ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΗ

Στις οριακές στιγμές συνήθως καταφεύγουμε σε αυτούς που εμπιστευόμαστε, είτε συμφωνούμε μαζί τους είτε όχι. Ακούω λοιπόν τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, το βράδυ της περασμένης Τετάρτης: «Δεν λέμε ότι αυτοί που είναι απ’ αυτή τη μεριά σ’ αυτήν την απόφαση έχουν όλα τα καλά επιχειρήματα κι αυτοί κι αυτές που είναι από την άλλη μεριά έχουν όλα τα κακά επιχειρήματα. Δεν λέμε ότι το σωστό είναι από τη μια μεριά και το λάθος είναι από την άλλη μεριά».

Άνθρωποι σαν τον Τσακαλώτο, που συνέβαλαν τα μέγιστα στο τι είδους αριστεροί γίναμε, είναι αδιανόητο να θεωρούνται σήμερα «προδότες», ό,τι κι αν ισχυρίζονται οι φανατικοί ή οι ηθικολόγοι. Εξίσου αδιανόητο, όμως, είναι και να μην ακούγονται ενώ προειδοποιούν για τα όρια και τους κινδύνους μιας «συμφωνίας» που, κατά κοινή παραδοχή, αποτελεί Μνημόνιο και επιβλήθηκε υπό στυγνό εκβιασμό. Όταν λοιπόν ο υπουργός Οικονομικών παραδέχεται στη Βουλή ότι «η άλλη πλευρά», η πλευρά του ΟΧΙ, έχει (και αυτή) δίκιο, η κοινή λογική λέει να ψάξουμε πώς συμβιβάζονται, αν βεβαίως συμβιβάζονται, δύο αντιτιθέμενες επιλογές: ο ΣΥΡΙΖΑ του ΝΑΙ με τον ΣΥΡΙΖΑ του ΟΧΙ. Η κοινή αριστερή λογική λέει να αντιμετωπίσουμε συλλογικά μια συλλογική αποτυχία, για την οποία υπάρχουν διαβαθμισμένες ευθύνες.

Συλλογική αποτυχία: αυτό είναι η ήττα, και συνεπώς το τέλος της πολιτικής που θεωρούσε εφικτή την ακύρωση των μνημονίων μέσα στην Ευρωζώνη. Η αποτυχία αυτή έχει λόγους αντικειμενικούς, την υπεροπλία δηλαδή των αντιπάλων – όπως έχει και συγκεκριμένες υποκειμενικές ευθύνες, για τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα έπρεπε να έχει λόγο, και για τις οποίες, τουλάχιστον σήμερα οφείλει έναν απολογισμό. Όπως σωστά σημείωσε κάπου ο Απόστολος Δεδουσόπουλος, το υποτιθέμενο ακαταμάχητο επιχείρημα «τι άλλο μπορούσαμε να κάνουμε τώρα», με βάση το οποίο έχει καταργηθεί κάθε δημοκρατική διαδικασία στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι σα να τρέχεις με 150 χιλιόμετρα επί έξι μήνες, και δύο δευτερόλεπτα πριν από τη σύγκρουση να ρωτάς τον συνεπιβάτη «τι άλλο να κάνω» – κατηγορώντας τον, μάλιστα, ότι ούτε αυτός είχε να προτείνει κάτι πειστικό.

Τη στιγμή λοιπόν που τελειώνει μια περίοδος, και που συνεπώς επείγουν ο απολογισμός και η ανασύνταξη, μου φαίνεται σοκαριστικός ο δογματισμός με τον οποίο, ηγετικοί κύκλοι στην κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ επιχειρούν να υπερασπιστούν διά της πυγμής (και των δημοσκοπήσεων…) μια οριακή επιλογή, και μαζί, μια πολιτική που ηττήθηκε. Σοκαριστικό, ότι αντί να προστατευτεί ο Αλέξης Τσίπρας, γίνεται λάβαρο στα χέρια των φανατικών του «πάση θυσία ευρώ» – άρα «πάση θυσία μνημόνιο». Σοκαριστικό, ότι αντί να αναζητάμε αντίβαρα στις ωμές πιέσεις της τρόικας, οι εκβιασμοί της τρόικας μεταφέρονται στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ – σα να πρέπει να πάρουμε απόφαση το αδιανόητο: ότι αφού για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σημαίνει τίποτα το 36% ή και το 61% της ελληνικής κοινωνίας που απέρριψαν τα μνημόνια (ή μάλλον σημαίνει: την άσκηση ακόμα πιο σκληρών εκβιασμών), τότε δεν έχει καμιά σημασία τι λέει το κόμμα που στηρίζει την κυβέρνηση και σήμερα βρίσκεται μπροστά στη βίαιη κατάργηση των συμμαχιών και των κοινωνικών του εκπροσωπήσεων.

Τεκμήρια αυτού του δογματισμού έχουν καταγραφεί πολλά τις τελευταίες ημέρες:

  • Η έκκληση των 109 (σε σύνολο 201) μελών της Κεντρικής Επιτροπής αντιμετωπίστηκε με παγερή αδιαφορία και τελικά με το δίλημμα «αν ΟΧΙ στο μνημόνιο, τότε ΟΧΙ στην κυβέρνηση». Σε μία τουλάχιστον περίπτωση, ο αυταρχισμός έφτασε ως τη στοχοποίηση του γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ, που περίπου κλήθηκε να τιθασεύσει την πλειοψηφία του οργάνου ή να παραιτηθεί.

