ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Την επαύριο της φρικαλέας επίθεσης στο Παρίσι, κι ενώ μια νέα φιλελεύθερη Union Sacrée, με επικεφαλής τους ηγέτες της Δύσης, ανακάλυπτε πως κατά βάθος πάντα ήταν Charlie, μία πλευρά της αριστερής κριτικής θεωρούσε σκόπιμο να αντιτάξει τις «καταχρήσεις» της ελευθερίας της έκφρασης, για τις οποίες το περιοδικό επικρίθηκε κατά καιρούς, ανάγοντάς τες στην υπεροψία του δυτικού ιμπεριαλισμού[1]. Υπάρχουν μάχες που μπορούν να κερδηθούν υπό τον όρο ότι δίνονται στη σωστή στιγμή – κι αυτή καταφανώς δεν ήταν τέτοια: Πράγματι, «η ελευθερία της έκφρασης όσο και το ίδιο το χιούμορ κρίνονται από τον βαθμό της ανεξαρτησίας τους από την άσκηση της εξουσίας στο επίπεδο των ιδεών»· όμως η αιματοχυσία που είχε «τιμωρήσει» την κομφορμιστική σάτιρα του Charlie με την «κατηγορία» της βλασφημίας, ήταν απολύτως ασύμμετρη, ακόμα κι αν το περιοδικό φλέρταρε συστηματικά με έναν κοινότοπο αντιμουσουλμανικό λόγο. Την ώρα λοιπόν της μάχης για τον ορισμό του πεδίου της μάχης, η κριτική αυτή διάλεγε το λάθος πεδίο: αν το θέμα ήταν απλώς η ελευθερία του (αντιμουσουλμανικού) λόγου και τα όριά της, η φιλελεύθερη Ιερά Συμμαχία είχε λιγότερους περιορισμούς, πιο συγκεκριμένα και πιο «ελευθεριακά» επιχειρήματα να προτάξει.

Είναι βεβαίως σαφές ότι η συγκεκριμένη πλευρά της κριτικής έκανε ένα βήμα μετά το γεγονός για να αποκρούσει τις πολιτικές και ιδεολογικές χρήσεις του: την ισλαμοφοβία και τον αντιμουσουλμανικό-αντιμεταναστευτικό ρατσισμό, την αντιτρομοκρατική συμμαχία Δύσης-Ισραήλ, τα εκτός ορίων μέτρα κρατικής και διακρατικής ασφαλείας – και ταυτόχρονα να αποκαλύψει τις «ρίζες» του συμβάντος, το πώς δηλαδή έχουμε φτάσει ως εδώ. «Το γεγονός», επέμενε ωστόσο η Χάνα Άρεντ, «φωτίζει το παρελθόν του, αλλά δεν συνάγεται από αυτό». Υπ’ αυτή την έννοια, η τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι, όπως και η αντιτρομοκρατική συμμαχία που επιχείρησε να «προσανατολίσει» τη συγκίνηση για τους δολοφονημένους σκιτσογράφους, αντιστοιχούν σε πραγματικότητες που συμπεριλαμβάνουν, αλλά υπερβαίνουν κατά πολύ, τόσο τα πολιτικά και ηθικά διλήμματα γύρω από την ελευθερία της έκφρασης, όσο και τα αντίστοιχα γύρω από τη δυτική υπεροψία. Γι’ αυτό και μια συγκεκριμένη ανάλυση του συγκεκριμένου συμβάντος χρειαζόταν να διακρίνει γεγονός, χρήσεις και ρίζες – χωρίς να υποβαθμίζει ή να αποκλείει πολιτικά κάποια από τα τρία, όπως εντέλει συνέβη συστηματικά στην πραγμάτευση του «συμβάντος Charlie».

Γεγονός, χρήσεις και ρίζες

Η επίθεση στο Charlie Hebdo ήταν η γαλλική «στιγμή» της ανόδου του τζιχαντισμού: ένα ευρωπαϊκό επεισόδιο σε μια διεθνούς κλίμακας διαδικασία στρατιωτικοποίησης της θρησκείας που, στην ιδιαίτερη εκδοχή της τζιχάντ, κερδίζει έδαφος σε βάρος κοσμικών ή άλλων δυνάμεων του Ισλάμ –σε Πακιστάν, Αφγανιστάν, Ιράκ, Συρία, Υεμένη, Νιγηρία, Αίγυπτο, Αλγερία και Λιβύη–, αλλά και σε κάμποσες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ως (θεοκρατική) ένοπλη κριτική του ιμπεριαλισμού που στρατολογεί πληβείους. Ήταν κρίσιμο, από αυτή την άποψη, ότι ήδη από τις επόμενες ώρες η εν ψυχρώ μαζική δολοφονία αμάχων προκαλούσε δηλώσεις αποκύρυξης εκ μέρους ισλαμιστικών οργανώσεων. Εμβληματική, εδώ, η καταδίκη της αιματοχυσίας σε υψηλούς τόνους, τόσο από τη  Χεζμπολάχ του Λιβάνου, όσο και από την παλαιστινιακή Χαμάς – αυτήν που το Συμβούλιο της Ευρώπης επιμένει να θεωρεί «τρομοκρατική».

