OΙ ΦΙΛΟΙ «ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗ», οι ΕΧΘΡΟΙ «ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ»

Η υπόθεση Φίλη και η επαναχάραξη του συνόρου Αριστεράς-Δεξιάς ως αναβίωση της δεκαετίας του ’90

Το Δεκέμβριο του 2015, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου διαβίβασε στη Βουλή δύο μηνυτήριες αναφορές σε βάρος του υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη. Την πρώτη είχε καταθέσει, ως γνωστόν, ο Φαήλος Κρανιδιώτης, στέλεχος τότε της ΝΔ, και επικεφαλής, σήμερα, του σχηματισμού «Νέα Δεξιά»· τη δεύτερη, ο εν αποστρατεία πλωτάρχης του Πολεμικού Ναυτικού Παναγιώτης Σταμάτης, που μόνο την τελευταία πενταετία έχει στο ενεργητικό του τουλάχιστον τρεις μηνυτήριες αναφορές κατά πολιτικών προσώπων. Αφορμή, η διάκριση εθνοκάθαρσης και γενοκτονίας που επιχείρησε ο Νίκος Φίλης – όχι, σημειωτέον, με δική του πρωτοβουλία, αλλά απαντώντας σε ερώτηση γνωστού δημοσιογράφου, σχετικά με παλιότερο άρθρο του για τη σφαγή των Ποντίων στην Αυγή.

Ο «αντιρατσιστικός» ν. 4285/2014 ως εργαλείο λογοκρισίας

Οι μηνυτήριες αναφορές στηρίχτηκαν στο άρθρο 2 του ν. 4285/2014 για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Πρόκειται για ένα νόμο που είχε υπονομεύσει συστηματικά ως γενικός γραμματέας της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ ο Τάκης Μπαλτάκος, με τη στήριξη τότε της Χρυσής Αυγής· ένα νόμο που τελικά ψηφίστηκε το φθινόπωρο του 2014, όταν βουλευτές της τότε συμπολίτευσης πέτυχαν να συμπεριλαμβάνεται στην ποινική δίωξη του ρατσιστικού λόγου και η κακόβουλη άρνηση της γενοκτονίας των Ποντίων, από κοινού με την άρνηση του Ολοκαυτώματος.

Η Χρυσή Αυγή ήταν η πρώτη που, με αφορμή την υπόθεση Φίλη, υπέδειξε δυνατότητες πολιτικής χρήσης ενός αντιρατσιστικού νόμου κατά των αντιπάλων της, επιχειρώντας, χωρίς καν τα προσχήματα, έναν αντιπερισπασμό στην εν εξελίξει ποινική δίωξη της ηγεσίας της – μια δίωξη που, βεβαίως, δεν αφορά «εγκλήματα λόγου». «Τα ‘νομικά όπλα’ που δημιούργησαν για να πατάξουν τον Εθνικισμό των Ελλήνων έχουν ήδη αρχίσει να στρέφονται εναντίον τους. Η Χρυσή Αυγή θα μηνύσει τον ανιστόρητο και προκλητικό Φίλη, που ο πολιτικός του παχυδερμισμός τον οδηγεί σε εγκλήματα κατά της Ιστορικής Μνήμης», αναφέρει σε ανακοίνωσή του στις 3 Νοεμβρίου 2015 ο εκπρόσωπος του κόμματος. Την επόμενη κιόλας μέρα, οι βουλευτές της νεοναζιστικής οργάνωσης Σαχινίδης, Αϊβατίδης και Χατζησάββας θα καταθέσουν μηνυτήρια αναφορά στον Άρειο Πάγο. Μια «λεπτομέρεια»: στην επίμαχη δήλωσή του, ο Νίκος Φίλης έχει μιλήσει για «τουρκική θηριωδία» σε βάρος των Ποντίων, προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν θέλει να επιβάλλει τις προσωπικές του απόψεις ως κρατική πολιτική. Η δήλωση αυτή, ωστόσο, δεν θα αποτρέψει ούτε τη Χρυσή Αυγή, ούτε τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας των ποντιακών σωματείων κατά του Φίλη, στις 5 Νοεμβρίου – συγκέντρωση που θα καταλήξει στον ξυλοδαρμό του βουλευτή της ΝΔ Γιώργου Κουμουτσάκου από οπαδούς της. Δεν θα εμποδίσει, όπως είδαμε, ούτε τους κατοπινούς μηνυτές του υπουργού. Κυρίως, όμως, δεν θα αποτρέψει την κατακραυγή εναντίον του από μέσα ενημέρωσης και κόμματα που, κατά τα λοιπά, κάθε άλλο παρά συμμερίζονται τις απόψεις της Χρυσής Αυγής.

