ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ

Οι ερμηνείες της ανόδου και του ρόλου της Χρυσής Αυγής στο πολιτικό σύστημα θυμίζουν συχνά εκκρεμές, επιχειρώντας να ισορροπήσουν, διαδοχικά, μεταξύ σχετικοποίησης και απολυτοποίησης της οικονομικής κρίσης· άλλοτε συνδέοντας τον νεοναζισμό με την «κοινωνική ζήτηση για εξτρεμισμό», και αντιστικτικά, θεωρώντας το νεοναζισμό γενικώς «βραχίονα του κράτους»· άλλοτε, τέλος, αποκόπτοντας τη Χρυσή Αυγή από το πολιτικό της περιβάλλον και την ιστορική της παράδοση, και στον αντίποδα, υποτιμώντας ιδιοτυπίες, ενδοδεξιούς ανταγωνισμούς και στοιχεία τομής της Χ.Α με την παράδοση της ελληνικής Ακροδεξιάς.

Παραφράζοντας τον Μαρκ Μπλοκ, η άνοδος της Χρυσής Αυγής φέρει «το πρωτότυπο αποτύπωμα ενός καιρού κι ενός περιβάλλοντος»· ενώ ορισμένες από τις προϋποθέσεις της επιβεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται για «γεγονός που ήρθε μία και μόνη φορά στον κόσμο» [1], ότι δηλαδή πολλά από τα στοιχεία του λόγου και της πρακτικής της βρίσκονταν ήδη διάχυτα στο πολιτικό σύστημα και στην ελληνική κοινωνία, την ίδια στιγμή, οι «ρίζες» αυτές δεν οδήγησαν νομοτελειακά στην εκτίναξη του νεοναζισμού και στον τρόπο που πολιτεύεται σήμερα η Χ.Α. Αυτό λοιπόν που θα επιχειρήσω να δείξω σε ό,τι ακολουθεί είναι ότι:

α. Καταλύτης για την άνοδο της Χρυσής Αυγής είναι η διάρρηξη της συμμαχίας της Δεξιάς – ο κατακερματισμός της συντηρητικής παράταξης, αποτέλεσμα της προσχώρησης της ΝΔ και του ΛΑΟΣ στη συναίνεση γύρω από τη μνημόνιο.

β. Ενώ η αντίθεση Μνημόνιο/Αντιμνημόνιο επιβεβαιώνεται ως οιονεί διαιρετική τομή της περιόδου, η τομή αυτή δεν υποκαθιστά την παραδοσιακή τομή Δεξιά/Αριστερά – ειδικά δε σε ό,τι αφορά την άνοδο του νεοναζισμού, αυτή αποτελεί προϊόν και μαζί παράγοντα ριζοσπαστικοποίησης, δηλαδή περαιτέρω συντηρητικοποίησης, συνολικά της ελληνικής Δεξιάς. Πρόκειται για μια διαδικασία που ξεκίνησε με τον ΛΑΟΣ και επιτάθηκε μετά το 2008 (η Χρυσή Αυγή ως «εγχείρημα αντιεξέγερσης», όπως το έθεσε πρόσφατα ο Τάσος Κωστόπουλος [2]), συνιστά δε απόπειρα αναπλαισίωσης του κοινωνικού ζητήματος συνολικά από τη Δεξιά (απόπειρα «εκτροπής των αντιστάσεων», θα έλεγαν οι Εμμανουηλίδης και Κουκουτσάκη [3]), ενόψει της ανόδου της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα. Όψεις αυτής της απόπειρας αναπλαισίωσης είναι η καταγγελία της υποτιθέμενης μεταπολιτευτικής ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς και του «κομματισμού», ο αντιμεταναστευτισμός, και βεβαίως, η πριμοδότηση του ποινικού έναντι του κοινωνικού κράτους. Πρόκειται για τους βασικούς κοινούς τόπους Δεξιάς και Ακροδεξιάς, όπως αναδείχτηκαν τα τελευταία χρόνια της κρίσης, ορίζοντας ένα πλαίσιο συμβιωτικής σύγκρουσης μεταξύ τους.

