Η ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ

Αγγέλα Καστρινάκη, Και βέβαια αλλάζει, Κίχλη, 2014, σ. 264

Στο Goodbye Lenin του Βόλφγκανγκ Μπέκερ, η κυρία Κέρνερ, αφοσιωμένη οπαδός του ανατολικογερμανικού καθεστώτος, πέφτει σε κώμα λίγες μέρες πριν από την πτώση του Τείχους. Όταν πια συνέρχεται, τα δύο της παιδιά κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγει το σοκ της αλλαγής: της κρύβουν τα μικροπράγματα που παραπέμπουν στη νέα κατάσταση και, με την ίδια αγωνία, φροντίζουν να κρατούν σε περίοπτη θέση τα σύμβολα του παλιού κόσμου: τις κονσέρβες με τις παλιές ετικέτες, τις παλιές συσκευασίες του καφέ, τις εκπομπές της παλιάς κρατικής τηλεόρασης.

Θυμήθηκα την ταινία του Μπέκερ διαβάζοντας το βιβλίο της Αγγέλας Καστρινάκη για τη Μεταπολίτευση (Και βέβαια αλλάζει, εκδ. Κίχλη) –ένα πολυφωνικό αφήγημα, απ’  όπου παρελαύνουν ο Ρίτσος, ο Λουντέμης, ο Στάινμπεκ, ο Αγγελόπουλος και πολλοί ακόμα–, και την οιονεί περίληψη του βιβλίου στο Βήμα (“Τι κρατάμε από τα τελευταία σαράντα χρόνια”). Γράφει λοιπόν η ίδια εκεί:

“Μεταπολίτευση για μένα ήταν η μουσική του Θεοδωράκη που μπορούσαμε πια να την ακούμε δυνατά, καθώς κι η πελώρια μορφή του που χοροπηδούσε στην εξέδρα. Μεταπολίτευση, η μορφή του Ξενάκη, η χαρακωμένη βαθιά στο μάγουλο, όταν τον είδα από απόσταση στην πλατεία Συντάγματος (συγκέντρωση της “Ενωμένης Αριστεράς”) και μου εξήγησαν πώς είχε προκύψει η πληγή […] Μεταπολίτευση ήταν [ότι] παρακολούθησα τον Θίασο μόνη μου μέσα σε ένα πλήθος νεολαίους με μαλλιά και μούσια, ότι φορούσα χακί αμπέχονο στο σχολείο και κρατούσα χακί τσάντα. Εννοείται ότι τραγουδούσα και αντάρτικα […] Μεταπολίτευση ήταν η φυσαρμόνικα του Λεωνίδα Κύρκου και ο Ύμνος στη Χαρά”.

Μεταφέροντας το (προσωπικό) βίωμα και (ένα μέρος από) το συλλογικό αίσθημα της εποχής, η Καστρινάκη δεν αποφεύγει, όπως ο Μπέκερ στο Goodbye Lenin, να συρρικνώσει μια εποχή σε εικόνες και σύμβολα που πλέον δεν σηματοδοτούν ό,τι πριν. Στην περίπτωσή της, η απομείωση του παρελθόντος σε αισθητικό στυλ [1] σημαίνει μια Μεταπολίτευση που αρχίζει και τελειώνει με την πολιτιστική αναγέννηση μετά το ’74 – άλλο αν και οι ρίζες αυτής της τελευταίας βρίσκονται μάλλον πιο πίσω.