«Οριζόντια» ομοψυχία…

«Σκοτώνει την Ιστορία ο υπουργός Παιδείας», ήταν το πρωτοσέλιδο του Ελεύθερου Τύπου στις 4 Νοεμβρίου. «Ο Φίλης ξεπέρασε τα όρια», έγραψε επίσης στην πρώτη της σελίδα η Δημοκρατία, ενώ για «οργή Ποντίων κατά του Νίκου Φίλη» έκανε λόγο και στο πρωτοσέλιδό της και η Μακεδονία. Στο φιλοκυβερνητικό διαδικτυακό Κουτί της Πανδώρας, ο Κώστας Βαξεβάνης θα ψέξει τον υπουργό για τις ιεραρχήσεις του, ως εάν η ανακίνηση του Ποντιακού να έγινε με δική του πρωτοβουλία: «Θα καταλάβαινα το να ανοίξει θέματα για τις Τράπεζες ή τη διαφθορά, να ανησυχήσει για την πορεία του κυβερνητικού έργου ή πολύ περισσότερο για το χάλι της Παιδείας, της οποίας είναι Υπουργός. Όπως ακριβώς ο Πάγκαλος, όμως, δείχνει το θέμα του να είναι οι προκλήσεις επί παντός πεδίου».

To Πρώτο Θέμα θα αναπαραγάγει εν είδει ρεπορτάζ τα υβριστικά σχόλια εναντίον του Φίλη από το hashtag #filis_genoktonia, που εκείνες τις μέρες κυριαρχεί στο twitter. Όσον αφορά δε τους κυρίως θιγόμενους, μιλώντας σε ραδιοσταθμό της Θεσσαλονίκης, ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντιακών Συλλόγων Χαράλαμπος Αποστολίδης θα χαρακτηρίσει το Φίλη «προσωποποίηση της Κερκόπορτας και του Εφιάλτη», τοποθετώντας τον «στα όρια της εθνικής προδοσίας».

Σε πολιτικό επίπεδο, και οι τέσσερις υποψήφιοι πρόεδροι της ΝΔ (Κ. Μητσοτάκης, Β. Μεϊμαράκης, Α. Τζιτζικώστας, Α. Γεωργιάδης) θα ζητήσουν την παραίτηση του υπουργού, και στο ίδιο μήκος, 45 βουλευτές του κόμματος θα απαιτήσουν με επιστολή προς τον πρωθυπουργό την αποπομπή του, υποστηρίζοντας ότι οι απόψεις του «προκαλούν αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη»: «Ισοπεδώνετε και αλλοιώνετε την Ιστορία μας», θα πει ο Θανάσης Καββαδάς, και στον ίδιο τόνο και ο Σάββας Αναστασιάδης, επίσης από τους 45 υπογράφοντες: «Οι δηλώσεις σας κάνουν μεγάλη ζημιά στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Γίνατε ο καλύτερος σύμμαχος των Τούρκων Κεμαλιστών […] ο καλύτερος πρεσβευτής των Γκρίζων Λύκων». Ο βουλευτής της ΝΔ Γιάννης Αντωνιάδης το θέτει κι αυτός ως ζήτημα ιεραρχήσεων: «Ο λαός εξαθλιώνεται και ασχολούμαστε με τις αριστερίστικες ιδεοληψίες του κ. Φίλη». Σε ηπιότερους τόνους, ο Θεόδωρος Φορτσάκης προσθέτει στα προαναφερθέντα τη διάσταση της εθνικής ταυτότητας: «Πώς θα σκεφθούν οι μαθητές μας, όταν στα βιβλία τους διδάσκουμε ότι έχουμε γενοκτονία, όταν η Βουλή των Ελλήνων έχει αποφασίσει ότι πρόκειται για γενοκτονία και όταν ο Υπουργός Παιδείας έρχεται και τους λέει ότι δεν είναι γενοκτονία αλλά εθνοκάθαρση;».