1. Διαιρετική τομή και σχέση πολτιτικής εκπροσώπησης

Είναι κοινός τόπος ότι ο καταλύτης για την εκλογική εκτίναξη της Χρυσής Αυγής είναι η ανάδειξη του Μνημονίου σε οιονεί διαιρετική τομή της περιόδου. Η έννοια της διαιρετικής τομής, που επεξεργάστηκαν οι Λίπσετ και Ροκάν [4], έχει αξία στο βαθμό που δεν θεωρούμε την ψήφο (και) προς τη Χρυσή Αυγή συγκυριακώς μεταβαλλόμενη απόφαση, ή αποτέλεσμα μεμονωμένων ορθολογικών επιλογών, ή τέλος, προϊόν ψυχικών και ταυτοτικών προσανατολισμών – για να μείνω στα βασικά μοντέλα ανάλυσης της εκλογικής συμπεριφοράς. Σε αντίθεση με αυτά, η τομή Μνημόνιο/Αντιμνημόνιο αποδείχτηκε μια πολιτική αντιπαράθεση ανθεκτική στο χρόνο, εμπλέκοντας μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, δημιουργώντας όρους για τη δημιουργία κομμάτων (ΔΗΜΑΡ, ΔΗΣΥ, ΔΗΞΑΝΑ, ΑΝΕΛ), και κινημάτων (Αγανακτισμένοι, Δεν Πληρώνω), και προκαλώντας στοιχίσεις και αποστοιχίσεις εκατομμυρίων ψηφοφόρων, από τις οποίες ευνοήθηκε η Χρυσή Αυγή (μόνο στις εκλογές του 2012, σχεδόν 4.000.000 ψηφοφόροι μετέβαλαν την ψήφο τους σε σχέση με τις εκλογές του 2009).

Την ίδια στιγμή, η ανάλυση αυτών των δεδομένων με κλειδί τη «διαιρετική τομή» παρουσιάζει προβλήματα. Όχι μόνο γιατί η αντοχή της διαίρεσης Μνημόνιο/Αντιμνημόνιο έναντι άλλων διαιρέσεων μένει να αποδειχτεί. Αλλά και γιατί στους Λίπσετ και Ροκάν, αυτοί που «εκπροσωπούνται» στη μια ή την άλλη πλευρά της τομής δεν είναι τα ενεργά υποκείμενα της ιστορίας, που συγκροτούνται μέσα από ανταγωνισμούς και κοινωνικές αντιθέσεις (δεν είναι δηλαδή οι κοινωνικές τάξεις, οι μερίδες τους, κοινωνικές κατηγορίες ή τμήματά τους κλπ.), αλλά «τομείς» της κοινωνίας (αγροτικός, αστικός, κεντρικός, περιφερειακός κλπ.), προς τους οποίους το πολιτικό κόμμα περιορίζεται στο να διατυπώνει «πολιτικές προτάσεις», επιβεβαιώνοντας την ιστορική του σχέση μαζί τους.

Στην πραγματικότητα, τα κόμματα είναι πολιτικοί, ιδεολογικοί και οργανωτικοί εκφραστές της κίνησης των μαζών με τις οποίες ταυτίζονται μέσα από συγκρούσεις με άλλα κόμματα, αλλά και συγκρούσεις στο εσωτερικό τους. Σε αντίθεση δηλαδή με έναν κοινωνιολογικό αναγωγισμό, τα κόμματα δεν αποτυπώνουν απλώς κοινωνικές δυναμικές: αποτελούν μέρος τους, τις ερμηνεύουν και τις οργανώνουν, επιχειρούν να τους δώσουν προσανατολισμό.

Με αυτή την έννοια, η δυναμική της Χρυσής Αυγής είναι πιο γόνιμο να αναλυθεί στο πλαίσιο της σχέσης εκπροσώπησης [5] που αυτή έχει εγκαθιδρύσει με τμήματα της κοινωνίας (κυρίως) από τους ηττημένους της μνημονιακής κρατικής διαχείρισης. Η έννοια της σχέσης εκπροσώπησης υπαινίσσεται το συνδυασμό στοιχείων:

α. Της εκπροσώπησης ή διαμεσολάβησης κοινωνικών και ταξικών συμφερόντων – στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής: των ελεύθερων επαγγελματιών, των ανέργων και των αγροτών, αλλά και των αστυνομικών υπαλλήλων, κατά επανάληψη σε μεγάλο βαθμό της κοινωνικής γεωγραφίας του ΛΑ.Ο.Σ. Η επανάληψη αυτή, ενδεικτική της αλληλεπίδρασης μεταφασιστικού-νεοφασιστικού χώρου, υπενθυμίζει ότι χωρίς τη λεπτή υπονόμευση της (κοινοβουλευτικής) δημοκρατίας από τον πρώτο, οι νεοφασιστικές προκλήσεις εναντίον της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας πιθανότατα θα είχαν κρατήσει τα νεοφασιστικά μορφώματα εγκλωβισμένα στο πολιτικό-ιδεολογικό γκέτο τους [6].