     

  • Κορυφαία στελέχη ζητούν εκκαθαρίσεις στο κόμμα και την κυβέρνηση – την ίδια στιγμή που στο υπουργικό συμβούλιο παραμένει ο προϊστάμενος των ασύδοτων ΜΑΤ και ΔΕΛΤΑ, ο υπουργός που βρίζει χυδαία το κόμμα, απειλεί τη Νεολαία, έξι μήνες τώρα δε, αποδομεί δημόσια όλους σχεδόν τους συναδέλφους του.

     

  • Αντί της ανάδειξης της καμπάνιας #ThisIsACoup, που ευαισθητοποίησε τη διεθνή κοινή γνώμη για το ευρω-πραξικόπημα σε βάρος της κυβέρνησης, παρατίθενται δηλώσεις ευρωπαίων αριστερών που στηρίζουν κυβέρνηση και μνημονιο – δηλώσεις που μπορεί να έχουν ευγενή κίνητρα (να στηρίξουν δηλαδή στα δύσκολα), προφανώς όμως παραλύουν τα ευρωπαϊκά κινήματα αλληλεγγύης που αντιμάχονται τη λιτότητα – και, εξίσου προφανώς, αφήνουν την ευρωπαϊκή Αριστερά χωρίς επιχειρήματα μπροστά στη Δεξιά.

     

  • Αντί της προετοιμασίας για τις κινητοποιήσεις κατά του Μνημονίου, στο βαθμό που το Μνημόνιο αποκόπτει τον ΣΥΡΙΖΑ από τις συμμαχίες του της τελευταίας πενταετίας (με τον αγροτικό κόσμο, τους επαγγελματίες, τους εργαζόμενους στις υπό ιδιωτικοποίηση δημόσιες επιχειρήσεις – κυρίως όμως τους άνεργους, τους νέους, τους χαμηλοσυνταξιούχους και τους μισθωτούς του ιδιωτικού, που θα συνεχίσουν να χάνουν), στελέχη του κόμματος και της κυβέρνησης επιλέγουν την ευκολία του εσωτερικού διχασμού: «ή με τις ιδεοληψίες του κόμματος, ή με την κυβέρνηση και τον Τσίπρα». Στο απόγειο αυτού του κοντόφθαλμου υπολογισμού («σήμερα που ο Τσίπρας δεν έχει αντίπαλο, συντασσόμαστε με τον Τσίπρα σα να μην υπάρχει αύριο»), οι διαφωνούντες με το μνημόνιο κατηγορούνται ως υπερασπιστές του σχεδίου Σόιμπλε υπέρ της δραχμής – λες και ο Σόιμπλε είναι κατά του μνημονίου.

     

  • Αντί της υπεράσπισης της δημοκρατίας του κόμματος, των συλλογικών του οργάνων, των οργανώσεων και των νομαρχιακών του επιτροπών, παρακολουθούμε την πλήρη απαξίωση του κόμματος, τον κανιβαλισμό, δημόσιο ή ιδιωτικό, όσων βουλευτών διαφοροποιούνται – και μαζί και των «109»: το λιντσάρισμα συγκεκριμένων τάσεων ή βουλευτών – όχι γιατί δεν είναι τόσο «σοβαροί» όσο θα έπρεπε (ορισμένοι όντως δεν είναι), αλλά γιατί έχουν το θράσος να μη συμμορφώνονται προς τας μνημονιακάς υποδείξεις της τρόικας, των αστικών κομμάτων, των γνωστών δημοσιογραφικών συγκροτημάτων και των μεταμορφώσεων του αυριανισμού, όλων αυτών δηλαδή που μέχρι χτες ήθελαν το κεφάλι του Αλέξη Τσίπρα, σήμερα όμως τον αποθεώνουν ως νέο εθνάρχη.

Η εμπειρία πέντε χρόνων μνημονίου δείχνει ότι τα μνημόνια πάνε χέρι-χέρι με τον αυταρχισμό – τόσο τον κρατικό, όσο όμως και τον εσωκομματικό, στα κόμματα που καλούνται να διαχειριστούν αντικοινωνικά προγράμματα. Αυτή η απλή παραδοχή δείχνει πόσο επείγει μια νέα αρχή – και πόσο άμεσα πρέπει να σταματήσουν τα εκφυλιστικά φαινόμενα που απειλούν την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Η δημόσια παραδοχή ότι ηττήθηκε μια στρατηγική, αντί των ανοησιών περί Μπρεστ-Λιτόφσκ (για το οποίο, παρεμπιπτόντως, αποφάσισε η Κεντρική Επιτροπή των μπολσεβίκων…), η οργάνωση της αντίστασης του λαού στα μνημόνια, η αποκατάσταση της εσωκομματικής δημοκρατίας και η απεμπλοκή του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα από τον μνημονιακό εγκλωβισμό, είναι τα βασικά για να υπάρχει κοινό μέλλον για την Αριστερά. Η ζωή έδειξε πως δεν χρειαζόμαστε μια νέα ΔΗΜΑΡ. Όσοι θυμούνται πόσο γενναιόδωροι ήταν το 2010 οι δημοσκόποι μαζί της, ας μην ξεχνούν ότι σήμερα, όσο και να την ψάχνουν, δεν τη βρίσκουν πουθενά.

To κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

Φωτό: Ο Γιάννης Καρούνης στο ρόλο του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, στο έργο του Σπύρου Τζόκα «Ο κύκλος των μάταιων πράξεων». Η φωτογραφία είναι του Άγγελου Καλοδούκα

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s