Στο χορό θα μπει και η Δημοκρατική Συμπαράταξη ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Η Φώφη Γεννηματά θα κάνει λόγο για «εθνικά επικίνδυνες απόψεις», ο Ανδρέας Λοβέρδος για «σκέρτσα επιστημόνων που λένε απόψεις από τα σαλόνια τους», ο δε βουλευτής Δημήτρης Λαμπρόπουλος θα ζητήσει την παραίτηση όποιου έχει διαφορετική άποψη από αυτήν του ψηφίσματος της Βουλής.

Δεν πρόκειται, ωστόσο, για τυπική διαμάχη μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης· το θέμα θα προκαλέσει την πιο σοβαρή ενδοκυβερνητική κρίση μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Ο υπουργός Εσωτερικών Παναγιώτης Κουρουμπλής και ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Αμμανατίδης θα διατυπώσουν δημόσια τη διαφωνία τους με το Φίλη και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Πάνος Καμμένος θα το πάει δύο βήματα παραπέρα: «Ακούγονται διάφορες δήθεν μοντέρνες φωνές, οι οποίες στο όνομα της παγκοσμιοποίησης, της Νέας Τάξης Πραγμάτων, αρχίζουν και ξεχνούν ή παραλλάσουν την Ιστορία, όπως αυτό το ανιστόρητο που ακούσαμε προχθές για το θέμα της Γενοκτονίας των Ποντίων. Ως απάντηση στην προχθεσινή πολιτική πράξη του Υπουργού Παιδείας, εγώ δηλώνω ότι σε όλα τα στρατόπεδα, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, θα γίνουν εκδηλώσεις για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού».

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα θα ακολουθήσει στην ίδια τροχιά, λαμβάνοντας επίσης αποστάσεις από το Φίλη, και μάλιστα διατασικά· είναι στη διάσταση αυτή που τα όρια μεταξύ λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας θα είναι όλο και πιο δυσδιάκριτα. Απηχώντας τις θέσεις του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος, και παρά την κοινή πολιτική διαδρομή δεκαετιών, ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης θα πει ότι «ο καθένας μας έχει τις απόψεις του και κρίνεται γι’ αυτές». «Ποινικά, νομικά, ιστορικά και πολιτικά στηρίζω την ομόφωνη απόφαση της Βουλής για την αναγνώριση της γενοκτονίας Ποντίων», σημειώνει ο βουλευτής Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης. Αλλά και η βουλευτής Πειραιά Ελένη Σταματάκη θα είναι εξίσου σαφής: «Η δήλωση του κ. Φίλη ήταν ατυχής και έτσι πρέπει να την ερμηνεύσουμε».

Ανάλογα ισχύουν και για την «άλλη Αριστερά»: οι αξιώσεις να λογοκριθεί η εθνικά «μη ορθή» θέση δεν συνιστούν ούτε γι’ αυτήν αυτοτελές πολιτικό ζήτημα. Το ΚΚΕ, έτσι, θα θεωρήσει κρισιμότερο να θυμίσει τη συμφωνία του με το ψήφισμα του ’94, σχολιάζοντας ότι, «για πολλοστή φορά, ανοίγονται ζητήματα που αξιοποιούνται για αποπροσανατολισμό απ’ την αντιλαϊκή λαίλαπα». Η δε Λαϊκή Ενότητα θα ζητήσει «την άμεση αποκατάσταση των ιστορικών γεγονότων από τον υπουργό Παιδείας», απαιτώντας μάλιστα από τον πρωθυπουργό, «εν όψει της επικείμενης επίσκεψής του στην Τουρκία, να θέσει το θέμα της ιστορικής αποκατάστασης των γεγονότων και να ζητήσει τον καταλογισμό των ευθυνών σε όσους προκάλεσαν, σχεδίασαν, ανέχτηκαν και εκτέλεσαν αυτές τις δολοφονίες». «Η Παιδεία χρειάζεται ανθρώπους με μόρφωση, καλλιέργεια, αίσθημα ευθύνης, συνείδηση. Όχι προχειρολόγους που μαθαίνουν στην πλάτη των παιδιών», θα συμπληρώσει η Ζωή Κωνσταντοπούλου.