β. Της αναγνώρισης της κοινωνικής βάσης του κόμματος στην ιδεολογία, τον πολιτικό λόγο και την κουλτούρα του: Αν και η ταύτιση με το πρόγραμμα Χρυσής Αυγής παρουσιάζεται χαμηλή, το 48% των ψηφοφόρων της τον Ιούνιο του 2012 δήλωναν κοντά της [7], ενώ στις τριπλές εκλογές του 2014, μετά δηλαδή τις συλλήψεις της ηγετικής της ομάδας, στις μεν Ευρωεκλογές η Χ.Α διατήρησε το 75.3% των ψηφοφόρων της (δεύτερη μεγαλύτερη συσπείρωση μετά τον ΣΥΡΙΖΑ), στις δε αυτοδιοικητικές, σχεδόν το 80% των ψηφοφόρων του Κασιδιάρη στο Δήμο Αθηναίων ψήφισαν και τον Παναγιώταρο στην Περιφέρεια Αττικής [8].

γ. Τις «ιστορικές σχέσεις», τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ένα κόμμα «τέμνει» η «συνεχίζει» την παράδοση στην οποία αναφέρεται. Από την άποψη αυτή, η Χρυσή Αυγή δεν είναι βεβαίως το NSDAP ή κάποια φιλομοναρχική/φιλοδικτατορική κίνηση της Μεταπολίτευσης – αποτελεί ωστόσο τομή στη συνέχεια. Ως προς τη συνέχεια,αρκούν νομίζω η διατήρηση μιας στρατιωτικο-πολιτικής δομής, η παντοδυναμία του Αρχηγού, η αποδοχή της ιδεολογικής κληρονομιάς του ιστορικού ναζισμού (ρατσιστικός εθνικισμός, μιλιταρισμός και αντικομμουνισμός)· ως προς την τομή, τη μαρτυρούν οι νέες θεματικές: αντιμεταναστευτισμός, αντικομματισμός/άρνηση της διαίρεσης Αριστερά-Δεξιά, ασφάλεια, εγκληματικότητα.

2. Μνημόνιο και κατακερματισμός της Δεξιάς: Η Χρυσή Αυγή ως προϊόν και ως παράγοντας εκτροπής των αντιστάσεων

Γράφτηκε και υποστηρίχτηκε κατ’ επανάληψη ότι η εκτίναξη της Χρυσής Αυγής οφείλεται στην ανάδειξη της αντίθεσης γύρω από το Μνημόνιο σε διαιρετική τομή της περιόδου, ιδίως μέσω των κινημάτων αντιμνημονιακής διαμαρτυρίας όπως οι Αγανακτισμένοι. Μένοντας στη διατύπωση του Νίκου Μαραντζίδη στην Καθημερινή(20.5.2012), «η Χρυσή Αυγή γεννήθηκε στον Άγιο Παντελεήμονα, αλλά μεγάλωσε και νομιμοποιήθηκε πολιτικά στην πλατεία Συντάγματος».

