ΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΘΝΟΛΑΪΚΙΣΜΟΥ. ΔΗΛΑΔΗ;

Το πολιτικό Κακό που ενέσκηψε στη χώρα με τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, αν πιστέψουμε την Καθημερινή και τα Νέα, λέγεται εθνολαϊκισμός. Το Κακό, βεβαίως, ήταν «στην εξουσία ήδη από τη δεκαετία του 1980, καθώς ως ιδεολογικό ρεύμα διατρέχει οριζοντίως όλες τις παρατάξεις από τα δεξιά μέχρι τα αριστερά» (Στ. Κασσιμάτης, 27/1). Μετά την εξουσία, όμως, το Κακό κατέκτησε τώρα και την κυβέρνηση.

Αυτό που συνέχει τις δυνάμεις του Κακού, αριστερούς και δεξιούς εθνολαϊκιστές, είναι ο «πολιτισμικός και πολιτικός αντιευρωπαϊσμός» (Τ. Θεοδωρόπουλος, 10/3): ένας «έμφυτος εθνικιστικός βερμπαλισμός, που διατρέχει την ελληνική ιδεολογία από τη Δεξιά έως την Αριστερά» (Γ. Βούλγαρης, 7/3), και μια απαίτηση της αξιοπρέπειας εν είδει νέας «μεγάλης ιδέας που θα ενώσει το έθνος» (Μ. Μητσός, 14-15/3). Η απαίτηση αυτή λειτουργεί σήμερα ως υποκαστάτατο της πολιτικής: «Αντί [η κυβέρνηση] να συμμαζέψει τα έσοδα», ξιφουλκεί ο Πάσχος Μανδραβέλης (12/3), αντί «να πάρει αναπτυξιακά μέτρα, να ξεκολλήσει την αγορά […] ώστε να βρουν οι άνεργοι δουλειά, τάζει μονιμοποιήσεις στο Δημόσιο και φτιάχνει εθνικολαϊκά πανηγύρια». Κι αυτά, ενώ «το παρόν και το μέλλον της χώρας εξαρτώνται σχεδόν απόλυτα από το ‘ναι’ ή το ‘όχι’ της Γερμανίας, καθώς εκείνη ηγεμονεύει στην Ευρώπη» (Ν. Στάγκος, 12/3).

***

Στα 1978, ο ιταλός κοινωνιολόγος Τζίνο Τζερμάνι, δραστήριος αντιφασίστας που φυλακίστηκε στην Ιταλία του Μουσολίνι, και στοχοποιήθηκε αργότερα από το καθεστώς του Περόν στην Αργεντινή, γράφει το βιβλίο «Αυταρχισμός, Φασισμός και Εθνολαϊκισμός». Εκεί εισάγει για πρώτη φορά τον όρο «εθνολαϊκισμός» – αλλά για να αναλύσει ένα είδος αυταρχικής, εκ των άνω κινητοποίησης, που καθοδηγούν στην Λατινική Αμερική πολιτικές ή στρατιωτικές ελίτ στο όνομα του έθνους. Η κινητοποίηση αυτή, εξηγεί ο Τζερμάνι, δεν περνά από μηχανισμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπως οι εκλογές και τα κόμματα [1]. Σε αντίθεση, δε, με τα «συγγενικά» φασιστικά κινήματα της Ευρώπης, όπου πρωταγωνιστούν τα μεσαία στρώματα, ο (λατινοαμερικανικός) εθνολαϊκισμός είναι κίνημα των κατώτερων στρωμάτων.

Οι δημοσιογραφικές χρήσεις του «εθνολαϊκισμού» έχουν τόση σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ όση και με τον Τζερμάνι: καμία. Η τρέχουσα κριτική του είναι από δεύτερο χέρι, χρωστάει δηλαδή περισσότερα σε έναν γάλλο κοινωνιολόγο με αναρχο-καταστασιακές καταβολές και πυκνή αντιρατσιστική δράση στη δεκαετία του ’70, που στις αρχές της περασμένης δεκαετίας ήταν πλέον συνδαιτυμόνας νεοσυντηρητικών κύκλων διανοουμένων, όπως ο Cercle de l’Oratoire, και απολογητής του ισραηλινού στρατοκρατικού εθνικισμού. Στα 1984, λοιπόν, ο Πιερ-Αντρέ Ταγκυέφ θα αναλύσει ως «εθνολαϊκισμό» το Εθνικό Μέτωπο του Ζαν-Μαρί Λεπέν. Moλονότι αυτό το τελευταίο αντλεί στελέχη από τις τάξεις των νοσταλγών του Βισύ, των νεοναζί και των μαχητών της διαβόητης παραστρατιωτικής OAS, που έχει οργιάσει στην Αλγερία, ο Ταγκυέφ θα θεωρήσει απρόσφορο να το κατατάξει ως «ακροδεξιό», καθώς βρίσκει τον όρο υπερβολικά πολεμικό.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι «ο λαϊκισμός δεν είναι ούτε αριστερός ούτε δεξιός. Υπάρχουν λαϊκιστές ηγέτες στην Δεξιά και την Αριστερά, και στα δύο άκρα [σ.σ.: η υπογράμμιση δική μου]. Το χαρακτηριστικό του λαϊκισμού είναι ακριβώς ότι εξουδετερώνει τη διαφορά Δεξιάς/Αριστεράς: «το «ούτε δεξιά ούτε αριστερά» εικονίζει την «αντι-κομματική» ή «αντιπολιτική» διάσταση των λαϊκιστικών κινημάτων» [2]. Στην Ελλάδα, ωστόσο, τουλάχιστον ως και τα τέλη του ’90 η κριτική του «εθνολαϊκισμού» ήταν τεκμήριο προοδευτισμού: από τα υπερκομματικά εθνικιστικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία και τις ταυτότητες, ως την αναπάντεχη σύγκλιση σταλινικού κομμουνισμού και νεορθοδοξίας, η κριτική αυτή ήταν μια απόπειρα να στηλιτευθεί ο εθνικισμός της Δεξιάς και η πατριωτική-αντιιμπεριαλιστική ηχώ του στο εσωτερικό της Αριστεράς. Αυτό που ενοχλεί σήμερα, αντίθετα, δεν είναι ο εθνικισμός –σημείο σύμπτωσης, εξάλλου, των κομμάτων της μνημονιακής «εθνικής σωτηρίας». Το πρόβλημα είναι ένα κόμμα της Αριστεράς που ενοχοποιείται ως «λαϊκιστικό» γιατί, σεβόμενο την προ διμήνου λαϊκή εντολή, δεν μένει να διαπιστώνει εν είδει (πολιτικού;) ρεαλισμού την κυριαρχία της γερμανικής Δεξιάς στην Ευρώπη –συνεπώς, δεν θεωρεί και μοιραία τα μνημόνια. Συμμετρικά, και όπως το θέτει ο Ι.Κ. Πρετεντέρης (11/3), το πρόβλημα είναι ότι «οι ψηφοφόροι κολακεύονται να πιστεύουν ότι τα κόμματα παίρνουν υπόψη την ψήφο τους και τα μηνύματά τους» – ότι, δηλαδή, παραπαίρνουν στα σοβαρά την αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

