ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗΣ

Για να πουν «σε πεθύμησα», οι παλιοί, στα χρόνια του παππού μου, λέγαν «σε πόνεσα» – κι ίσως κάπου να το λένε ακόμα. Εκείνα τα χρόνια ο πόνος ήταν φίλτρο και απόλυτο μέτρο για τα πάντα, ακόμα και για την επιθυμία. Και στο θαυμάσιο Γκιακ, που στ’ αρβανίτικα σημαίνει αίμα, αυτόν τον πόνο, τον δομημένο σα γλώσσα, ο Δημοσθένης Παπαμάρκου τον φέρνει με κόπο στην επιφάνεια, βάζοντας θύματα που έγιναν θύτες να μιλούν για τα εγκλήματά τους, μήπως φτάσουν στην κάθαρση και την αυτογνωσία έστω οι νεότεροι. Το γκιακ, εξηγεί ο Παπαμάρκου, έχει κεντρικό ρόλο στο Κανούν, το αλβανικό εθιμικό δίκαιο, που χρονολογείται από τον 15ο αιώνα και σε ορισμένες κοινότητες επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας. Το γκιακ δηλώνει την εκδίκηση του αίματος ή την υποχρέωση για εκδίκηση του αίματος, ακόμα και για φόνους εξ αμελείας. Η «υποχρέωση» αυτή είναι που ορίζει τις πράξεις των ηρώων του συγγραφέα – πολεμιστών του μικρασιατικού μετώπου από την αποδώ πλευρά, που από θύματα γίνονται θύτες. Είναι τα χρόνια που η ζωή αξίζει λίγο, κι όμως, το βίωμα της απώλειάς της διηθεί τα πάντα, εξ ου και η έννοια της συγχώρησης είναι άγνωστη.

***

«Το δράμα της συγχώρησης», γράφει ο Εμμανουέλ Λεβινάς, «δεν έχει μόνο δύο πρόσωπα» – τον θύτη και το θύμα. Εφ’ όσον το έγκλημα, μαζί με τον θύτη, προσβάλλει επίσης τους κανόνες της συμβίωσης μιας κοινωνίας, αρμόδιο για τη συγχώρηση, όπως άλλωστε και για την τιμωρία, είναι ένα τρίτο «πρόσωπο»: η εξουσία, νομοθετική και δικαστική, που ορίζει τι είναι έγκλημα. Κι από αυτά δεν εξαιρείται ούτε το έγκλημα με την μεγαλύτερη ηθική απαξία, η αφαίρεση δηλαδή της ζωής.

Η ζωή του θύματος είναι ανεπανάληπτη: δεν επιστρέφει με κανέναν νόμο, όσο επιεική ή δρακόντειο, δεν συμψηφίζεται, ούτε σχετικοποιείται – γι’ αυτό και η αφαίρεσή της τιμωρείται αυστηρά. Όμως, οι κοινωνίες που δεν λύνουν τις διαφορές τους με το εθιμικό δίκαιο, άλλη μεταχείριση επιφυλάσσουν στον θύτη όταν σκοτώνει με δόλο, άλλη όταν ο ίδιος βρίσκεται εν βρασμώ ψυχής ή σε άμυνα. Άλλη είναι η ποινή όταν μια ζωή αφαιρείται από αμέλεια, κι άλλη η αντιμετώπιση του δράστη όταν το έγκλημα «απευθύνεται αμέσως κατά της πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της νομίμου, κατά το πολίτευμά, της κοινωνικο-οικονομικής τάξεως»: έτσι περιγράφει ο Άρειος Πάγος το πολιτικό έγκλημα (βούλευμα 1260/1987) – κι αυτό το τελευταίο, ως γνωστόν, μπορεί να αμνηστευθεί από τη Βουλή, με πλειοψηφία τριών πέμπτων. Υπάρχουν τέλος περιπτώσεις που η πολιτεία λαμβάνει θετικά μέτρα κατ’ εξαίρεση, ακόμα μάλιστα και για έναν μόνο κατάδικο, στις περιπτώσεις που θέλει να προωθήσει μια διαφορετική σωφρονιστική πολιτική. Τέτοιο μέτρο είναι η απονομή χάριτος, που βρίσκεται στην αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας, αφορά δε και δράστες ανθρωποκτονιών, αν όχι κατεξοχήν αυτούς, λόγω της βαρύτητας της ποινής τους.