Παρά το ανυπόστατο των ισχυρισμών αυτών, την τεκμηριωμένη δηλαδή απουσία της Χρυσής Αυγής από το Σύνταγμα, το καλοκαίρι του 2011 [9], την εκλογική της αφάνεια ως τον Ιανουάριο του 2012 [10], και εντέλει την επιλογή της ίδιας να αποσυσχετίζει το “εθνοκτονο” Μνημόνιο από την οικονομία [11], το Μνημόνιο καθιστά τη Χρυσή Αυγή υποδοχέα της θρυμματισμένης εκπροσώπησης των ΝΔ και ΛΑΟΣ. Όπως δείξει ο Γιάννης Μαυρής, η ανάδυση και εδραίωση της Χρυσής Αυγής συντελέσθηκε σε δύο φάσεις: α) στην περίοδο Φεβρουαρίου-Μαίου 2012, μετά δηλαδή την ψήφιση του Μνημονίου ΙΙ από τη ΝΔ και β) μετά τις εκλογές. Νωρίτερα, από τον Οκτώβριο του 2011, είχε αρχίσει η κατάρρευση της επιρροής του ΛΑ.Ο.Σ, ως αποτέλεσμα της δικής του προσχώρησης στη μνημονιακή τρικομματική κυβέρνηση Παπαδήμου, κατάρρευση που βεβαίως δεν ανακόπηκε με την επιστροφή του στο «αντιμνημόνιο» λίγο αργότερα.

Για τη συντηρητική παράταξη, η συγκυρία του Μνημονίου είχε ως πρώτιστο αποτέλεσμα την εσωτερική αναδιανομή των δυνάμεών της [12] και τον επιμερισμό τους σε τέσσερα ρεύματα (ΝΔ, νεοφιλελεύθερα κόμματα, ΑΝΕΛ και Χ.Α). Ειδικά όμως σε ό,τι αφορά τη Χρυσή Αυγή, το 71% των ψηφοφόρων της τον Ιούνιο του 2012 δήλωσε ως βασικό κριτήριο επιλογής τις «συζητήσεις για το Μνημόνιο» [13], ξεπερνώντας τον μέσο όρο του εκλογικού σώματος (53%). Αλλά και η γεωγραφία της, που δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά μεταξύ 2012 και 2014, δείχνει κέρδη στα τμήματα εκείνα της ελληνικής κοινωνίας που ανήκουν στους ηττημένους – άνεργοι, επαγγέλματα της επισφάλειας, κάτοικοι υποβαθμισμένων διαμερισμάτων του πρώτου δήμου της χώρας, περιοχές του Λεκανοπεδίου ταυτισμένες με παραγωγικές εστίες που έπληξαν η κρίση και η αποβιομηχάνιση.

3. Ριζοσπαστικοποίηση της Δεξιάς: Η Χ.Α ως εγχείρημα αντι-εξέγερσης

Τα στοιχεία αυτά της ανάλυσης δείχνουν ότι η ενδοδεξιά σύγκρουση, και δη μεταξύ ΝΔ-Χρυσής Αυγής, δεν αποτελεί προσομοίωση – διαθέτει δηλαδή κοινωνικό βάθος, που οι πόλοι της δεν μπορούν να αγνοήσουν. Αυτή, όμως, είναι η μία όψη του νομίσματος. Υπάρχουν επιπλέον δύο κρίσιμες παράμετροι που χρειάζεται να επισημανθούν:

Η πρώτη είναι η πολιτική καταγωγή των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής.

Από τα exit-poll του 2012, προκύπτει ότι το 60-65% του εκλογικού της κοινού προέρχεται από τη ΝΔ και τον ΛΑΟΣ, τάση που βεβαίως ενισχύθηκε στις Ευρωεκλογές του 2014, λόγω εισροών κυρίως από τη ΝΔ. [14] Ο Κουστένης σημειώνει ότι από τα τρία εκλογικά ρεύματα που συνιστούν την εκλογική βάση της Χρυσής Αυγής (ΝΔ, ΛΑΟΣ, ΠΑΣΟΚ), το κρισιμότερο και πιο προσδιοριστικό είναι αυτό που προέρχεται από τον ΛΑ.Ο.Σ. Τα δύο κόμματα είναι εξίσου ισχυρά στους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ανέργους, έχουν δε τα ίδια «οχυρά» (στην Πελοπόννησο, την Αττική και τη Στερεά Ελλάδα), με βασική διαφορά τους την Κεντρική Μακεδονία.