…πλην εξαιρέσεων

Στο κλίμα αυτό υπάρχουν εξαιρέσεις, κυρίως όμως σε επίπεδο αρθρογραφίας. Στο διαδικτυακό Protagon, ο Ανδρέας Πετρουλάκης επικρίνει το Βαγγέλη Μεϊμαράκη και τη Φώφη Γεννηματά, τους δύο πολιτικούς αρχηγούς που ενοχοποίησαν το Νίκο Φίλη ως ηθικό αυτουργό του ξυλοδαρμού Κουμουτσάκου από νεοναζί όπως και το ίδιο το θύμα της επίθεσης. Στ’ αριστερότερα, ξεχωρίζει η αρθρογραφία του Νίκου Θεοτοκά, του Γιώργου Φαράκλα και του Στρατή Μπουρνάζου στην Αυγή, του Θόδωρου Παρασκευόπουλου στην Εποχή, του Τάσου Κωστόπουλου και του Δημήτρη Ψαρρά στην Εφημερίδα των Συντακτών, καθώς και του Νίκου Σαραντάκου στο προσωπικό του ιστολόγιο. Αν και αξιοσημείωτες, ωστόσο, οι αντιδράσεις της άλλης πλευράς είναι μειοψηφικές. Στο δημόσιο χώρο έχει υψωθεί ένα τείχος κατά του υπουργού Παιδείας, που δικαιώνει την παρατήρηση του Μπέντεντικτ Άντερσον: ο εθνικισμός έχει αποδειχτεί και πάλι ικανός να συγχωνεύσει και να συγχωνευτεί με μια μεγάλη ποικιλία πολιτικών και ιδεολογικών μορφωμάτων – να επιβάλει τη «γραμματική» και το «συντακτικό» του σε αντίπαλα κινήματα και διαφορετικά πολιτικά προτάγματα· να αναχθεί, έτσι, σε γενική, σχεδόν απόλυτη αρχή νομιμοποίησης της πολιτικής – της όποιας πολιτικής.

Η ολική επαναφορά στη δεκαετία του ‘90

Δεν πρόκειται για κάτι πρωτόγνωρο. Από πολλές απόψεις, αυτή η «ομοψυχία» παραπέμπει στο κλίμα της δεκαετίας του ’90 – μιας δεκαετίας που σφραγίστηκε από μεγάλα «κινήματα» με (πολύ) έντονα εθνικά χρώματα, που υπερέβησαν κομματικές ταυτίσεις και ιδεολογικές διαφορές, προσδιόρισαν τα όρια της πολιτικής σύγκρουσης για πολλά χρόνια και ενοχοποίησαν, πολιτικά αλλά και ποινικά, τους φορείς της ετεροδοξίας ως εθνικά επικίνδυνους.