Με τους όρους του Ανδρέα Πανταζόπουλου, το θέμα είναι η λαϊκιστική ροπή «στον συνοπτικό «αντιπλουτοκρατισμό» με αριστερό επίχρισμα [και] στη γερμανοφοβία» [3]. Πρόκειται για διατυπώσεις που ο Ταγκυέφ θα απέδιδε άλλοτε αυτολεξεί μόνο ή κυρίως στην Λεπέν: σήμερα απονέμονται σε μια Αριστερά που διεκδικεί ευρωπαϊκή λύση στο ελληνικό πρόβλημα, εξηγώντας πως, σε αντίθεση με τα περί «ελληνικής εξαίρεσης», αυτό το τελευταίο είναι πια ευρωπαϊκός κανόνας. Φυσικά, το άγχος των νεοσυντηρητικών ευρωπαϊστών δεν είναι ο εθνικισμός ή υπερβολικός αντιγερμανισμός της Αριστεράς: θα έφτανε να της αντιπαραθέσουν τις απόψεις του Die Linke, που, ωστόσο, συμβαίνει να ταυτίζονται με τον ΣΥΡΙΖΑ. Το πραγματικό δικό τους πρόβλημα είναι ο εγκλωβισμός τους στο προεκλογικό τρενάκι του Άδωνη Γεωργιάδη: σε μια θεώρηση της Ευρώπης ως μονολιθικής και αδιατάρακτης ένωσης, που καλύτερα να ανέχεται τους ναζί στην Ουκρανία ή να παίρνει σε Γαλλία και Ιταλία το ρίσκο της Ακροδεξιάς, παρά να ενδώσει στην ελληνική Αριστερά. Κι αυτά συμβαίνουν αναπόφευκτα όταν η επιθυμία, η συντριβή δηλαδή της Αριστεράς, προβάλλεται στην πραγματικότητα και παγιδεύει την ανάλυσή της: Ο νεοσυντηρητικός ευρωπαϊσμός δεν προβληματίζεται ούτε για τα όρια ενός ευρώ «σκληρού» προς τα μέσα (προς τις κοινωνίες της Ε.Ε.) και «μαλακού» προς τα έξω (προς τις χώρες-αποδέκτες των ευρωπαϊκών εξαγωγών), ούτε για την πτώση των επιτοκίων στη Γερμανία, ενόψει μιας ανάπτυξης που δεν έρχεται, ούτε, τέλος, για την αντιμετώπιση της ανεργίας με mini-jobs. Μη μπορώντας να οικοδομήσει οτιδήποτε, ο στόχος είναι απλά να καταστρέψει τις δυνατότητες του αντιπάλου να το κάνει.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

Φωτό: Τζίνο Τζερμάνι

___________________

[1]  Gino Germani, Authoritarianism, Fascism, and National Populism, Τransaction Books 1978, σ. 177.

[2]  Pierre – André Taguieff, Ο νέος εθνολαϊκισμός (μετάφραση: Αναστασία Ηλιαδέλη, Ανδρέας Πανταζόπουλος), Επίκεντρο 2013

[3] Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013, Επίκεντρο 2013. Συνεχίζει ο ίδιος: «Ένα μεγάλο τμήμα της λεγόμενης κινηματικής Αριστεράς συνάντησε και εγκολπώθηκε μια καρικατούρα του «έθνους», μια αδιευκρίνιστη φιγούρα «εθνικού σοσιαλισμού» με μεσοπολεμικά και περονικά πρόσημα, μέσα από την προσφυγή στον λαϊκισμό ως ιδεολογία». Φυσικά τίποτα διαφορετικό δεν έλεγε πρόσφατα ο Θάνος Τζήμερος, όταν κατηγορούσε τον Αλέξη Τσίπρα ότι μιμείται τον Χίτλερ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s