Στο ίδιο μήκος κύματος, και ανιχνεύοντας στο εκλογικό αποτέλεσμα του 2012 δύο τάσεις, μία που «τέμνει» και μία που «συνεχίζει» την παράδοση της ελληνικής άκρας Δεξιάς, ο Μαυρής σημειώνει ότι «η Λακωνία, εκτός από καλύτερος νομός της ΧΑ και δεύτερος της ΝΔ, υπήρξε στο δημοψήφισμα του 1974 καλύτερος νομός της Μοναρχίας (59,5%), αλλά και δεύτερος καλύτερος της διάσπασης της Εθνικής Παράταξης, το 1977 (16,2%)», ενώ από τους 15 καλύτερους νομούς της Μοναρχίας, οι 5 συγκαταλέγονται και στους καλύτερους της Χρυσής Αυγής». Αντίστοιχα, όπως και η Μοναρχία, η ΧΑ συγκέντρωσε τα χαμηλότερα ποσοστά της, στους 4 νομούς της Κρήτης, στη Χίο και τη Λέσβο» [15].

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τον ΛΑΟΣ, και τη ριζοσπαστικοποίηση των δικών του ψηφοφόρων, αυτή είχε αποτυπωθεί ήδη νωρίτερα, στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010: με δεδομένη τότε τη σύμπραξη του κόμματος με ΝΔ στην υποψηφιότητα Κακλαμάνη, αλλά και την έντονη δραστηριοποίηση της Χρυσής Αυγής στο Κέντρο της Αθήνας με επίκεντρο τον Άγιο Παντελεήμονα, η τελευταία κατάφερε να εκλέξει τον Αρχηγό της στο δημοτικό συμβούλιο της πρωτεύουσας, εγγράφοντας προϋποθέσεις περαιτέρω ανόδου. Μια μικρότερη ανοδική τάση είχε διαφανεί και στις ευρωεκλογές του 2009, με τον ΛΑΟΣ να καταγράφει ένα 7.15% και τη Χρυσή Αυγή να πλησιάζει, για πρώτη φορά σε αυτοτελή της κάθοδο, το 0.46%, ξεπερνώντας την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Κρίσιμο για την εξέλιξη αυτή υπήρξε ένα ρεπερτόριο βίαιης εθνοκάθαρσης, επιτήρησης και σύγκρουσης με τον αντιεξουσιαστικό χώρο την επαύριο των γεγονότων του 2008, αλλά και παροχής προστασίας σε επαγγελματίες της περιοχής του Κέντρου. Σε ό,τι αφορά τη δραστηριότητα αυτή, τόσο η κυβέρνηση και η Ελληνική Αστυνομία, όσο και τα τηλεοπτικά ΜΜΕ, παρείχαν πρωτοφανή ασυλία (ενδεικτικά: επιχείρηση ΜΑΤ-ΧΑ εναντίον αντιρατσιστικών ομάδων στο πρώην Εφετείο της οδού Μενάνδρου, τον Μάιο του 2009· ρίψη μολότοφ σε αντιφασιστική διαδήλωση αναρχικών, στον Άγιο Παντελεήμονα, μέσα από τις γραμμές των ΜΑΤ, τον Ιούλιο της ίδια χρονιάς) [16].

Φτάνουμε έτσι στη δεύτερη παράμετρο – τη λειτουργία της Χρυσής Αυγής ως οχήματος αντι-εξέγερσης, αντι-συνδικαλισμού και ανασήμανσης του κοινωνικού ζητήματος με όρους εθνικο-πολιτισμικούς και νόμου/τάξης.

Ένα παράδειγμα της τάσης αυτής έχει να κάνει με τις βασικότερες κοιτίδες δυνάμεις της Χρυσής Αυγής στο ηπειρωτικό τμήμα της Β’ Πειραιώς, τις περιοχές του Περάματος, του Ρέντη και του Κερατσινίου. Είναι όμως εκεί ακριβώς όπου η οργάνωση έχει εμφανίσει βίαιη αντισυνδικαλιστική δράση ή έχει λειτουργήσει ως «ΟΑΕΔ μόνο για Έλληνες», συμβάλλοντας περαιτέρω σε μια τάση εθνικοποίησης των κοινωνικών δικαιωμάτων (προνοιακός σωβινισμός). Στον αντίποδα, όπου δηλαδή η Αριστερά διαθέτει ισχυρή παράδοση, και ιδίως προσφυγικη καταβολή, η Χρυσή Αυγή κατά κανόνα υποχωρεί [17].

