ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΥΓΓΡΟ ΦΙΛΟΣΟΦΟ ΓΚΑΣΠΑΡ ΜΙΚΛΟΣ ΤΑΜΑΣ

Ο καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας Γκάσπαρ Μίκλος Ταμάς ήταν ένας από τους συμμετέχοντες στο αντιφασιστικό σεμινάριο του Alter Summit, που διοργανώθηκε στη Βουδαπέστη στις 3.4.2014, λίγες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές. Όπως αναμενόταν, το εθνικιστικό Fidesz του Βικτόρ Ορμπάν κέρδισε με μεγάλη διαφορά τον συνασπισμό της Κεντροαριστεράς, ενώ το νεοφασιστικό Jobbik ανέβηκε από το 16,6% στο 20,5%. Επωφελούμενες του νέου εκλογικού νόμου, Δεξιά και Ακροδεξιά έχουν μαζί 156 από τις 199 έδρες στη νέα Βουλή. Λίγα εικοσιτετράωρα μετά τις εκλογές, μιλήσαμε με τον Γκ.Μ. Ταμάς για το ασφυκτικό αυτό σκηνικό, αλλά και τις προοπτικές για την υπέρβασή του.

* Παίρνοντας 44,5% και κερδίζοντας τις 133 από τις 199 έδρες στη νέα Βουλή, ο Βικτόρ Όρμπαν παραμένει ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού στην Ουγγαρία, παρά τις απώλειες της τάξης του 8% που κατέγραψε το κόμμα του, το Fidesz. Από την άλλη πλευρά, ο σοσιαλφιλελεύθερος συνασπισμός της «Ενότητας» αποδείχτηκε ανίκανος και να αμφισβητήσει έστω αυτή την κυριαρχία. Πώς το εξηγείτε;

Η Κεντροαριστερά είναι ταυτισμένη με τη λιγότερο δημοφιλή πολιτική που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς: την υπεράσπιση των αλλαγών του 1989, τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τον φιλελεύθερο καπιταλισμό. Την ίδια στιγμή, η απόρριψη των αλλαγών που σημειώθηκαν στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα είναι πολύ συγκεχυμένη και δεν συνδέεται με μια σαφή εικόνα για την εναλλακτική. Έτσι, η ρητορική της Δεξιάς ενάντια στο ξένο (και μόνο το ξένο) κεφάλαιο, ενάντια στην «Ευρώπη» και τις παγκόσμιες «συνωμοσίες» μοιάζει να είναι η μόνη λύση. Φυσικά δεν είναι. Φαίνεται όμως ως η μόνη αμφισβήτηση της «Νέας Παγκόσμιας Τάξης».

* Στο κλίμα αυτό, το νεοφασιστικό Jobbik αύξησε την επιρροή του, αν πριν από τις εκλογές αυτοπαρουσιαζόταν ως κόμμα του κυρίαρχου ρεύματος. Ποια είναι η κοινωνική του βάση σήμερα; Με ποιους τρόπους προσπάθησαν οι αντίπαλοί του να το αντιμετωπίσουν, και κυρίως, πώς εξηγείται η προφανής αποτυχία τους;

Το Jobbik είναι το κόμμα του φόβου. Του φόβου των φτωχών για τους άλλους φτωχούς. Του φόβου της νέας μεσαίας τάξης για τον ξένο ανταγωνισμό. Του φόβου των ανθρώπων της επαρχίας για τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές πρακτικές και την κατάρρευση των παραδοσιακών ηθικών προτύπων. Του φόβου για τον πληθυσμό των Ρομά που πεινάει και είναι απελπισμένος. Του φόβου της ισότητας, που θεωρείται ότι καταστρέφει τις ευκαιρίες για τους «αληθινούς Ούγγρους». Του φόβου, επιπλέον, του εβραϊκού ριζοσπαστισμού – γιατί τόσο ο φιλελευθερισμός όσο και ο κομμουνισμός θεωρούνται εβραϊκοί. Του φόβου, ακόμα, της ομοφυλοφιλίας και του διεκδικητικού φεμινισμού.