Η λογική της συγχώρησης –της συγχώρησης σε αυτήν, όχι στη μετά θάνατον ζωή–, δεν είναι φυσικά πρωτοτυπία του ελληνικού δικαίου. Στην Ιταλία, το ζήτημα της αμνηστίας τέθηκε ήδη από τη δεκαετία του ’90 για τους καταδικασμένους ως μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ενώ στη Γερμανία, το άρθρο 60 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ότι το δικαστήριο μπορεί να απέχει από την επιβολή ποινής «όταν οι συνέπειες της πράξης που έπληξαν τον δράστη είναι τόσο δριμείες, ώστε η επιβολή ποινής θα ήταν προφανώς εσφαλμένη».

***

Από την μέχρι τώρα συζήτηση γύρω απ’ το νομοσχέδιο για τις φυλακές, η επιχειρηματολογία αυτή έχει δυστυχώς εκλείψει. Με ευθύνη της Δεξιάς και των φιλικών της ΜΜΕ, μοιάζει σαν όλα να συνωμότησαν για να απολυθεί υπό όρο (ούτε καν δηλαδή να αποφυλακιστεί) ένας και μόνο άνθρωπος: ο πολυτραυματίας Σάββας Ξηρός. Στο κλίμα δε αυτό, και προσπαθώντας να αποκρούσει τη λογική της εκδίκησης, η Αριστερά βρίσκεται να επιχειρηματολογεί για τα δικαιώματα αμυνόμενη. Σα να μην ήταν οι αντίπαλοί της, αλλά η ίδια, που πρέπει να απολογηθεί. Σαν οποιοσδήποτε κρατούμενος να είναι φορέας δικαιωμάτων μόνο όταν φτάνει στο κατώτερο σημείο της βιολογικής ύπαρξής του, οπότε και μπορεί να συγκινήσει ως «ανάπηρος».

Αν είναι όμως αυτή η αφετηρία που επιφυλάσσει η Αριστερά στον εαυτό της, ποιος θα ζητήσει τον λόγο για την αποκρουστική κρατική λογική του «κάποια δεν λέγονται ούτε γράφονται, αλλά γίνονται» – αυτήν που στην περίπτωση του Σάββα Ξηρού θριάμβευσε απ’ όταν ανακρινόταν ετοιμοθάνατος στον Ευαγγελισμό μέχρι σήμερα, και εξαιτίας της οποίας, από ανάπηρος κατά 68%, σήμερα είναι πια στο 98%; Κι αν η αποσυμφόρηση δεν ήταν πράγματι όσο επείγουσα είναι σήμερα, αν η κατάσταση στις φυλακές και το Νοσοκομείο του Κορυδαλλού δεν ήταν η σημερινή κόλαση: τι θα δικαιολογούσε άραγε την παράταση της κράτησης ενός πολυτραυματία, 13 χρόνια μετά τον αυτοτραυματισμό του; Αν ο ίδιος δεν ήταν ανάπηρος κατά 98%, αλλά «μόνο» κατά 80%, πού θα έφτανε το όριο της ηθικής απαξίας για τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε; Σε τελική ανάλυση, πόσο ανάπηρος πρέπει να είναι ένας εγκληματίας για να έχει δικαιώματα; Που πάει να πει: από πότε και μετά συζητάμε ως Αριστερά, και δη κυβερνώσα, για τον πραγματικό σκοπό της ποινής;

Το σημείωμα οφείλει πολλά στο κείμενο του Αθανάσιου Ι. Αναγνωστόπουλου «Η συγχώρηση στο ποινικό δίκαιο», που περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο Η συγχώρηση, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άρτος Ζωής (επιμέλεια: Σταύρος Ζουμπουλάκης). Τo βιβλίο το ανακάλυψα χάρη στον Κώστα Σπαθαράκη – για ορισμένα άλλα «ευθύνεται» η Σ.Β, στην οποία πολλοί οφείλουμε πολλά.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s