ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ

Δημήτρης Κουσουρής, Δίκες δοσιλόγων 1944-1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη, Πόλις, 2014, σ. 679 

Η συνέχεια του πολέμου με δικαστικά μέσα

Μερικούς μήνες μετά την Απελευθέρωση, στον απόηχο πια των Δεκεμβριανών, ο Μανόλης Αναγνωστάκης γράφει ότι «κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ». Η πικρή υπόμνηση δεν αφορά μόνο την κατάσταση στην Ελλάδα· με τα λόγια του τσέχου φιλοσόφου Jan Patoĉka, σε ολόκληρη την Ευρώπη ο Β” Παγκόσμιος Πόλεμος «μεταλλάχθηκε σε κάτι παράξενο, που δεν έμοιαζε μήτε με πόλεμο, μήτε με ειρήνη». Η μετάλλαξη αυτή συντελέστηκε σε μεγάλο βαθμό διά της  δικαστικής οδού – με τη συγκρότηση δηλαδή έκτακτων δικαστηρίων στη βάση έκτακτων νόμων. Οι νόμοι αυτοί θα όριζαν αναδρομικά το έγκλημα της συνεργασίας με τον εχθρό – κυρίως, όμως, θα δημιουργούσαν ένα πλαίσιο εξατομίκευσης/αποπολιτικοποίησης της ευθύνης για τη συνεργασία με τον κατακτητή που συμπεριελάμβανε κρατικά και οικονομικά εγκλήματα – ένα πλαίσιο στον αντίποδα πειραμάτων «λαϊκής δικαιοσύνης» και αντάρτικου πόλης που εφάρμοζαν οι αντιστασιακές οργανώσεις απέναντι στους δοσίλογους. Αν κάθε νόμος αποτελεί συμπύκνωση μιας πολιτικής στρατηγικής, η εσωτερίκευση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου από τα κράτη αποσκοπούσε στην επιβεβαίωση της ηθικής υπεροχής των νικητών και το κλείσιμο των λογαριασμών του παρελθόντος – με όριο, ωστόσο, την διαχείριση των νέων πολιτικών και κοινωνικών ισορροπιών.

Η δυναμική λοιπόν αυτής της διαδικασίας «δικαστικής ανοικοδόμησης» των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών, όπως την λέει ο Δημήτρης Κουσουρής στο βιβλίο του, υπαγορευόταν εξαρχής από μια δύσκολη ισορροπία: αυτή μεταξύ της λαϊκής απαίτησης για δικαιοσύνη, την οποία εκπροσωπούσε πολιτικά μια πανίσχυρη πλέον Αριστερά, και των πιέσεων προς την κατεύθυνση της συνέχειας του (προκατοχικού και κατοχικού) κράτους. Η ένταση αυτή, ανάμεσα στις ανάγκες νομιμοποίησης των μεταπολεμικών καθεστώτων από τη μια, και την ένταξή τους, από την άλλη, στο υπό διαμόρφωση σκηνικό του Ψυχρού Πολέμου, κατέληξε με τρόπο που μας είναι γνωστός: Όπως σε ολόκληρη την Ευρώπη, έτσι και στην Ελλάδα, οι δοσίλογοι αμνηστεύθηκαν και οι διώξεις για συνεργασία με τους ναζί τερματίστηκαν. Λιγότερο γνωστή, από την άλλη, είναι η ειδική συμβολή της δικαστικής εξουσίας στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής εθνικής μνήμης και τον προσδιορισμό των νέων ορίων της νομιμότητας – μια διαδρομή που δεν υπήρξε ούτε ενιαία, ούτε προδιαγεγραμμένη. Αυτή τη διαδρομή επιχειρεί να ανασυστήσει για την ελληνική περίπτωση το βιβλίο του Κουσουρή.

Αξιοποιώντας κιβώτια με δεκάδες πολυσέλιδους τόμους αρχειακού υλικού, κοιτάζοντας μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες, και κρατώντας ασφαλείς αποστάσεις από τον φορμαλισμό που θέλει τη «Δικαιοσύνη» ανεπηρέαστη από την πολιτική συγκυρία (αλλά και από μια εργαλειακή θεώρηση του νομικο-πολιτικού «εποικοδομήματος» ως απλής αντανάκλασης της αστικής κυριαρχίας στην οικονομική «βάση»…), ο Κουσουρής αφηγείται νηφάλια και ταυτόχρονα συναρπαστικά πώς επιτεύχθηκε το φαινομενικά αδιανόητο: η αναβάπτιση των συνεργατών των ναζί, που στο εξής θα διεκδικούσαν ως και δάφνες αντιφασισμού, πείθοντας τους άλλοτε πολέμιούς τους φιλοβρετανούς – και, συμμετρικά, ο αποκλεισμός του εαμικού κινήματος από την εθνική μνήμη, μολονότι στο τέλος της Κατοχής το ΕΑΜ εκπροσωπούσε το 80% της ένοπλης Αντίστασης στην Ελλάδα.