Στον αντίποδα, η ετερόκλητη Ιερά Συμμαχία, προμετωπίδα το συγκινησιακά φορτισμένο «Je suis Charlie», αποτέλεσε μια εξίσου ιδιότυπη διαδικασία πολιτικοποίησης των δικαιωμάτων, που δεν αφορούσε (και γι’ αυτό δεν κινητοποίησε) μόνο τη Γαλλία, της μακράς παράδοσης στη διακωμώδηση του ιερού, αλλά τον δυτικό κόσμο στο σύνολό του. Στη συγκεκριμένη αυτή εκδοχή, η υπεράσπιση του κοσμικού κράτους και της ελευθερίας της έκφρασης, όχι στο Ιράν του Τζαφάρ Παναχί, αλλά εκεί όπου αυτή η τελευταία όντως απειλείται, αποτύπωνε μια (δια)κρατική σύμπνοια, κρατών που στο παρελθόν αντιμετώπιζαν τους οπαδούς της Τζιχάντ ως μαχητές της ελευθερίας[2]: Μια σύμπνοια, όχι για τη διεύρυνση των ορίων της ελευθερίας και τη γενίκευση των ελευθεριών· όσα θα είχαν να καυχηθούν οι εισηγητές της, ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, είναι στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Το ζητούμενο ήταν μάλλον η επιβεβαίωση, έναντι δικαίων και αδίκων, των δυτικών/φιλελεύθερων αξιών, της κρατικής ασφάλειας και της αδιαφοροποίητης «διεθνούς κοινότητας» – πολιτική ιεράρχηση που, αντί να ακυρώνει, επί της ουσίας επικύρωνε το σχήμα της «σύγκρουσης των πολιτισμών»[3]. Αυτής της τάσης έκφραση ήταν, στα καθ’ ημάς, ο πρωτοφανής κυνισμός με τον οποίο η ελληνική Δεξιά συνέδεε το μακελειό στο Παρίσι με τις προσφυγικές ροές. Ως γνωστόν, βεβαίως, δεν ήταν η μόνη.

Τούτων δοθέντων, οι όποιες αστοχίες ενός μηχανιστικού αντιρατσιστικού ή/και αντιιμπεριαλιστικού λόγου αναφορικά με το «συμβάν Charlie» ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Πολύ σοβαρότερες, αντίθετα, είναι οι διαφαινόμενες απολήξεις της φιλελεύθερης αντιτρομοκρατικής στρατηγικής. Ένα μήνα μετά την επίθεση στο Παρίσι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα ζητούσε από το Κογκρέσο εξουσιοδότηση τριετούς διάρκειας για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης κατά του ISIS[4]. Στην Ευρώπη, πάλι, όπου το μακελειό στο Παρίσι διαβαζόταν εξαρχής ως υπόμνηση των αδιεξόδων της «πολυπολιτισμικότητας» –στην πραγματικότητα: ως προειδοποίηση για τα όρια της συμβίωσης με το Ισλάμ–, δεκάδες επιθέσεις σε ισλαμικά τεμένη στη Γαλλία έδειχναν αυτό που και αριστεροί διανοούμενοι, όπως ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, έδειξαν να υποτιμούν[5]: ότι το έδαφος της ισλαμοφοβίας, εύφορο από καιρό, σήμερα γεννάει τέρατα.

