Η ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ ΘΡΗΝΕΙ ΤΗΝ ΙΣΟΠΕΔΩΣΗ

Παρά τα εμβριθή περί «ελληνικου εξαιρετισμού» και «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στη Μεταπολίτευση», η παράδοξη ιδέα ότι αν θέλουμε να στηρίξουμε τους αδύναμους πρέπει να ξεκινήσουμε βοηθώντας τους ήδη ισχυρούς, κυριάρχησε και στα καθ’ ημάς – και εν πολλοίς διατηρεί ακόμα την αίγλη της. Με βάση αυτήν, στη μεν οικονομία η βελτίωση της θέσης των φτωχών περνά «αναπόφευκτα» από την παροχή κινήτρων στους πλούσιους, στη δε εκπαίδευση, η άνοδος του γενικού επιπέδου προϋποθέτει να ενισχύσουμε τους ήδη προικισμένους: πρώτα τους «άξιους» –στα χρόνια που η εκπαίδευση θεωρούνταν ατμομηχανή της ανάπτυξης, και μαζί το μόνο αντιστάθμισμα στις ανισότητες της καπιταλιστικής οικονομίας· κι ύστερα τους «άριστους» – σήμερα που η καπιταλιστική οικονομία εξαρτά την μακροημέρευσή της από την εκκαθάριση των αδύναμων.

Εύλογα, η αλλαγή προτεραιοτήτων στο εκπαιδευτικό σύστημα, διά στόματος Αριστείδη Μπαλτά, άφησε πολλούς δυσαρεστημένους. Στην Καθημερινή, ο Απόστολος Λακασάς συνοψίζει τις προγραμματικές δηλώσεις του νέου υπουργού ως «Κατάργηση όλων των θεσμών αριστείας» (11.2.2015). Στο ίδιο φύλλο, ο Θάνος Βερέμης βλέπει «ισοπέδωση με φόντο τις επαναστατικές ιδέες», ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποδεικνύει τον εξισωτισμό ως ένα από δύο βασικά δεινά του εκπαιδευτικού συστήματος, μαζί με τον κρατισμό (την επιμονή, δηλαδή, στο δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης). Στο ίδιο μήκος και ο Ηλίας Κανέλλης στα Νέα: «Η κυβέρνηση δεν επιδιώκει την αριστεία, προτιμά την ισοπέδωση προς τα κάτω. Κι αν καταργηθεί η αριστεία στα πειραματικά σχολεία ως κίνητρο για τους επιμελείς ή τους χαρισματικούς μαθητές, με στόχο τη συνολική άνοδο του δημόσιου σχολείου στο μέλλον […] δεν επωφελούνται όσοι έχουν τη δυνατότητα να στέλνουν τα παιδιά τους στα καλά ιδιωτικά; Δεν είναι αυτό μεγαλύτερη διάκριση;». («Να διώξουμε τους αρίστους», 11.2.2015)

***

Ούτε η σχολική διαρροή (16.425 μαθητές την τελευταία τετραετία), ούτε η «εκπαίδευση της αμάθειας», ούτε η απαξίωση σχολείου και εκπαιδευτικού – αλλά ο «εξισωτισμός»: αυτός είναι, καταπώς φαίνεται, η κατάρα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος – και κάθε παρέμβαση που διαχωρίζει την εκπαίδευση από το ιδεώδες του ανταγωνισμού αποτελεί ισοπέδωση που δημιουργεί …διάκριση σε βάρος των ηττημένων της «άμιλλας». Το εξηγούσε χωρίς προσχήματα ο Νίκος Δήμου, σε μια παραδειγματική μεταφορά της δαρβινικής θεωρίας της φυσικής επιλογής στην κοινωνία και την εκπαίδευση: «Αλλά πώς να γίνει – οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι στις ικανότητες, ούτε στο ταλέντο, ούτε στον δυναμισμό. Από την στιγμή που δεν το δέχεσαι αυτό, θεσπίζεις την ισότητα προς τα κάτω. Με άλλα λόγια την ισοπέδωση – και άρα την απαξίωση κάθε ατομικής αξίας» («To φάντασμα της ισότητας και η αξιολόγηση», Protagon, 27.1.2014).

Ελιτίστικος και ακραία συντηρητικός, ο λόγος περί ισοπέδωσης δεν βλέπει στην ατομικότητα παρά μόνο «φυσικό» εγωισμό· κατά λογική συνέπεια, κάθε πολιτική που γεφυρώνει «φυσικές» ανισότητες είναι εμπόδιο στη φύση – εξ ου και οι υποστηρικτές αυτών των απόψεων είναι εξαιρετικά απαισιόδοξοι (ενίοτε απλώς κυνικοί) όσον αφορά τη δυνατότητα αλλαγής της κοινωνίας μέσω της πολιτικής. Σε αντίθεση, ωστόσο, με τα ουράνια σώματα, οι κοινωνίες και τα εκπαιδευτικά τους συστήματα συγκροτούνται με βάση πολιτικές και ηθικές αρχές· αρχές που υπό όρους κυριαρχούν και υπό άλλους όρους ανατρέπονται. Από αυτή την άποψη, ποιες αρχές, δηλαδή ποιες προτεραιότητες, μας προστατεύουν από κυρίαρχες τάξεις που θα θελήσουν να θεμελιώσουν τον αυταρχισμό τους στη βάση της αξίας ή της αριστείας τους [1]; Και με βάση ποια ηθική αρχή πρέπει να δίνουμε κίνητρα για προσπάθεια, όχι στους πιο αδύναμους, αλλά σ’ αυτούς που από τύχη, ή λόγω κοινωνικής προέλευσης που ενθαρρύνει συγκεκριμένες κλίσεις, έχουν ήδη πολλά;

Οι αντίπαλοι του εξισωτισμού, ειλικρινείς όσο ποτέ κατά τα άλλα, δεν έχουν πειστικές απαντήσεις. Έτσι, η αδιαφορία τους για τα πραγματικά προβλήματα της εκπαίδευσης είναι ένα μόνο από τα προβλήματα των απόψεών τους. Ένα άλλο είναι η τεράστια απόσταση από στοιχειώδεις θέσεις μιας ορισμένης κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης, που εδώ και δεκαετίες επιμένει: όσα το εκπαιδευτικό σύστημα αποδίδει στην «ευφυΐα» ή σε «εγγενή χαρίσματα», δεν είναι εκ φύσεως αλλά, ως επί το πλείστον, κοινωνικά κληρονομημένα αγαθά. Σε τελική ανάλυση, αν είχαν δίκιο, προς τι η επιμονή να λέμε το πολίτευμα ακόμα δημοκρατία, αντί αξιοκρατία – ή γιατί όχι και αριστοκρατία;

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

________
[1] Βλ. σχετικά: Ευκλείδης Τσακαλώτος, Οι αξίες και η αξία της Αριστεράς, Κριτική 2004

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s