ΘΕΡΙΝΕΣ ΑΦΑΙΡΕΣΕΙΣ

Με αφαιρέσεις προχωράμε. Μόνο που προχώρημα από προχώρημα, αφαίρεση από αφαίρεση, έχει διαφορά.

Στις κοινωνίες όπου ο πλούτος «εμφανίζεται σαν τεράστιος σωρός από εμπορεύματα», και όπου πρόοδος σημαίνει να μεγαλώνει ο σωρός, οι ιδιότητες που κάνουν χρήσιμα τα πράγματα αφαιρούνται, προκειμένου να επικρατήσει μία μονάχα ιδιότητα: αυτή που κάνει διαφορετικά πράγματα ανταλλάξιμα σαν ίδια, ανταλλάξιμα δηλαδή ως εμπορεύματα: ως προϊόντα αφηρημένης εργασίας.

Με αφαιρέσεις προχωράμε. Ποιος είναι όμως ο μηχανισμός αυτής της προόδου; «Ζούμε σε μια αφηρημένη κοινωνία», γράφει ο Φιλίπο Βιόλα, «θεμελιωμένη πάνω σε ένα σύστημα αδιαφορίας για την ύπαρξή μας. Αφηρημένη, με την έννοια ότι αυτή η κοινωνία κάνει αφαίρεση από την κοινωνική πραγματικότητα, δεν λαμβάνει υπόψη πώς ζουν πραγματικά τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Αυτή η παγερή αδιαφορία περιβάλλει την καθημερινή ζωή και επιχειρεί να ακυρώσει τα χαρακτηριστικά της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας».

Προχωράμε με αφαιρέσεις, λοιπόν. Αφαιρέσεις που άλλοτε σε κάνουν να παραβλέπεις κάτι που χρειάζεται κόπο για να το δεις (ή κάτι που βάζεις με κόπο σε παρένθεση για να προχωρήσεις), αλλοτε πάλι σημαίνουν απλώς αδιαφορία. Με όλες τις κρίσιμες διαφορές, η αφαίρεση είναι η άλλη όψη της προόδου – προσωπικής  ή συλλογικής, ατομικής ή εθνικής.

***

Ο Βύρων Λεοντάρης ανήκε σε έναν κύκλο διανοουμένων που δεν χαρίστηκαν στην ιδεολογία της προόδου΄ αντίθετα, έδειξαν δρόμους, υποβάλλοντας τις αφαιρέσεις και τις αδιαφορίες της σε ανηλεή κριτική. Αν γι’ αυτό βιαστεί κανείς να τον κατατάξει στους “ρομαντικούς”, μαζί με τους συνοδοιπόρους του των Σημειώσεων, ας το κάνει τουλάχιστον με τον τρόπο του Μικαέλ Λεβί, τακτικού συνομιλητή του περιοδικού και των συγγενών εκδόσεων Έρασμος, αυτές τις δεκαετίες της παράλληλης σταδιοδρομίας τους: «Για τον επαναστατικό ρομαντισμό», γράφει ο Λεβί στο Προμήνυμα κινδύνου, «το αντικειμενικό δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια αλλαγή πορείας προς ένα ουτοπικό μέλλον». Αν είναι πάλι να τον ταξινομήσει στους «ουτοπικούς», ας σκέφτεται έστω την ουτοπία όπως ο Έρνστ Μπλοχ, που την αποκατέστησε: σαν «το μη-είναι-ακόμη». Ή εν πάση περιπτώσει ας αρκεστεί στο απλό: ότι τέσσερις δεκαετίες τώρα, ο Βύρων Λεοντάρης, μαζί με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, το Στέφανο Ροζάνη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Μανόλη Λαμπρίδη, τον Μάρκο Μέσκο και τον Τάσο Πορφύρη, υπερασπίστηκε την ποίηση ως κοινή υπόθεση, με αίσθηση καθήκοντος, κυρίως όμως με πάθος, “δια της λύπης” και μην παρατώντας “τη χαρά στους ανίδεους”. Με το ίδιο πάθος που ο ίδιος και οι συνοδοιπόροι του υπερασπίστηκαν τη φιλοσοφία («σε τι χρησιμεύει ακόμα», άραγε;) και τις ηττημένες εξεγέρσεις, από την Ουγγαρία και το Πολυτεχνείο” [1], μέχρι τον δικό μας Δεκέμβρη του 2008: ως κριτικές του υπάρχοντος από τη σκοπιά αυτού που δεν είναι ακόμα εδώ.