Μέχρι τώρα, λοιπόν, η ευκαιρία μοιάζει να χάνεται: Ο εντοπισμός των ορίων της «πολυπολιτισμικότητας» θα μπορούσε να σημάνει την κατανόηση ότι σήμερα, πράγματι, δεν φτάνει να είμαστε (πολιτισμικά) διαφορετικοί, στο βαθμό που γινόμαστε όλο και λιγότερο (κοινωνικά) ίσοι. Στη Γαλλία, ωστόσο, η ευκαιρία παρέμεινε αναξιοποίητη, με ευθύνη και της γαλλικής Αριστεράς. Αντ’ αυτού, παράλληλα με τις συνήθεις επιδείξεις κρατικής ασφάλειας, ορισμένοι θέτουν σήμερα πιο εμφατικά το πρόβλημα του «ισλαμο-αριστερισμού», συναιρώντας τη θεοκρατική με την προοδευτική κοσμική κοινωνική κριτική, ώστε η ευκαιρία αλλαγής του υποδείγματος να πάει στα σίγουρα χαμένη. Ένα παράδειγμα: Στο πρώτο τεύχος του Charlie Hebdo μετά την 7η Ιανουαρίου, ο Ζαν-Υβ Καμύ διαπιστώνει τη σύγκλιση μεταξύ Ισλάμ και Αριστεράς στο έδαφος της εβραιοφοβίας, της συνωμοσιολογίας και του αντιδυτικισμού· ο ίδιος ανησυχεί για την προσπάθεια να αποσυνδεθεί το Ισλάμ από το μακελειό στο Παρίσι – μη παραλείποντας ότι, σε αντίθετες περιπτώσεις, η Ακροδεξιά ενοχοποιείται σχεδόν αυτόματα, ακόμα και για εγκλήματα που για τα οποία δεν ευθύνεται.

Διακυβεύματα

Οι τάσεις που αναφέρονται ως εδώ, αναγκαστικά με νύξεις, συνοψίζονται σε μια τριπλή κίνηση: (Ι) Την αθώωση του «εφαρμοσμένου» φιλελευθερισμού για τα κοινωνικά τείχη που έχει ανεγείρει, και την αποτυχία του να εμποδίσει τους εκτός των τειχών να αναζητήσουν καταφύγιο στην πολιτισμική σύγκρουση· (ΙΙ) την απόπειρα εξιλέωσης του οικονομικού φιλελευθερισμού, με βάση την (ακόμα ελκυστική) υπόσχεση των δικαιωμάτων· και (ΙΙΙ), την υποβάθμιση των δικαιωμάτων σε προνόμια για τους φορείς του «νόμιμου», δηλαδή του κυρίαρχου εθνικού ή/και δυτικού  φιλελεύθερου υποδείγματος – κατ’ αρχάς του πολιτισμικού, εν τέλει όμως του κοινωνικού και πολιτικού.

Νομίζω πως αξίζει να σταθούμε με περίσκεψη στα παραπάνω, καθώς στα συμφραζόμενα αυτού του εργαλειακά δικαιωματικού λόγου, σύμφωνα με τον οποίο (συλλήβδην) «ο ισλαμισμός απειλεί τα δικαιώματα», πριν και μετά την 7η Ιανουαρίου αναγνωρίζονται κυβερνήσεις, εθνικοφιλελεύθεροι τύπου Βίλντερς, και γενικά η ανερχόμενη ευρωπαϊκή Ακροδεξιά – όπως αναγνωρίζεται και μια ορισμένη κριτική του αντισημιτισμού, που στο πλαίσιο της «σύγκρουσης των πολιτισμών» διεκδικεί απλώς την αποκατάσταση του σιωνισμού ως θύματος και νόμιμου αντιπάλου της ισλαμιστικής τρομοκρατίας[6]. Για το πόσο ειλικρινής είναι αυτή η τελευταία όταν (δια)δηλώνει υπέρ του Charlie, μιλά το ισραηλινό υπόδειγμα πολιτικοποίησης/στρατιωτικοποίησης της θρησκείας, που γνωρίζουν από πρώτο χέρι οι ισραηλινοί αντικαθεστωτικοί. Μόλις πρόσφατα, η διάλεξη του γνωστού ιστορικού Ιλάν Πάπε μεταφέρθηκε από το Πανεπιστήμιο Ρώμη 3 σε άλλο χώρο, υπό την πίεση, όπως σημείωσε ο ίδιος, της τοπικής ισραηλινής πρεσβείας και της εβραϊκής κοινότητας. Μόλις πρόσφατα, στα καθ’ ημας, η Κοινότητα Ισραηλιτών Αθηνών διαμαρτυρήθηκε έντονα για σκίτσο στην Αυγή που απεικόνιζε τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ως ναζί· όχι γιατί –πράγματι– σχετικοποιούσε τον ναζισμό. Αλλά  κρίνοντάς το αντισημιτικό – και συμβάλλοντας έτσι σε ένα κλίμα ιδεολογικής αποσταθεροποίησης μιας αντινεοφιλελεύθερης (και ταυτόχρονα «δικαιωματικής», δηλαδή εχθρικής προς την εβραιοφοβία) Αριστεράς, που σε όλη την Ευρώπη ελέγχεται από τους ίδιους κύκλους για εβραιοφοβία, αντιδυτικισμό και εξτρεμισμό[7]. Και στις δυο περιπτώσεις, η επίκληση της ελευθερίας της έκφρασης μοιάζει να υποχωρεί, όταν αυτή η ελευθερία εκδηλώνεται σε αντιπαράθεση με τους ισχυρούς· αντίθετα, κρίνεται υπερασπίσιμη όσο περισσότερο εκφυλίζεται σε προνόμιο αυτών που συμφωνούν με την εξουσία.