Κανείς δεν έκανε τίποτα εναντίον αυτών των φόβων. Τα δύο κύρια πολιτικά μπλοκ ελάχιστα ασχολήθηκαν με το Jobbik στην προεκλογική τους καμπάνια. Οι Πράσινοι αρνήθηκαν επίσης την πολεμική, στον βαθμό που το Jobbik αναδείκνυε «πραγματικά» προβλήματα -και πράγματι το έκανε. Στην πραγματικότητα, εξέφραζε ανοιχτά αυτό που η κυβέρνηση έκανε πράξη, χωρίς να το λέει: το φάρμακο ενάντια στη φτώχεια είναι η αστυνόμευση των φτωχών, ειδικά αν οι φτωχοί είναι φυλετικά διαφορετικοί.

* Ενώ ο Όρμπαν δηλώνει την αφοσίωσή του στην «ευρωπαϊκή οικογένεια» όταν επισκέπτεται τις Βρυξέλλες, φαίνεται ότι Fidesz και Jobbik μοιράζονται τα ίδια αισθήματα ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε ό,τι αφορά τον Ούγγρο πρωθυπουργό, αυτός ο «ευρωσκεπτικισμός» είναι απλώς ζήτημα ρητορικής, ή μπορεί κανείς να βρει στοιχεία ενός διαφορετικού προσανατολισμού, πιο φιλικού, για παράδειγμα, προς τη Ρωσία και την Κίνα;

Ο Όρμπαν είναι πραγματιστής. Του αρέσουν τα χρήματα που έρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά του αρέσουν επίσης τα εκλογικά κέρδη που φέρνει αυτή η βάναυση εθνικιστική συνθηματολογία. Πιστεύει σε ό,τι του είναι χρήσιμο. Η Ρωσία και η Κίνα είναι καλοί σύμμαχοι, κυρίως γιατί δεν επερωτούν αντιφιλελεύθερες πρακτικές, παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το τέλος του συνταγματισμού και του πλουραλισμού, την κατάληψη των μέσων ενημέρωσης και τις πολιτικές διακρίσεις εις βάρος των αντιπάλων της κυβέρνησης, ιδίως των αριστερών διανοουμένων.

* Από το 1987 και τη διάλυση του Κομμουνιστικού Κόμματος, η ουγγρική Αριστερά δυσκολεύεται ακόμα να εκπονήσει μια αυτόνομη και πειστική στρατηγική για την υπεράσπιση των εργαζομένων και των μειονοτήτων, παρά τις προφανείς συνέπειες της λιτότητας και των παρεμβάσεων του ΔΝΤ. Είναι μόνο η κληρονομιά του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που κρατά την Αριστερά κάτω από το 1%;

Για πολύ καιρό, ίσως και από τη δεκαετία του ’70, το «Κομμουνιστικό Κόμμα» δεν ήταν κομμουνιστικό, ούτε καν υπό την αηδιαστική και απαρχαιωμένη έννοια που έδινε στον όρο ο σταλινισμός. Τα λεγόμενα «εργατικά» κόμματα παντού στην ανατολική Ευρώπη ήταν κόμματα της δυσαρέσκειας και της νοσταλγίας, χωρίς αυθεντικό αριστερό πρόταγμα. Έκτοτε τσιτάρουν κλισέ για τον σοσιαλισμό, τον οποίο αντιλαμβάνονται είτε όπως οι Καντάρ και Τίτο, ως μεταρρυθμίσεις με άξονα την αγορά, είτε με την ημιφασιστική αντίληψη του Τσαουσέσκου. Αυτές οι ομάδες είναι απελπισμένες και θα έπρεπε να περάσουν στη λήθη. Στις βαλκανικές χώρες, αντίθετα, βλέπουμε το ξεκίνημα μιας νέας Νέας Αριστεράς (είναι σκόπιμη η διπλή χρήση του επιθέτου) κι αυτό το ξεκίνημα ίσως να αφορά και την Κεντρική Ευρώπη.

* Κατά τη διάρκεια του αντιφασιστικού σεμιναρίου του Alter Summit υπήρξε έντονη ανησυχία για τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία, τις ρωσικές πρωτοβουλίες και τη διαφαινόμενη ανοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το νέο καθεστώς. Συμμερίζεστε την άποψη ότι, στο φόντο της καπιταλιστικής κρίσης, κάνουμε βήματα προς τα πίσω, προς έναν πολυπολικό κόσμο που αποδέχεται τα τετελεσμένα, ακόμα και τα πιο αντιδημοκρατικά;

Ειλικρινά δεν το ξέρω. Η ουκρανική κρίση δεν βοηθά, με την έννοια ότι εκεί δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Σε μένα όλοι φαίνονται κακοί. Η Βοσνία και η Ελλάδα, αντίθετα, είναι πιο σημαντικές από τη δική μας σκοπιά.