***

Το καλοκαίρι ευνοεί τις αφαιρέσεις – και πάλι όμως, αφαίρεση με αφαίρεση δεν είναι το ίδιο. Ένα είδος από μόνοι τους, ας πούμε, είναι οι παγερά αδιάφοροι για τους εμφανείς και αφανείς ήρωες των διακοπών, που φέτος (αν όχι και φέτος) δεν πρόκειται να κάνουν διακοπές. Λέω για τους πρωταγωνιστές της κοινωνίας της αφαίρεσης, τα παραδόπιστα μικρά και μεγάλα αφεντικά της εθνικής μας τουριστικής βιομηχανίας, αλλά και τους τουρίστες-πελάτες τους που έχουν πάντα δίκιο, ιδίως όταν δεν ξέρουν άλλο χρόνο απ’ τη στιγμή της κατανάλωσης.

Άλλο πάλι είδος, αν και όχι αποκλειστικά θερινής εσοδείας, είναι οι αφασικοί μπροστά στα τεκταινόμενα – βασικοί συντελεστές στη διαιώνιση της αφηρημένης κοινωνίας, και διαρκώς αφηρημένοι κυριολεκτικά, είτε το θέμα είναι η «κερδαλέα πρόοδος», που και φέτος εποφθαλμιά δάση κι αιγιαλούς, είτε η μακρινή (;) κτηνωδία του Ισραήλ, που γέμισε τη Γάζα με φέρετρα, προσθέτοντας άλλο ένα αιμόφυρτο καλοκαίρι σ’ αυτά της τελευταίας δεκαετίας.

***

Με αφαιρέσεις προχωράμε κάθε εποχή. Δεν είναι όμως όλες οι αφαιρέσεις ίδιες – όπως δεν είναι και οι εποχές. Το καλοκαίρι, αυτό τουλάχιστον που αξίζει τη φήμη του, είναι πάνω απ’όλα η λαχτάρα της άφεσης, σε πείσμα της εγρήγορσης που συνέχει την αφηρημένη κοινωνία: η λαχτάρα να αφεθείς και ν’ αφομοιωθείς στο τοπίο και στο βλέμμα, με όποια σειρά: ν’ αφαιρεθείς, κι έτσι κομμάτι κομμάτι να πάρεις πίσω τις ιδιότητες που κλείστηκαν όλο αυτό τον καιρό σε παρένθεση. Το καλοκαίρι –αν και λίγο ενδιαφέρουν οι ορισμοί– είναι η αυγουστιάτικη ανεμελιά. Όχι η ανευθυνότητα για τα κοντινά και τα απώτερα παρελθόντα –και τις ανθεκτικές, προσωπικές και συλλογικές ταυτότητες που έφτιαξαν. Αλλά η αναγνώριση, στο παρόν, της μόνης δυνατότητας γι’ αυτό το «κάτι (που) λείπει». Και η διεκδίκηση, από το ίδιο παρόν, μεριδίου στη χαρά και την ποίηση: αν φεύγαμε, θα τα αφήναμε όλα στο έλεος των ανίδεων.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

______________________

[1] «Το Πολυτεχνείο δεν ανήκει στο ‘έθνος’ […] Η σπουδαστική εξέγερση κηδεύτηκε προχθές. Πέρασε ήδη στις εθνικές επετείους – κρατικοποιήθηκε», έγραφαν εν μέσω γενικής ευφορίας τις μέρες της πρώτης επετείου. Σημειώσεις, τεύχος 4, 26.11.74

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s