Αυτή η τάση, εθνικο-πολιτισμικής ανασημασιοδότησης του κοινωνικού ζητήματος, δεν εκδηλώνεται πάντοτε με νόμιμο τρόπο – σε κάθε περίπτωση πάντως εμφανίζεται «νομιμοποιμένη». [18] Σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί αποκλειστικότητα της Χρυσής Αυγής, ή νωρίτερα του ΛΑΟΣ. Τον Οκτώβριο του 2012, σε συνάντηση με τον μαλτέζο ομόλογό του, είναι ο Αντώνης Σαμαράς που θα δηλώσει ότι στην Ελλάδα έχουμε τόσους ανέργους όσοι είναι και οι «παράνομοι μετανάστες», παραπέμποντας την καμπάνια του γαλλικού Εθνικού Μετώπου. Η τάση «ριζοσπαστικοποίησης» της Δεξιάς, δηλαδή, δεν είναι μονόδρομη –δεν πηγαίνει δηλαδή μόνο από τη ΝΔ στον ΛΑ.Ο.Σ και από τον ΛΑ.Ο.Σ στη Χρυσή Αυγή–, αλλά ορίζει ένα πλαίσιο συμπληρωματικότητας-αλληλεπικάλυψης. Αυτός ο εκ των πραγμάτων «καταμερισμός εργασίας» γίνεται πιο ορατός στα συμφραζόμενα της κρίσης, και την επαύριο της νεανικής έκρηξης του Δεκεμβρίου του 2008, με την εκλογή του Σαμαρά στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Με προμετωπίδα έναν έντονα αντι-μεταπολιτευτικό/αντικομματοκρατικό λόγο, με συγκεκριμένες επιλογές σε επίπεδο πολιτικών, ρητορικής και στελεχιακού δυναμικού, η ΝΔ θα οδηγηθεί «στην εγκατάλειψη των στρατηγικών αντιμετώπισης της άκρας Δεξιάς, και την υιοθέτηση μιας μονοδιάστατης στρατηγικής απορρόφησης του ακροδεξιού χώρου [αλλά] και συμπερίληψης των διακυβευμάτων του» [19].

Απολύτως αναμενόμενα, με τη ΝΔ να εντάσσει στο δυναμικό της βασικούς βουλευτές του ΛΑΟΣ, όπως οι Βορίδης, Γεωργιάδης και Πλεύρης, ο ΛΑΟΣ που το 2009 ακύρωνε υπό πίεση την υοπψηφιότητα του υπαρχηγού της Χρυσής Αυγής Δ. Ζαφειρόπουλου, στις εκλογές του 2012 τον κατέβαζε κανονικά και με το νόμο. Μάλλον δε όχι αναπάντεχα, βασικοί συνεργάτες του πρωθυοπυργού δεν έπαψαν ποτέ να προπαγανδίζουν την επανενοποίηση της κατακερματισμένης Δεξιάς, ενόψει του «νεοκομμουνιστικού κινδύνου» – και να εργάζονται γι’ αυτήν, είτε στο πλαίσιο του υπηρεσιακού τους ρόλου, όπως ο πρώην γενικός γραμματέας της κυβέρνησης, είτε εκτός αυτού.

Επίλογος

Η Χρυσή Αυγή εκπροσωπεί μια άκρα Δεξιά με ισχυρή έδραση στο κοινωνικό ζήτημα στα χρόνια της κρίσης, επωφελούμενη από την ακύρωση της δυνατότητας ΝΔ-ΛΑΟΣ να διαμεσολαβούν τα συμφέροντα των ηττημένων της κρίσης. Αυτή η όξυνση της κρίση εκπροσώπησης, που ΝΔ και ΛΑΟΣ δημιουργούν, μετατοπιζόμενοι προς το μνημόνιο, και την οποία επιχειρούν να συγκρατήσουν διά του ιδεολογικού αυταρχισμού, δεν καθιστούν τη Χρυσή Αυγή «κόμμα των φτωχών» ή της ριζοσπαστικής, ενίοτε βίαιης, αντιμνημονιακής διαμαρτυρίας, καθώς η ίδια δεν οργανώνει τους ούτε τους πρώτους ούτε τη δεύτερη. Αντίθετα, στο βαθμό που αναπλαισιώνει την κοινωνική σύγκρουση της εποχής ως «εμφύλιο με τους αναρχικούς και τους λαθρομετανάστες» [20], η Χρυσή Αυγή αποτελεί περισσότερο κόμμα-εμπροσθοφυλακή του κοινωνικού δαρβινισμού – του δόγματος που επιδιώκει τη συντριβή των αντιστάσεων και των αδύναμων ως όρο για την ανάκτηση της εθνικής ισχύος. Καθώς η κρίση ενεργοποιεί μια διαδικασία αναδιάρθρωσης/εκκαθάρισης αδύναμων (όχι μόνο κεφαλαίων, αλλά και ανθρώπων), ο ρόλος αυτός είναι που καταξιώνει τη Χρυσή Αυγή όχι ως αντίπαλο, αλλά ως βασικό συντελεστή της στρατηγικής διαχείρισης της κρίσης, για την ώρα από θέσεις αυτονομίας. Ελέω κρατικής διαχείρισης, την πρωτοκαθεδρία στη στρατηγική αυτή διατηρεί η ΝΔ.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook. Aποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της παρέμβασης στη συζήτηση «Τα πολιτικά κόμματα στη Μεταπολίτευση: Κομματικές στρατηγικές, οργανωτικά πρότυπα, κοινωνικές αναφορές», που διοργανώθηκε στο πλαίσιο του I’ Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης («Το Κράτος στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Προσεγγίσες, προβληματισμοί, ερμηνείες», 19.12.2014).

