ΕΥΧΕΣ ΕΝΩ ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΞΑΝΑΠΛΗΣΙΑΖΕΙ ΜΕΣΑΝΥΤΑ

Michael Löwy, Walter Benjamin: Προμήνυμα κινδύνου. Μια ανάγνωση των «Θέσεων για τη φιλοσοφία της Ιστορίας» (μετάφραση: Ρεβέκκα Πεσσάχ), Πλέθρον, 2004, σ. 207

Οι ευχές για τη χρονιά που πέρασε έπεσαν στο κενό, υποχρεώνοντας τις προσδοκίες για τη νέα χρονιά σε ακόμα χαμηλότερες πτήσεις. Αυτό τουλάχιστον υπαγορεύει η επανάληψη του ίδιου: ο μολυσμένος και φέτος αέρας από την απόγνωση· η στοχοπροσήλωση στην υποτίμηση της ζωής και η επιταγή «υποφέρετε χωρίς να ενοχλείτε»· το άνευ ορίων τσάκισμα της «ραχοκοκαλιάς» της οικονομίας και, σε αντιστάθμισμα υποτίθεται, η άνευ όρων πολιτικοποίηση «του κράνους και της ασπίδας της δημοκρατίας», που νομιμοποιεί βασανιστήρια ή αφαιρεί ζωές.

Σε μιαν άλλη εποχή, καταγγέλλοντας τις ψευδαισθήσεις περί προόδου, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα εξηγούσε ότι η πάλη των τάξεων «είναι μια πάλη για τα χοντροκομμένα και υλικά πράγματα, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει τίποτα το εκλεπτυσμένο και το πνευματικό». «Όμως», θα συμπλήρωνε ο ίδιος, «στην πάλη των τάξεων, αυτό το πνευματικό κάνει την εμφάνισή του […] ως εμπιστοσύνη, ως θάρρος, ως χιούμορ, ως αδιάσειστη πεποίθηση, τα οποία ισχύουν και επενεργούν αναδρομικά σε βάθος χρόνου».

Μπροστά στις προαναφερθείσες απώλειες, κι ενώ οι πιστοί της πραγματικότητας σκληραίνουν καθώς λιγοστεύουν, αυτοί που συντρίβονται από την πραγματικότητα χάνουν ό,τι απέμεινε από το θάρρος, το χιούμορ και, κυρίως, την εμπιστοσύνη τους. Έπειτα από τόσες διαψεύσεις, το «επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» βρίσκει κλονισμένες τις παλιές αδιάσειστες πεποιθήσεις τους και αναγγέλλει τον ερχομό ενός Μεσσία ανάξιου του ονόματός του. Κάπως έτσι, η πάλη μεταφέρεται προς τα μέσα, δοκιμάζοντας την ισχύ του εορταστικού μηνύματος της Αγάπης και, από άλλη σκοπιά, τη «λαϊκή ενότητα». Άλλοτε γίνεται αδιαφορία (στο όνομα των εύλογων πολιτικών ιεραρχήσεων…) για όσους καθηλώθηκαν στη βάση της πυραμίδας· κι άλλοτε απαίτηση, που ρωτά βλοσυρά «πόθεν έσχες;», και εννοεί την εξίσωση όλων προς τα κάτω ως μόνη «ορατή» διαδρομή για την επίτευξη της ισότητας.

***

Η πάλη των τάξεων μπορεί να είναι ένας αγώνας «για τα χοντροκομμένα και υλικά». Όμως ο αγώνας αυτός εμψυχώνεται ή λιγοψυχάει από ηθικές ποιότητες και πνευματικά κίνητρα. Οι μικρές και μεγάλες, οι προσωπικές και οι συλλογικές ήττες, δεν οδηγούν από μόνες τους στην «οργάνωση της απαισιοδοξίας» όπως την εννοεί ο Μπένγιαμιν – στο τράβηγμα, τελικά, του φρένου που αποτρέπει την καταστροφή. Ευτυχώς, το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: η καθήλωση, η απόσυρση και η ηθική εξαχρείωση δεν είναι τα μόνα δυνατά δρομολόγια για τους προσωρινά ηττημένους. Το υπενθύμισε πρόσφατα ο Γιάννης Δραγασάκης, ανατρέχοντας σε άλλους, πολύ διαφορετικούς καιρούς, στην τελευταία παν-κινητοποίηση για την αποτροπή της καταστροφής: «Ο ελληνικός λαός στην Κατοχή δεν είχε ούτε τρόφιμα, ούτε καύσιμα, ούτε φάρμακα, ούτε όπλα, και όμως κέρδισε το φασισμό. Και τον κέρδισε διότι διέθετε φρόνημα αγωνιστικό, πνεύμα συλλογικότητας και αλληλεγγύης».

***

Η επανάληψη και φέτος του ίδιου, δεν προμηνύει την έλευση του Μεσσία, ό,τι και να δείχνει το ημερολόγιο. Για την ακρίβεια, όσο οι επώδυνες θυσίες και οι αιματηρές συντριβές, ατομικές και συλλογικές, αποδεικνύονται χωρίς νόημα, κι όσο το ρολόι του κόσμου πλησιάζει μεσάνυχτα, το κύριο πρόβλημα θα είναι ακριβώς η αναμονή της «έλευσης» του Μεσσία: πρόβλημα, στο βαθμό που αυτός ο τελευταίος είναι ήδη εδώ [1].