* Η παρέμβασή σας στο αντιφασιστικό σεμινάριο της Βουδαπέστης άντλησε έμπνευση από τις σημειώσεις των Αντόρνο και Χορκχάιμερ αναφορικά με το μίσος ενάντια στους διανοούμενους. Πού «πατάει» αυτό το μίσος; Δεδομένου ότι τόσο τα ΜΜΕ όσο και η ανερχόμενη Ακροδεξιά είναι, με μία έννοια, συνώνυμα του μίσους αυτού, ποιες δυνατότητες έχει η ριζοσπαστική σκέψη να ανακαταλάβει χώρο σε κοινωνίες που προτιμούν «πρακτικές λύσεις, όχι αναλύσεις»;

Το μίσος για τους διανοούμενους προέρχεται από την παθιασμένη δέσμευση της αστικής κοινωνίας στην κοινωνική διαίρεση της εργασίας και την άρνησή τους για την ευτυχία που είναι -φυσικά- η ελευθερία από την αλλοτριωμένη εργασία, ιδίως απ’ ό,τι ο Μαρξ αποκαλούσε «πραγματική υπαγωγή στο κεφάλαιο». Οι διανοούμενοι συμβολίζουν μια νησίδα δημιουργίας σ’ έναν ωκεανό καταπίεσης, όπου η ελευθερία είναι προνόμιο – ως εκ τούτου, λοιπόν, είναι οι πιο μισητοί γι’ αυτούς που λατρεύουν την καθολική υποτέλεια και μισούν τον έρωτα της ελευθερίας. Η απόρριψη της θεωρίας σημαίνει απλώς ότι θα έπρεπε να παρατήσουμε τις φιλοδοξίες μας για χειραφέτηση και να δεξιωθούμε την «πραγματικότητα», που δεν είναι σε τελική ανάλυση τίποτε άλλο παρά ο σύγχρονος καπιταλισμός. Να ασχοληθούμε λοιπόν μόνο με την »πράξη», τις «σταδιακές μεταρρυθμίσεις», την »περισσότερη διαφάνεια» και άλλα παρόμοια.

* Φαίνεται ότι μια όλο και πιο μη δημοκρατική (αν όχι ευθέως αντιδημοκρατική) Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να πείσει μια αυταρχική εθνικιστική κυβέρνηση όπως αυτή του Όρμπαν να σεβαστεί τα δικαιώματα των εργαζομένων και των μειονοτήτων. Από την άλλη πλευρά, τα κινήματα και η Αριστερά είναι ακόμα αδύναμοι. Ποιες είναι λοιπόν οι προοπτικές του αγώνα ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και τον φασισμό στην Ουγγαρία;

Η συνταγή είναι παλιά αλλά αξιόπιστη: θεωρία και οργάνωση. Η ανάπτυξη μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής επιστήμης και μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας είναι μια υπόθεση πιο αναγκαία από ποτέ. Και είναι εξίσου αναγκαίο να σκεφτούμε εκείνες τις μορφές οργάνωσης που δεν θα επαναλάβουν τα λάθη και τα εγκλήματα της παλιάς Αριστεράς, αλλά θα παραμείνουν ισχυρές καιεμπνευστικές. Δεν υπάρχει λόγος να βιαστούμε. Έχουμε μπροστά μας πολύ καιρό: τα σκοτεινά χρόνια πιθανότατα θα διαρκέσουν.

Η συνταγή είναι παλιά αλλά αξιόπιστη: θεωρία και οργάνωση. Η ανάπτυξη μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής επιστήμης και μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής θεωρίας είναι μια υπόθεση πιο αναγκαία από ποτέ. Και είναι εξίσου αναγκαίο να σκεφτούμε εκείνες τις μορφές οργάνωσης που δεν θα επαναλάβουν τα λάθη και τα εγκλήματα της παλιάς Αριστεράς, αλλά θα παραμείνουν ισχυρές και εμπνευστικές.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην Αυγή

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s