Ο ΑΓΚΑΜΠΕΝ, Ο ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ ΚΑΙ Η ΧΟΥΝΤΑ ΠΟΥ «ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ ’73»

Απαισιόδοξος ή όχι, πάντως ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν δεν είχε ευχάριστα να μας πει το Σάββατο το βράδυ στην Τεχνόπολη, στην πετυχημένη εκδήλωση της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ και του Ινσιτούτου Νίκος Πουλαντζάς για τα σαράντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Δεν ήταν αυτή η δουλειά του, εξάλλου. Ο ιταλός φιλόσοφος μίλησε ευθύς εξαρχής για το τέλος της δημοκρατίας, εξηγώντας ότι στην Ευρώπη αναδύονται καθεστώτα «όχι μόνο μη δημοκρατικά, αλλά και μη πολιτικά», η ανάλυση των οποίων απαιτεί μια ορολογία που για την ώρα μας λείπει.

Η θέση του Αγκάμπεν στην θαυμάσια, κατά τα άλλα, διάλεξή του (η θέση του: όχι η απορία, που είναι εντιμότατη), έχει δύσκολα «αντιμετωπίσιμες» συνέπειες. Αν ζούμε σε καθεστώτα μη πολιτικά, είναι πολύ δύσκολο και να φανταστεί κανείς τη δυνατότητα πολιτικής αλλαγής. Αν η επερχόμενη πολιτική, όπως την αποκαλεί ο ίδιος, «δεν θα μάχεται πλέον για τον έλεγχο ή την κατάσταση του κράτους», το ερώτηματι να κάνουμε με το κράτος παραμένει. Κι αν το καινούριο στην πολιτική αυτή «είναι η μάχη μεταξύ κράτους και μη-κράτους (ανθρωπότητας)», είναι σημαντικό να σκεφτούμε ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα επωμιστούν την υπόθεση του μη-κράτους, αν όντως «δεν υπάρχουν πλέον κοινωνικές τάξεις», όπως ο ίδιος υποστηρίζει [1]. Χωρίς αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις (τα ίχνη των οποίων είναι όλο και πιο ορατά στην καθημερινή πολιτική), χωρίς αγώνα «στο εσωτερικό της ανθρωπότητας» [2], αλλά και στο εσωτερικό του κράτους, κράτος και μη-κράτος, και τελικά το ίδιο το  πολιτικό επιχείρημα, παραμένουν μετέωρα.

Ο αντίλογος είναι προφανής: μια κοινωνία με εκατομμύρια άνεργους και ξένους φτωχούς κλεισμένους σε στρατόπεδα, με εξουδετερωμένη την Βουλή, ασύδοτη την Αστυνομία, με μια δικαιοσύνη υπό κυβερνητική κηδεμονία και τα συνταγματικά εγγυημένα κοινωνικά δικαιώματα καταργημένα στην πράξη, πώς μπορεί άραγε να λέγεται δημοκρατική – όσους επιθετικούς προσδιορισμούς κι αν της προσάψει κανείς; Μήπως, τελικά, δεν είναι και τόσο ατυχές το σύνθημα «η Χούντα δεν τελείωσε το ΄73», όπως υποστηρίζουν στην ενδιαφέρουσα συνέντευξή τους στα Ενθέματα της Αυγής οι Ηλίας Νικολακόπουλος και Κωνσταντίνος Τσουκαλάς;

***

Είναι πράγματι πιθανό να χρειαζόμαστε μια νέα ορολογία για να καταλάβουμε την εξουσία που έχουμε απάναντί μας· να την καταλάβουμε, με τρόπο που να μας επιτρέπει να την αντμετωπίσουμε. Αυτό που θα έπρεπε να αποφύγουμε, ωστόσο, είναι μια άνευ όρων εγκατάλειψη της παλιάς “ορολογίας”. Δεν είμαι από αυτούς που θεωρούν πως οι απαντήσεις που ψάχνουμε έχουν δοθεί όλες το πολύ μέχρι τα τέλη του ΄70· μου φαίνεται αυτάρεσκη και τελικά συντηρητική στάση. Νομίζω όμως ότι στις αναλύσεις του Νίκου Πουλαντζά εκείνης της εποχής, και δη σε αυτές που αφορούν τον αυταρχικό κρατισμό, μπορούμε να βρούμε ακόμα ορισμένες τουλάχιστον από αυτές.