Το όπλο της κριτικής απέναντι στη στρατιωτικοποίηση της πολιτικής

Εκεί που επιβάλλεται η κριτική των όπλων, θεσμική ή εξωθεσμική, το όπλο της κριτικής μοιάζει εκ των πραγμάτων αδύναμο. Τουλάχιστον υπό όρους, όμως, δεν είναι. Έργο της κριτικής μετά το Charlie είναι να αναδείξει κατ’ αρχάς το συμβάν ως σημείο ισορροπίας μεταξύ τοπικών/εθνικών διακυβευμάτων και διαδικασιών διεθνούς εμβέλειας. Έργο της έτσι, από τη σκοπιά της δημοκρατίας, είναι η ανάδειξη και ο συνδυασμός ιδιαίτερων/τοπικών προτεραιοτήτων και κοινών/οικουμενικών πολιτικών προταγμάτων – στον αντίποδα της αναμενόμενης επιβεβαίωσης προϋπαρχουσών ταυτίσεων. Ένα παράδειγμα: Η απόκρουση της ισλαμοφοβίας και του αντισημιτισμού στη Δύση, είναι απείρως πιο κρίσιμη και βοηθητική στην ανάσχεση του τζιχαντισμού, απ’ό,τι οι γενικόλογες επικλήσεις στην ελευθερία της έκφρασης, που παραγνωρίζουν το προφανές: ότι η ελευθερία της έκφρασης και η κοσμικότητα κρίνονται εκεί που η θεοκρατία γίνεται κυρίαρχη έκφραση του Ισλάμ – εξέλιξη που δεν μπορεί να αποτραπεί χωρίς τους μουσουλμάνους. Κοντολογίς: Έργο, και μαζί κοινός στόχος μιας δημοκρατικής κριτικής, είναι η μετατόπιση της σύγκρουσης: από το πολιτισμικό πεδίο, όπου την έχει εγκλωβίσει ένας ορισμένος φιλελευθερισμός, προς μια σύνθεση της κοινωνικής (αυτο)κριτικής –στη Γαλλία, την Ευρώπη και τη Δύση–, με τα οικουμενικά προτάγματα που οι μεγάλες θρησκείες μοιράζονται με τον Διαφωτισμό.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την πολιτικοποίηση του ιερού, πρόκειται γι’ αυτό που ο Ετιέν Μπαλιμπάρ αποκάλεσε έξοχα «μεταρρύθμιση του κοινού νου των θρησκειών»[8]: την ανάδειξη των πολλαπλών και αντιθετικών διαδρομών πολιτικοποίησης των θρησκειών (για το Ισλάμ: από τα δίκτυα τρομοκρατών, τον δεξιό αυταρχισμό και τον νεοφιλελεύθερο κεντρισμό, ως τον αριστερό ριζοσπαστισμό, τον εξισωτισμό του κοσμικού κράτους και τον ανταρτοπόλεμο[9]). Αντίστοιχα, σε ό,τι αφορά το υπεράσπισιμο φορτίο της φιλελεύθερης παράδοσης, το αναγκαίο για την κριτική είναι η ανάδειξη παραδειγμάτων πολιτικοποίησης των δικαιωμάτων που γεφυρώνουν, αντί να αμβλύνουν, τα χάσματα: ανάμεσα στη θρησκευτική πίστη και τις δημοκρατικές φιλελεύθερες αξίες, μεταξύ παράδοσης και  νεωτερικότητας, ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό ή το τοπικό και το οικουμενικό.