Η αρχή έγινε με το Μακεδονικό. Είναι η εποχή που μέλη αριστερών αντιεθνικιστικών οργανώσεων συλλαμβάνονται, δικάζονται και καταδικάζονται για διασπορά ψευδών ειδήσεων, ενώ στην πραγματικότητα κολλούν αφίσες και μοιράζουν φυλλάδια με τον κολάσιμο, πολιτικά (εν τέλει όμως και ποινικά…) ισχυρισμό «Οι γειτονικοί λαοί δεν είναι εχθροί μας». Τις ίδιες μέρες, ο Αντώνης Σαμαράς, υπουργός Εξωτερικών τότε, επιχαίρει που η νεολαία παράτησε τις καταλήψεις και «βγήκε στους δρόμους, όχι για κάτι διεκδικητικό, αλλά απλώς για την αγάπη στην πατρίδα» . Έκτοτε, σημειώνει η Αθηνά Σκουλαρίκη σε σχετική μελέτη της , παράγοντες της Βουλής και της τοπικής αυτοδιοίκησης παρακάμπτουν τις κομματικές διαφορές, και προτάσσοντας ως κοινά στοιχεία τον αντιτουρκισμό, τον αντιαμερικανισμό και την υπεράσπιση του εθνικού κράτους, κυριαρχούν στο δημόσιο λόγο για τα Ίμια, την υπόθεση Οτσαλάν, το Κυπριακό και τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Στο σημαντικότερο γεγονός της περιόδου, στο οποίο η Αριστερά της εποχής μπόρεσε να δώσει τον τόνο, στις κινητοποιήσεις δηλαδή κατά των νατοϊκών «ανθρωπιστικών» βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, την Άνοιξη του 1999, ένα μεγάλο τμήμα της (γιατί υπήρξαν και τιμητικές εξαιρέσεις) βρέθηκε να συγχέει τον αντιιμπεριαλισμό με τη διακομματική στήριξη στο καθεστώς Μιλόσεβιτς· ήταν τέσσερα μόλις χρόνια μετά την εθνοκάθαρση της Σρεμπρένιτσα, την πιο απωθημένη ίσως πτυχή της «ελληνοσερβικής φιλίας».

Στο σημείο αυτό είναι που μπορούμε να επιστρέψουμε στην πιο πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή, με αφορμή τις δηλώσεις Φίλη: «Έχει σημασία ο χαρακτηρισμός», θα πει ο Θόδωρος Φορτσάκης, «διότι διαφορετικά μεταχειρίζεται η διεθνής κοινότητα την εθνοκάθαρση και διαφορετικά τη γενοκτονία. Και εκεί η Ελλάδα χάνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, εάν φύγουμε από τη γενοκτονία και πάμε στην εθνοκάθαρση». Γι’ αυτό λοιπόν και η πάνδημη κατακραυγή εναντίον του Φίλη – η αξίωση, δηλαδή, να λογοκριθεί ο υπουργός: η εθνοκάθαρση θεωρείται κάτι ήσσονος σημασίας, περίπου σα να μην έγινε τίποτα – σε αντίθεση με τη γενοκτονία, που επιτρέπει στα θύματα να εγείρουν αξιώσεις έναντι των θυτών ενώπιον της διεθνούς κοινότητας.

Διακυβεύματα

Στο Ποντιακό του 2015 δεν έχουμε τις μεγάλες διαδηλώσεις του Μακεδονικού ή αναλύσεις και συνθήματα που να καλούν ευθέως σε πόλεμο με μια γειτονική χώρα, όπως την περίοδο 1992-93. Όμως, η αναγωγή και πάλι των διεθνών σχέσεων και των συναφών θεμάτων Ιστορίας σε «εθνικά», θεσπίζει, όπως και τότε, μέσω δηλαδή του πολιτικού αυταρχισμού, ένα άβατο. Οι παραβάτες αντιμετωπίζουν και πάλι ένα ευρύ φάσμα ποινών: από τη λογοκρισία μέχρι τον ηθικό στιγματισμό τους ως «προδότες», δηλαδή εσωτερικούς εχθρούς που συμμαχούν με τον εξωτερικό, πράγμα που τους αναγκάζει να αυτολογοκρίνονται· και από τη δικαστική δίωξη ως τη φυσική βία, πράγμα που τους υποχρεώνει να φοβούνται.

Είναι προφανές ότι η τάση αυτή δημιουργεί αυτοτελώς ζήτημα ελευθερίας της έκφρασης και της επιστημονικής έρευνας, δηλαδή ζήτημα δημοκρατίας. Κι είναι εξίσου εμφανές ότι η ίδια τάση ευνοεί τη Χρυσή Αυγή, επιτρέποντάς της, από υπόδικη εγκληματική οργάνωση, να προβάλλει ως «θερμόμετρο» της κοινωνίας – ως η συνεπέστερη και πιο «ριζοσπαστική» φωνή στον εθνικό κοινό τόπο, πράγμα που επίσης θέτει ζήτημα δημοκρατίας: ο ξυλοδαρμός Κουμουτσάκου το έδειξε πέρα από κάθε αμφιβολία. Ενώ όμως οι συγκεκριμένες αυτές τάσεις εντοπίστηκαν από μειοψηφικές φωνές στην πρόσφατη πολιτική διαμάχη –συνεπώς αξίζει να αναδεικνύονται, να επισημαίνονται και να αντιμετωπίζονται εξίσου συγκεκριμένα–, υπάρχουν δύο ακόμα διαστάσεις, που υπό το βάρος του άμεσου διακυβεύματος, μάλλον αγνοήθηκαν.