_____________________

1 Έντσο Τραβέρσο (2013), Οι ρίζες της ναζιστικής βίας (μτφρ.: Νίκος Κούρκολος), Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου: Αθήνα, σ. 194-195

2 Τάσος Κωστόπουλος, «Ο νεοναζισμός ως εγχείρημα αντιεξέγερσης: το ‘βαθύ κράτος’ και η άνοδος της Χρυσής Αυγής», Αρχειοτάξιο τχ. 16, Νοέμβριος 2014.

3 Μάριος ΕμμανουηλίδηςΑφροδίτη Κουκουτσάκη (2013), Χρυσή Αυγή και στρατηγική διαχείρισης της κρίσης, Scripta: Aθήνα

4 Seymour Lipset-Stein Rokkan (1967), PartySystems and Voters Alignments, New York, The Free Press, σ. 1-50

5 Χριστόφορος Βερναρδάκης-Γιάννης Μαυρής, «Η έννοια της σχέσης εκπροσώπησης», Θέσεις τεύχος 18, περίοδος: Ιανουάριος – Μάρτιος 1987

6 Βασιλική Γεωργιάδου (2008), Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης, Καστανιώτης

7 Κοινό exit-poll βουλευτικών εκλογών Μαϊου-Ιουνίου 2012, Metron Analysis, Opinion, MRB και Αlco

8 Παναγιώτης Κουστένης, «Εκλογές 2014: ο ελκογικός κύκλος της Χρυσής Αυγής”, Αρχειοτάξιο τεύχος 16, Νοέμβριος 2014

9 Αντώνης Λιάκος, «Αγανακτισμένοι και Χρυσή Αυγή», Ενθέματα Κυριακάτικης Αυγής, 16.9.2012

10 Γιάννης Μαυρής, «Η εκλογική ακτινογραφία της Χρυσής Αυγής», Εφημερίδα των Συντακτών 1.7.2013

11 Στρατής Μπουρνάζος, «Τι χρησιμεύει λοιπόν η Ιστορία;», ό.π.

12 Παναγιώτης Κουστένης (2013), «Αποδόμηση και αναδόμηση των εκλογικών ταυτίσεων: Η κοινωνιολογική ανίχνευση του Λεκανοπεδίου», στο: Γιάννης Βούλγαρης-Ηλίας Νικολακόπουλος (επιμ.), 2012: Ο διπλός εκλογικός σεισμός, Θεμέλιο: Αθήνα

13 Κοινό exit-poll, ό.π.

14 Κουστένης, Αρχειοτάξιο ό.π.

15 Μαυρής, ό.π

16 Κωστόπουλος, ό.π.

17 Κουστένης, «Αποδόμηση και αναδόμηση των εκλογικών ταυτίσεων: Η κοινωνιολογική ανίχνευση του Λεκανοπεδίου» ό.π.

18 Κουκουτσάκη-Εμμανουηλίδης, ό.π.

19 Γεωργιάδου, ό.π.

20 Δήλωση Ηλία Παναγιώταρου στο BBC, Το Βήμα, 18.12.2012

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s