Αυτή η πολιτισμική και πολιτική «μετάφραση», πολύτιμη για την ακύρωση της αυτοεκπληρούμενης προφητείας περί σύγκρουσης των πολιτισμών, θα μείνει μετέωρη αν εξαντληθεί στο πεδίο της ιδεολογικής διαμάχης. Η αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής (της συνοχής που πίστεψε πως μπορεί να υποκαταστήσει ένας ορισμένος λόγος περί «ατομικών δικαιωμάτων»), η ανανοηματοδότηση της πολιτικής ως αντίδοτο στον πολιτικό κυνισμό, η αναζήτηση της οικειότητας σε ανοιχτές κοινότητες, στον αντίποδα του κοινοτισμού και του ατομικισμού, είναι στοιχήματα που θα κριθούν στο πεδίο των μαζικών κοινωνικών πρακτικών, από το αν εμπλέξουν δηλαδή τους πολλούς. Σε καιρούς καπιταλιστικής κρίσης και πολλαπλής υπονόμευσης του χειραφετητικού φορτίου του φιλελευθερισμού, τα στοιχήματα αυτά είναι υπόθεση των δυνάμεων που συμμερίζονται μια παλιά αλήθεια: όπως η ισότητα χωρίς την ελευθερία είναι τυραννία, έτσι και η ελευθερία χωρίς την ισότητα αποτελεί προνόμιο – και όπως κάθε προνόμιο, κινδυνεύει.

Το κείμενο περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο με τίτλο Όλα μπορούν να λεχθούν ή υπάρχουν εκείνα που δεν λέγονται, που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Χριστόπουλος και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα.

_______________

[1]     Ενδεικτικά: Ο Ιός, «Η ευκολία να είσαι Charlie» και Ιωάννα Κούρτοβικ, «Η αλαζονεία της δυτικής υπεροχής», Εφημερίδα των Συντακτών, 18.1.2015

[2] Ο Ιός, «Μουτζαχεντίν του φιλελευθερισμού», Ελευθεροτυπία, 30.9.2001

[3] «Η ιδέα πως το Charlie Hebdo προκάλεσε μια εθνική συναίνεση πρέπει να είναι μία από τις ειρωνίες της ιστορίας που δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν ούτε οι πιο κυνικοί αντικαθεστωτικοί φιλελεύθεροι της μετά το ’68 περιόδου», σημείωνε ειρωνικά ο Τάρικ Άλι. Βλ. «Short Cuts», London Review of Books, 22.1.2015

[4] Ο θεοκρατικός μιλιταρισμός δεν θα αντιμετωπιζόταν προφανώς με ανθοδέσμες – ένας τριετής πόλεμος εναντίον του, ωστόσο, προφανώς διακινδυνεύει  έναν νέο κύκλο ασύμμετρης τρομοκρατικής και αντιτρομοκρατικής βίας.

[5] Slavoj Zizek, «Are the worst really full of passionate intensity?», New Statesman, 10.1.2015

[6] Στην προσπάθεια να «ορίσουν τον εχθρό», γάλλοι διανοούμενοι όπως ο Πασκάλ Μπρυκνέρ και ο Πιερ-Αντρέ Ταγκυέφ έγραψαν ότι οι δράστες δεν είναι μόνο τρομοκράτες: «είναι ισλαμιστές». Pascal Bruckner, Pierre-André Taguieff, Jacques Tarnero, Michèle Tribalat «Je suis un épicier casher», Huffington Post, 15.1.2015. Στα ελληνικά: «Είμαι ένας εβραίος παντοπώλης» (μτφρ.: Ανδρέας Πανταζόπουλος), BooksJournal, τεύχος Φεβρουαρίου 2015). Για την ταύτιση αντισιωνισμού και αντισημιτισμού, και τη σύνδεσή τους με την Αριστερά: Pierre – André Taguieff, Alain Finkielkraut, Jew. Η νέα εβραιοφοβία. Στο όνομα του άλλου (μτφρ.: Ανδρέας Πανταζόπουλος, Μάγκυ Κοέν), Πόλις 2005.

[7]              Ενδεικτικά για την τάση αυτή: Benjamin Abtan, «Racisme et antisémitisme en Grèce: dangereuse cécité volontaire», Huffington Post, 5.2.2015· Thomas Weber, «So judenfeindlich sind Tsipras und seine Leute», Die Welt, 30.1.2015. Για την κριτική της: Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος, «Το νέο παραπέτασμα και οι εσωτερικοί εχθροί της Ευρώπης», RedNotebook, 16.2.2015

[8]              Étienne Balibar, «Trois mots pour les morts et pour les vivants», Libération,9.1.2015. Στα ελληνικά: «Τρεις λέξεις για τους νεκρούς και για τους ζωντανούς» (μτφρ.: Νίκος Σκοπλάκης), RedNotebook, 14.1.2015

[9]              Susan Buck-Morss, Πέρα από τον τρόμο. Ισλάμ, Κριτική Θεωρία και Αριστερά (μτφρ.: Φώτης Τερζάκης), Αλεξάνδρεια 2005.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s