έβαλε τη συζήτηση στις σωστές διαστάσεις. Ενώ κανείς δεν μπορεί να διατυπώσει έγκυρες βεβαιότητες για την ταυτότητα των δραστών, χρειάζεται την ίδια στιγμή να διακρίνει ανάμεσα σε μια ενέργεια που λειτουργεί ως «προβοκάτσια» εκ του αποτελέσματος, και από την άλλη, σε μια ενέργεια που σχεδίασαν και υλοποίησαν «προβοκάτορες» από πρόθεση.

Ενώ λοιπόν θα ήταν αφελές να αποκλείει κανείς την εμπλοκή παρακρατικών μηχανισμών, με δικούς τους σχεδιασμούς και δικές τους επιδιώξεις, άλλο τόσο προβληματικό θα ήταν να ενδίδει στην ακαταμάχητη γοητεία της συνωμοσιολογίας – στο βαθμό μηδέν, δηλαδή, της πολιτικής σκέψης. Αυτός που ωφελείται δεν είναι υποχρεωτικά αυτός που δρα, γιατί αν κάτσουμε να μετρήσουμε ποιοι ωφελούνται «αντικειμενικά» απ΄ το συμβάν της Παρασκευής, πιθανότατα θα καταλήξουμε σε μια λίστα δεκάδων ωφελημένων. Η πολιτική δράση –είτε μιλάμε για τη συμβατική πολιτική πρακτική, είτε για την ένοπλη ακροαριστερή ή ακροδεξιά/παρακρατική βία– έχει πάντα ακούσιες συνέπειες· είναι δε ακριβώς ο περιορισμός αυτών των ακούσιων συνεπειών που καθορίζει τελικά και την αποτελεσματικότητά της. Υπήρχαν φορές που η δράση της Αριστεράς ή του κινήματος προλόγισε, «αντικειμενικά», την αντίδραση κράτους και παρακράτους: με τη λογική του ποιος ωφελείται, θα έπρεπε «αντικειμενικά» να μη βγαίνουμε ούτε ως το περίπτερο.

Με αυτή την έννοια, δουλειά των αντιφασιστών –αναρχικών, κομμουνιστών και δημοκρατών– δεν είναι απλώς να αποκαλύψουμε ποιος κερδίζει «αντικειμενικά» από το αίσχος της περασμένης Παρασκευής. Είναι, ακόμα περισσότερο, να τον εμποδίσουμε να ωφεληθεί: αποτρέποντας τη χρυσαυγιτοποίηση της πολιτικής και το ξέπλυμα της νεοναζιστικής μαφίας, και ταυτόχρονα, παλεύοντας ώστε η σημερινή εξουσία, μια εξουσία που δρα με τον κυνισμό εγκληματικής οργάνωσης πάνω στη ζωή και στο θάνατο, να πάψει να μας εξοικειώνει με το «Viva la muerte». Να λειτουργήσουμε, τελικά, ως ο υποκειμενικός παράγοντας που δεν επιτρέπει οριστικές κρίσεις για το τι συμβαίνει «αντικειμενικά».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s