Αυταρχικός κρατισμός

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄70, λοιπόν, ο Πουλαντζάς αναλύει τη μορφή που αναδύεται στο έδαφος της κρίσης του κεϋνσιανού κράτους και που ο ίδιος ονομάζει «αυταρχικό κρατισμό». Έχοντας διακρίνει ανάμεσα σε «κανονικές» και «έκτακτες» μορφές (καπιταλιστικού) κράτους, και εξηγώντας ότι οι πρώτες αφορούν διάφορα καθεστώτα αστικής δημοκρατίας ενώ οι δεύτερες καθεστώτα φασιστικά, βοναπαρτιστικά και δικτατορικά, ο Πουλαντζάς επισημαίνει ότι μεταξύ τους υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά: ενώ οι πρώτες εξασφαλίζουν την ομαλή ροή των κοινωνικών ανταγωνισμών στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κυρίαρχίας, οι δεύτερες ανακόπτουν αυτή τη ροή, και παγώνουν το συσχετισμό δυνάμεων στο σημείο που βρισκόταν κατά την επιβολή τους [3].

Για τον Πουλαντζά, ο αυταρχικός κρατισμός είναι μια κανονική μορφή κράτους. Στο πλαίσιό της, όμως, πολλαπλασιάζονται και παγιώνονται έκτακτα χαρακτηστικά, χαρακτηριστικά δηλαδή που προσιδιάζουν στις χούντες, τους βοναπαρτισμούς και τους φασισμούς. Τα συνοψίζω, ακολουθώντας τον Χρήστο Μπουκάλα:

1. Μεταφορά εξουσίας από το νομοθετικό στο εκτελεστικό επίπεδο και συγκέντρωσή τους εντός του τελευταίου – μεταξύ υπουργικού συμβουλίου και πρωθυπουργικού γραφείου (ή προεδρίας).
2. Ανάδειξη της διοίκησης ως κύριου κέντρου πολιτικής ζύμωσης και λήψης αποφάσεων.
3. Χάραξη πολιτικής στρατηγικής στο πλαίσιο ενός δικτύου εξουσίας παράλληλου προς το επίσημο κράτος, αποτελούμενου από κορυφαία στελέχη της διοίκησης ή/και των τριών εξουσιών και εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου.
4. Μαρασμός του κράτους δικαίου και του γενικού-καθολικού χαρακτήρα του νόμου, και άνθηση της κατα περίπτωση και post-hoc νομοθεσίας.
5. Κατασκευή ενός πλαισίου αστυνόμευσης –με θεσμικές, νομοθετικές και οργανωτικές εκφάνσεις–, με στόχο όχι την εγκληματική πράξη αλλά την «εγκληματογόνο» νοοτροπία και κοινωνικό περιβάλλον.
6. Αντιστροφή του ρόλου των κομμάτων: από φορείς πολιτικής ζύμωσης και διαμεσολαβητές/οργανωτές κοινωνικών αιτημάτων προς την πολιτική ηγεσία μεταβάλλονται σε σταθμούς αναμετάδοσης των επιλογών της τελευταίας στη μάζα των μελών-οπαδών.
7. Αναβάθμση των ΜΜΕ σε κεντρικό φορέα παραγωγής κα κυκλοφορίας της κυρίαρχης ιδεολογίας.
8. Κύρια ιδεολογική νομιμοποίηση του κράτους σε τεχνοκρατική βάση, εις βάρος της νομομοποίησής του ως εκφραστή της «γενικής θέλησης».

Η Χούντα κατέρρευσε, δεν ανατράπηκε (και γι΄ αυτό δεν τελείωσε)

«Πρέπει να φοβόμαστε επάνοδο, με τη μια ή με την άλλη μορφή (που δεν θα είναι αναγκαστικά η ίδια με την προηγούμενη), των καθεστώτων εκτάκτου ανάγκης;», αναρωτιέται ο Πουλαντζάς το Φλεβάρη του ΄75, στο βιβλίο του «Η Κρίση των Δικτατοριών». «Απ΄ όσα έχουμε πει προκύπτει ότι ο κίνδυνος αυτός δεν έχει αποκλειστεί», απαντά o ίδιος, εξηγώντας:

«[Δεδομένης] της συγκυρίας στην οποία ανατράπηκε το καθεστώς (σ.σ.: η Χούντα), οι εκκαθαρίσεις και οι αλλαγές παρέμειναν μέσα στα όρια που καθόριζε μια “συνέχεια” του κράτους. […] Οι αντίκτυποι του είδους ανατροπής της δικτατορίας καθορίζουν τα όρια που επιβλήθηκαν στη διαδικασία εκδημοκρατισμού και εκκαθάρισης του κράτους το οποίο κληροδότησαν οι στρατιωτικές δικτατορίες. [Τα] όρια αυτά οφείλονται, κατά μεγάλο μέρος, στο γεγονός ότι οι λαϊκές μάζες παρεμβαίνουν μεν αποφασιστικά στη διαδικασία, αλλά αφού αυτή έχει ήδη πάρει ΄εκ των άνω΄ το δρόμο της. [Τα] όρια αυτά δημιουργούν συνεχείς δυσκολίες στην ΄από τη βάση΄ εκκαθάριση και τον εκδημοκρατισμό των κρατικών μηχανισμών. [Σ]τη σημερινή φάση του ιμπεριαλισμού [θ]εσμοποιείται ένας ολόκληρος τενοχκρατικός-αυταρχικός μηχανισμός, [π]ράγμα που σημαίνει όχι μόνο μια ιδιαίτερη ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε σχέση με το Κοινοβούλιο, αλλά αναγγέλλει και το τέλος μιας ορισμένης μορφής πολιτικής δημοκρατίας». Σε τελική ανάλυση, στα καθεστώτα του αυταρχικού κρατισμού, «ο δημοκρατικός χαρακτήρας δεν πρέπει να συγκρίνεται με οποιοδήποτε ιδανικό κοινοβουλευτικού καθεστώτος που αποδώ και μπρος θα ανήκει στο παρελθόν».

Ο Πουλαντζάς γράφει για τις επιβιώσεις όψεων της δικτατορίας σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, έχοντας μπροστά του την κρίση του κεϋνσιανού κράτους. Σαράντα χρόνια περίπου μετά, κι ενώ το κεϋνσιανό κράτος είναι παρελθόν, ακόμα και το αυταρχικό δημοκρατικό κράτος του νεοφιλελευθερισμού μοιάζει εμπόδιο για την νέα συσσώρευση. Για τη λογική της σύγχρονης εξουσίας, όπως σωστά επισημαίνει ο Αγκάμπεν (εκτείνοντας ωστόσο το επιχείρημα πολύ προς τα πίσω, και χάνοντας έτσι κρίσιμες αποχρώσεις), το θέμα δεν είναι καθόλου η επίλυση κρίσεων: η ίδια αντί να τις λύνει, τις δημιουργεί, αξιοποιώντας τις ως ευκαιρίες διαχείρισης και επανανομιμοποίησής της. Αυτή είναι, στα καθ΄ημάς, η περίπτωση της κρίσης χρέους και της αφειδούς επιδότησης των τραπεζών [4], η περίπτωση της υπό ιδιωτικοποίησης υγείας εν μέσω ανθρωπιστικής κρίσης, η περίπτωση του μεταναστευτικού ενώ η κατακραυγή γιγαντώνεται και άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους πίσω από συρματοπλέγματα.

Η διαρκής προτεραιότητα της πολιτικής

Αν ισχύουν τα παραπάνω, η απαισιοδοξία του Αγκάμπεν έχει πολλά να μας πει – καλό είναι γενικά να ακούμε τους απαισιόδοξους περισσότερο από τους χαζοχαρούμενους. Από την άλλη πλευρά,  ενώ ο σημερινός «αυταρχικός κρατισμός» μοιάζει όλο και περισσότερο με έκτακτο καθεστώς –καθεστώς ανοιχτού πολέμου με το λαό, όπως θα έλεγε ο Πουλαντζάς–, και πάντως λιγότερο με «κανονική» δημοκρατία, είναι απολύτως κρίσιμο να θυμόμαστε την προτεραιότητα της πολιτικής και, συνεπώς, την ανεξάλειπτη δυνατότητα της πολιτικής αλλαγής: αυτής που είναι παρούσα, όπως δείχνει ο ίδιος, ακόμα και στις δικτατορίες.

Αυτό είναι που, κατά τη γνώμη μου, κάνει επίκαιρο τον Πουλαντζά τόσες δεκαετίες μετά: η επιμονή στη δυνατότητα (και τις δυνατότητες) της πολιτικής. Και είναι η βασικότερη ίσως διαφωνία ακόμα και με τους πιο υλιστές απ΄ τους (αξιοσέβαστους) ρομαντικούς.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Red Notebook.
_______________

Σημειώσεις

[1] Στα εισαγωγικά, παραθέματα από το: Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται (μετάφραση: Θάνος Ζαρταλούδης), Ίνδικτος 2007.
[2] Richard J.F. Day, Το τέλος της ηγεμονίας. Αναρχικές τάσεις στα νεότατα κοινωνικά κινήματα, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2008
[3] Χρήστος Μπουκάλας, «Αντιτρομοκρατία και αυταρχικός κρατισμός» στο Συλλογικό, Ο Πουλαντζάς σήμερα, Νήσος-Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς 2012
[4] Χριστόφορος Παπαδόπουλος, “Τράπεζες: ανταγωνισμοί και ηγεμονία με τη μέριμνα του κράτους”, Κυριακάτικη Αυγή, 17.11.2013

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s