Η «γκρίζα ζώνη» του αντικομμουνισμού

Ανασυγκροτώντας το σκηνικό λίγο πριν την Απελευθέρωση, ο Κουσουρής στέκεται αναλυτικά στα τεκταινόμενα στη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ αντίστασης και συνεργασίας με τον κατακτητή – μια ζώνη όπου «κυριαρχούσαν η επιδίωξη ουδετερότητας, η αμφιταλάντευση, ή η περιστασιακή και ασταθής πολιτική στράτευση» ομάδων και παραγόντων με κοινή βάση τον αντικομμουνισμό (σ. 64-65). Τα Δεκεμβριανά υπήρξαν ο καταλύτης για την ad hoc πολιτική ενοποίηση της ζώνης αυτής – για τη ρευστοποίηση των ορίων θεσμικού και ένοπλου αντικομμουνισμού: ο καταλύτης, όχι δηλαδή η αιτία. Ακολουθώντας τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, ο συγγραφέας δείχνει ότι η επιδίωξη να ανακτηθεί το κρατικό μονοπώλιο της νόμιμης βίας, να αφοπλιστεί και να οριοθετηθεί δηλαδή το ΕΑΜ, σε μια περίοδο ένοπλης διαπραγμάτευσης των ορίων της νομιμότητας, υπήρξε σαφώς πιο επείγουσα από την ανταπόκριση στο αίτημα για τιμωρία των δοσιλόγων.

Έτσι, ενα συνεχές που ξεκινά από τη σύγκρουση της κυβέρνησης με το δοσιλογισμό (με αποκορύφωμα τη σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων και τη θέσπιση εξαιρέσεων σε βάρος τους), και καταλήγει στην τέλεια συμπληρωματικότητα κράτους-Ακροδεξιάς, (ακόμα και όταν το ΕΑΜ συμμετέχει στην κυβέρνηση…), είναι εμφανές ήδη από την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου του 1944. Από εκείνες τις μέρες, ένας δικαστικός μηχανισμός διεξάγει ανακρίσεις και σχηματίζει δικογραφίες για τα δικαστήρια που θα συστήνονταν, βάσει νόμου που είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση του Λιβάνου· ακόμα, όμως, και με την εγκατάσταση της τελευταίας στην Αθήνα, το σχέδιο νόμου «Περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού», τουΘεμιστοκλή Τσάτσου, δεν έχει δημοσιευτεί καν (σ. 133). Στον περίφημο Λόγο της Απελευθέρωσης, ο Γ. Παπανδρέου διαβεβαιώνει ότι «η Εθνική Νέμεσις θα είναι αδυσώπητος» – όταν όμως χρειάζεται να γίνει συγκεκριμένος, αυτό αφορά τις εγγυήσεις ότι η τιμωρία δεν θα γίνει μηχανισμός αντιποίνων· ο ίδιος, εξάλλου, καθησυχάζει ότι τα περιστατικά δοσιλογισμού υπήρξαν ελάχιστα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (σ. 136-138). Το κυριότερο: ενώ συμβαίνουν αυτά, κι ενώ το ΕΑΜ δεν κινείται για να αναλάβει την εξουσία στην Αθήνα (οι σφαίρες επιρροής έχουν καθοριστεί και η εαμική βία εναντίον των δοσιλόγων έχει ως όριο την ενίσχυσή του εντός της κυβέρνησης), άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας στρατοπεδεύουν στο Γουδή, φέροντας ακόμα οπλισμό, και ενίοτε εφορμώντας κατά του ΕΛΑΣ. Δοσίλογοι στελεχώνουν ακόμα τους κρατικούς μηχανισμούς, και όταν τελικά το υπουργικό συμβούλιο εγκρίνει το Νόμο «Περί επιβολής ποινικών κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού» (3.11.1944), τα όρια της κυβερνητικής ρήξης με τα Τάγματα αποδεικνύονται στενά: από τους 14 αξιωματικούς που επιλέγει το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης για να οργανώσουν την Εθνοφυλακή στη θέση της Πολιτοφυλακής του ΕΑΜ, οι οχτώ έχουν υπηρετήσει στα Τάγματα Ασφαλείας (σ. 154).