Διαβάζοντας την Καστρινάκη, μαθαίνουμε ότι η Μεταπολίτευση ήταν κυρίως μια τομή στα  γράμματα, τις τέχνες και τα ήθη της εποχής· για τη συγκρουσιακή δυναμική που επέτρεψε αυτή την “τομή” έχουμε λίγες μόνο αναφορές – κι αυτές εν παρόδω, μέσω υπαινιγμών και στα τριτεύοντα (“στα πάρτι”, ας πούμε, “όπου το φλερτ γινόταν μέσα από τσιτάτα του Μαρξ και του Λένιν”…). Για τους φορείς που οριοθέτησαν, και ανέκοψαν τελικά, τη συγκρουσιακή δυναμική της Μεταπολίτευσης, για τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ λόγου χάρη, μαθαίνουμε από λιγότερα έως τίποτα· σήμερα πρέπει “να ξαναχτίσουμε το μισοκατεστραμμένο μας σπίτι”, πράγμα για το οποίο “η συναίνεση –όχι η σύγκρουση– είναι μια προϋπόθεση”.

Στο Goodbye Lenin, η συρρίκνωση μιας εποχής στα σύμβολα της καθημερινότητας είναι μέσο για την εξιδανίκευση, και τελικά τη νοσταλγία ενός αυταρχικού καθεστώτος, όπως η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Στο δικό της αποχαιρετισμό στη Μεταπολίτευση, η Καστρινάκη δεν νοσταλγεί τον καιρό της έκρηξης, όπως γράφει, των προσδοκιών. Έτσι, αν στα χρόνια της εφηβείας της ο Θεοδωράκης, ο Αγγελόπουλος και ο Στάινμπεκ ήταν εισιτήρια για την ένταξη στον κόσμο των αγώνων, των ελπίδων και της «ανάμνησης» αγώνων παλιότερων εποχών, όπως η ίδια το θέτει σήμερα “δεν έχουμε πια τρελές ελπίδες και προσδοκίες” – εξ ου και οι μουσικές ή τα παλιά διαβάσματα είναι πια ακίνδυνα αναμνηστικά. Ένας τρόπος να ξεχνιέσαι.

Μία εκ των 58 για την “ανασύσταση της Κεντροαριστεράς”, υπό συντηρητική βεβαίως ηγεμονία, η Καστρινάκη μου θυμίζει την αφηγήτρια στο μυθιστόρημά της Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας. Βαθιά πεπεισμένη ότι τα πιο σημαντικά έχουν ειπωθεί, φροντίζει να κρατά τη σωστή απόσταση από τον παράφορο έρωτα, κατ’ αναλογίαν προς το πάθος για την κοινωνική αλλαγή, το κύριο ίσως σήμα-κατατεθέν της Μεταπολίτευσης·  το άδοξο τέλος και των δύο αποδίδεται, αντί περαιτέρω ανάλυσης, στην αναμέτρηση “με την πραγματικότητα”.

Σε πείσμα των συναινετικών εκλογικεύσεων του παρόντος, βεβαίως, οι “τρελές ελπίδες” της Μεταπολίτευσης υπήρξαν απολύτως πραγματικές – όσο και η πεποίθηση πλειοψηφικών τμημάτων της κοινωνίας ότι “και βέβαια αλλάζει”. Η μουσειοποίηση αυτών των ελπίδων, αντίθετα, στον καιρό της μεταπολιτικής ειρωνείας, σήμερα δηλαδή που τα σημαντικότερα έχουν, υποτίθεται, λεχθεί και κριθεί, είναι τόσο απαισιόδοξη, που γίνεται κυνική. Αυτός ο κυνισμός είναι, ίσως, σημείο αναγνώρισης μιας ορισμένης μεταπολιτευτικής Αριστεράς: όπως η Καστρινάκη σήμερα, η ίδια ιεραρχεί ως μείζον κακό την “τρομοκρατία του προοδευτισμού”, αναβιώνοντας άδοξα τους μύδρους της μεταπολιτευτικής Δεξιάς κατά του “αριστεροχουντισμού”…

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

_______________________

[1] Βλ. το παλιότερο –και εξαιρετικά εύστοχο– άρθρο της Σίσσυς Βελισσαρίου “Η Καλομοίρα και η Λ.Δ.Γ”, Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής, 24.10.2004

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s