Στις «Θέσεις» του για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, ο Μπένγιαμιν εξηγεί ότι ένας καμπούρης νάνος, δεξιοτέχνης στο σκάκι, είναι κρυμμένος πίσω από τη φιγούρα του αυτόματου σκακιστή (δάνειο από τον Πόε), που οφείλει πάντα να κερδίζει στις παρτίδες. Χωρίς το νάνο να εμψυχώνει τον αυτόματο σκακιστή, η νίκη του τελευταίου στην παρτίδα, λέει ο Μπένγιαμιν, είναι απίθανη. Στον απαισιόδοξο, μεσσιανικό μαρξισμό του, ο νάνος αυτός είναι η θεολογία.

Τι νόημα έχει άραγε αυτός ο καμπουράκος της θεολογίας σε μια ορθολογιστική εποχή χωρίς πίστη; Ακριβώς στην εποχή της απομάγευσης, ο νάνος της ιστορίας μας τίθεται στην υπηρεσία των καταπιεσμένων: αφενός, ορίζοντας ως καθήκον τη μνήμη των λησμονημένων και αναβάλλοντας την «τελική» κρίση της ιστορίας γι΄ αυτούς· αφετέρου, δείχνοντάς μας ως δυνατότητα τη λύτρωση, την αποτροπή της καταστροφής, χάρη στην οποία αποκαθίστανται και αποκτούν νόημα εκ των υστέρων όλες οι ήττες, όλες οι άκαιρες προσπάθειες, όλες οι στιγμές για τις οποίες δεν μιλά πια κανείς: οι χαμένες «ουτοπίες» του παρελθόντος και οι δυνατότητες που, εφ΄ όσον υπήρξαν, θα μπορούσαν να είχαν επικρατήσει.

Ο νάνος της ιστορίας μας είναι ήδη τώρα παρών, αν και αφανής. Δουλεύει «από κάτω», κρυφά, δικαιώνοντας το παρελθόν μας, απαλύνοντας το δριμύ ψύχος των απωλειών και μετριάζοντας τη μοναξιά των θνησκόντων. Δίνοντας νόημα στις συζητήσεις για το μέλλον και αποκαθιστώντας τη συκοφαντημένη απ΄ τους «ειδωλολάτρες της πραγματικότητας» ουτοπία. «Η απέχθεια για την ουτοπία», εξηγεί ο Μιγκέλ Αμπενσούρ, «είναι το επαναλαμβανόμενο σύμπτωμα, που από γενιά σε γενιά βασανίζει τους υπερασπιστές της υπάρχουσας τάξης με τον φόβο της αλλαγής». Κι είναι η απουσία της ουτοπίας, η ψευδαίσθηση δηλαδή της εκπλήρωσης, που εγκυμονεί ολοκληρωτισμούς – σε αντίθεση με όσα μετριοπαθή πρεσβεύει ο πάντοτε à la mode αντιολοκληρωτισμός.

***

Τα κείμενα και οι ουτοπίες μας μοιάζουν, εκτός από απρόσιτα, εντελώς άχρηστα για όποιον πεινά ή κρυώνει: η σκέψη μας δεν τον σώζει, και σε αντίθεση με μια απαρχαιωμένη σκέψη, τα βάσανά του δεν οδηγούν από μόνα τους στην κάθαρση. Αν επιμένουμε, είναι γιατί τα άψυχα «αυτόματα» μας είναι ξένα. Γιατί το είδος τους εξουσιάζει ακόμα, κατεβάζοντας τον πήχυ των προσδοκιών μας στα χοντροκομμένα, στα όρια της επιβίωσης, πείθοντας ταυτόχρονα πως η εξάλειψη όσων απειλούν την επιβίωση, της πείνας και του κρύου, είναι κάτι «ουτοπικό». Θεού απόντος, η διάψευσή τους στην πράξη –το μεσσιανικό έργο– ήταν και είναι έργο ανθρώπινο: δικό μας.

Το έργο αυτό παραμένει μετέωρο απ΄ το Δεκέμβρη του 2008. Αν δεν ολοκληρωθεί, ως λύτρωση των προσωρινά ηττημένων και μαζί συντριβή των προσωρινά νικητών (ο λυτρωτής, λέει ο Μπένγιαμιν, είναι αυτός που συντρίβει τον Αντίχριστο), αυτοί οι τελευταίοι θα επιβάλουν τη λήθη, αθροίζοντάς μας κι εμάς στις παράπλευρες απώλειες της αστικής προόδου. Τώρα, την ώρα της αδυναμίας, είναι η ώρα που μετριούνται η πίστη και το νόημα των όποιων ευχών.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook. Τα παραθέματα και ορισμένες από τις παραπάνω σκέψεις οφείλονται στο βιβλίο του Μικαέλ Λεβί.

______________

[1] Γράφει ο Γκέρσομ Σόλεμ, γερμανο-εβραίος ιστορικός και φίλος του Μπένγιαμιν, ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του εβραϊκού μεσσιανισμού: «Ο μεσσιανικός χρόνος ως αιώνιο παρόν και η δικαιοσύνη του Είναι-εκεί, του ουσιώδους, βρίσκονται σε αντιστοιχία. Αν η δικαιοσύνη δεν ήταν εκεί, το μεσσιανικό βασίλειο δεν θα ήταν ούτε εκείνο εκεί, αλλά θα ήταν αδύνατο». Παρατίθεται στο: Michael Löwy, «O ετερόδοξος μεσσιανισμός στο νεανικός έργο του Γκέρσομ Σόλεμ», Σημειώσεις τ. 74, Δεκέμβριος 2011.

Φωτό: Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν με τη ματιά του Μepol

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s