Μέχρι λοιπόν τα Δεκεμβριανά, οι φιλελεύθεροι αντικομμουνιστές θα καταγγέλλουν τα εγκλήματα του δοσιλογισμού στο παρελθόν, αποσιωπώντας αυτά που πληθαίνουν στη συγχρονία – όπως η αιματηρή επίθεση δοσιλόγων σε άοπλη διαδήλωση στις 15 Οκτωβρίου 1944, με εννέα έως δεκαπέντε νεκρούς. Σε μια ιδεώδη διατύπωση της θεωρίας των άκρων για τις ανάγκες της εποχής, η φιλική τους εφημερίδα Ελευθερίασυνοψίζει τα όρια του κρατικού αντιφασισμού, σημειώνοντας ότι «μεταξύ της άκρας αριστεράς και της άκρας δεξιάς, υπάρχει μία στενώτατη αλληλουχία από της απόψεως των μεθόδων που χρησιμοποιούν [και] μεταξύ των δύο αυτών συστημάτων αι αναλογίαι είναι εκπληκτικαί» (22.11.1944). Τα Δεκεμβριανά θα μειώσουν δραματικά τις ήδη αμφισβητούμενες αποστάσεις με το δεξιό άκρο, σηματοδοτώντας έτσι και συμβολικά τη λήξη του προκατοχικού ενδοαστικού Διχασμού και την ενοποίηση μοναρχικών και αντιμοναρχικών, ένοπλων και θεσμικών αντικομμουνιστών, εναντίον του ΕΑΜ.

Μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου του Κουσουρή αφορά στην ανάδειξη της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής συνθήκης που διευκόλυνε την εξέλιξη αυτή. Από τη μια πλευρά, επρόκειτο για τη ρευστοποίηση του εαμικού στρατοπέδου, λόγω της φτώχειας, της οικονομικής εξάρτησης από τη βρετανική βοήθεια και της αναβάπτισης των δοσιλόγων στο πλαίσιο της οικονομικής ανασυγκότησης –  στο έδαφος και στα οικονομικά δίκτυα που άφηνε ανυπεράσπιστα ο αφοπλισμός του ΕΑΜ μετά τη Βάρκιζα (σ. 189-190)· από την άλλη, επρόκειτο για το καλύτερο «πλασάρισμα» των «εθνικοφρόνων»[1] στους κρατικούς μηχανισμούς, που επέτρεψε την ισχυροποίησή τους στο αντικομμουνιστικό μπλοκ, σε βάρος των φιλελεύθερων εταίρων τους. Στα συμφραζόμενα αυτά, ο άλλοτε υποσχόμενος «εθνική νέμεση» για τους δοσίλογους Παπανδρέου, δηλώνει χαρακτηριστικά: «Τα Τάγματα Ασφαλείας δεν συγκροτήθηκαν ούτε κατά το πρώτον ούτε κατά το δεύτερον έτος της δουλείας, αλλά κατά το τρίτον, οπότε ψυχολογικώς κατέστησεν τούτο ευχερές η προηγηθείσα τρομοκρατία του κομμουνιστικού κόμματος» (σ. 289).

Ο Κουσουρής υπενθυμίζει ότι η υποβάθμιση της έκτασης του δοσιλογισμού, ο αποστιγματισμός των δοσιλόγων και η ένταξή τους σε μια προοπτική συνέχειας μεταξύ κατοχικού και μετακατοχικού κράτους, δεν αποτελούν ελληνική ιδιοτυπία. Στη Γαλλία, που πρόσφερε και το νομικό πρότυπο για την ποινική διαχείριση του δοσιλογισμού στα καθ” ημάς, ήταν ο στρατηγός Ντε Γκολ που μιλούσε για «μια χούφτα προδότες», ενώ αξιωματούχοι υπεύθυνοι για εκτοπίσεις και δολοφονίες χιλιάδων εβραίων, όπως ο διοικητής της παρισινής Αστυνομίας, Παπόν, συνέχισαν ανενόχλητοι στις θέσεις τους για δεκαετίες. Από την άλλη, αν οι διαστάσεις του φαινομένου στην Ελλάδα μοιάζει να διαφεύγουν και από τους  υποψιασμένους, το γεγονός συνδέεται με την ένταξη καθαυτήν του δοσιλογισμού στην ποινική διαδικασία, σε έναν χώρο δηλαδή αυτόνομο και εν πολλοίς θωρακισμένο έναντι της κοινωνίας – συνέπεια της οποίας ήταν η εξατομίκευση και η αποπολιτικοποίηση του φαινομένου. Αν και ο Κουσουρής δεν προσφέρει μια ιστορία του δοσιλογισμού, η αποτίμηση της συνεργασίας και της ποινικής της μεταχείρισης είναι αναπόφευκτες – και με τη σειρά τους επισημαίνουν την ανείπωτη υποτίμηση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών διαστάσεων του φαινομένου – για τις οποίες τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων ήταν όχι μόνο απρόθυμα, αλλά εντέλει αναρμόδια να αποφανθούν. Από την άλλη, ποιας μορφής λαϊκή δικαιοσύνη θα διασφάλιζε την αποφυγή της συλλογικής ευθύνης και, κατ” επέκταση, των ωμοτήτων; Η απάντηση ξεφεύγει από τα όρια της μελέτης – το ερώτημα όμως είναι αναπόφευκτο και μου φαίνεται προκλητικό.

Σε κάθε περίπτωση, ο Κουσουρής το δείχνει πέρα από κάθε αμφισβήτηση: η μεταδεκεμβριανή εξάντληση του κρατικού αντιφασισμού, η αντεπίθεση των «εθνικοφρόνων» μετά τη Βάρκιζα, η σκανδαλώδης επιείκεια και η σκόπιμη βραδύτητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι έλληνες δοσίλογοι, με αποτέλεσμα την τιμωρία μόνο των κορυφών ή των πιο αδύναμων, είχαν ως αποτέλεσμα την απώθηση μιας ενοχλητικής, διχαστικής μνήμης – μιας μνήμης που κρατούσε ζωντανή το ΕΑΜ στους δρόμους πριν αφοπλιστεί: της μνήμης ενός μαζικού δοσιλογισμού για την εξοικονόμηση γερμανικού αίματος και την πάταξη του εσωτερικού εχθρού: «Μόνο οι ένοπλοι συνεργάτες των δυνάμεων κατοχής στην Αθήνα του 1944», γράφει ο Κουσουρής, «ήταν πάνω από 10.000, ενώ οι εμπλεκόμενοι σε δραστηριότητες οικονομικού δοσιλογισμού υπολογίζονταν σε εκατοντάδες χιλιάδες». Προγενέστερες έρευνες, επιπλέον, έχουν δείξει ήδη τη στενή σύνδεση της ελληνικής με την γερμανική πολεμική οικονομία (σ. 360), παράμετρος που ελάχιστα συζητείται και σήμερα – πολύ περισσότερο στα χρόνια των Ειδικών Δικαστηρίων. Για την πλήρη αναντιστοιχία των τελευταίων με το φαινόμενο, ίσως αρκούν οι αριθμοί: Ένα χρόνο μετά την Απελευθέρωση, από τους 14.646 κρατούμενους στις ελληνικές φυλακές, 2.896 ήταν δοσίλογοι (καταδικασθέντες ή υπόδικοι), ενώ μέλη του ΕΑΜ 6.027· από τους υπόλοιπους, οι μισοί ή και περισσότεροι ήταν επίσης μέλη του ΕΑΜ, που κρατούνταν για εγκληματικές πράξεις κατά εθνικοφρόνων (σ. 26). Οι 811 αποφάσεις που τελεσιδίκησαν το 1946, συνιστούν ρεκόρ για τη λειτουργία των δικαστηρίων μεταξύ 1945-1949, ενώ τον Μάιο κιόλας του 1947 η Βουλή συζητά τη μερική ή ολική παύση των διώξεων. Τέλος, με βάση τη στατιστική του υπ. Δικαιοσύνης, σε σύνολο 19.797 κρατουμένων το 1951, οι 14.787 είχαν καταδικαστεί από τακτικό ή έκτακτο στρατοδικείο, ή ήταν μέλη του ΕΑΜ καταδικασθέντα από κακουργοδικεία· στον αντίποδα, οι κρατούμενοι ως δοσίλογοι έφταναν με το ζόρι τους 924…

Πίνακας: Αντώνης Πολυκανδριώτης, «Ο προδότης»

[1] «Την επομένη ακόμα της Απελευθέρωσης», γράφει ο Κουσουρής, «ο όρος “εθνικοφροσύνη” ήταν μάλλον αδόκιμος, ενώ ο όρος “εθνικόφρων” εξακολουθούσε να περιγράφει μια μάλλον περιθωριακή πολιτική τοποθέτηση, αυτήν της ακραίας πτέρυγας της προπολεμικής φιλοβασιλικής Δεξιάς. Βέβαια ο όρος αντλούσε την προέλευσή του από μια άλλη εμφυλιοπολεμική φάση του φιλομοναρχικού στρατοπέδου: το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Δημητρίου Γούναρη, προδρόμου του Λαϊκού Κόμματος του μεσοπολέμου κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού. Λίγο μετά τη Βάρκιζα, ο αρχηγός του τελευταίου κόμματος που έφερε αυτό το όνομα, ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης –πρώην υπουργός και διευθυντής της Τραπέζης της Ελλάδος στην Κατοχή- παρέμενε αποκλεισμένος από τις συγκεντρώσεις των παλαιών πολιτικών κομμάτων που συγκαλούσε ο αντιβασιλέας» (σ. 197-8).

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s