Για την πρώτη διάσταση, παραπέμπω στην προαναφερθείσα δήλωση Φορτσάκη: η ετεροδοξία στα λεγόμενα εθνικά, εν προκειμένω στην Ιστορία που άπτεται των σχέσεων με την Τουρκία, θεωρείται αποδόμηση της εθνικής ταυτότητας. Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι η «προφάνεια» αυτής της θέσης μπορεί να εξηγηθεί λογικά μόνο στο βαθμό που η εθνική ταυτότητα θεωρείται στατική, απαράλλαχτη, και κυρίως, ταυτότητα που επιβεβαιώνεται αποκλειστικά από το παρελθόν. Μόνο αν παραδεχόμαστε, με άλλα λόγια, ότι σήμερα δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο μπορεί να χαίρεται και να υπερηφανεύεται η εθνική κοινότητα: ότι η υπερηφάνεια στο σήμερα δεν αντλεί παρά μόνο από τη δικαίωση για τα τραύματα και τις αδικίες στο χτες – εξού και κάθε «ανορθόδοξη» αναψηλάφησή τους συνιστά ύβρι.

Ως προς τη δεύτερη διάσταση, η στεγανοποίηση των εθνικών θεμάτων, η αποπολιτικοποίηση δηλαδή της εξωτερικής πολιτικής και η υπερπολιτικοποίηση της Ιστορίας, εκτός από επιβεβαίωση στην πράξη του ακροδεξιού σλόγκαν «δεν υπάρχει Δεξιά, δεν υπάρχει Αριστερά, υπάρχουν μόνο κόκαλα Ελλήνων ιερά», σημαίνει ταυτόχρονα την επαναχάραξη των συνόρων μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, προς δύο κατευθύνσεις: Πρώτον, εφόσον «ο κόσμος πεινάει» και «η Παιδεία είναι στα χάλια της», πράγμα που λίγοι μπορούν να αμφισβητήσουν, θεωρείται ελιτισμός και αποπροσανατολιστική πρόκληση (ενίοτε δε υπόκλιση στη Νέα Τάξη και εθνικός κίνδυνος…), ένας υπουργός να εκφράζει δημόσια άλλη θέση από την κρατούσα. Δεύτερο, και αντίστροφα: με την αποδοχή της διαίρεσης περί τα «εθνικά» ως διαίρεσης πάνω από όλες τις διαιρέσεις, το βασικό ζήτημα δεν είναι πια ότι ένας υπουργός όπως ο Φίλης υποστήριξε λ.χ. το τρίτο Μνημόνιο ή ότι η Παιδεία είναι στα χάλια της: το μείζον είναι ότι ο ίδιος «εγκατέλειψε» την εθνική θέση – και τα άλλα μπορούν να περιμένουν.

Το αυταρχικό/νοσταλγικό έθνος: ο λαός στην εποχή της μεταπολιτικής

Επιτρέποντας στο κοινωνικό ζήτημα να εμφανίζεται μόνο υπό την ηγεμονία της εθνικής ιδεολογίας (άρα σ’ αυτή την τελευταία να μένει χωρίς αντίπαλο), ή υποβιβάζοντας την αντιπαράθεση για το κοινωνικό ζήτημα ως δευτερεύουσα έναντι των «εθνικών» (συρρικνώνοντας, συνεπώς, το πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης), αυτή η αυταρχική εθνική ομοψυχία επιτρέπει, στην μεν Αριστερά να υπάρχει μόνο ως δύναμη πολιτικού και πολιτισμικού φιλελευθερισμού – ως «φιλελεύθερο-εκσυγχρονιστικό πνεύμα» στην εξωτερική πολιτική και την Ιστορία· στη δε αντιπολίτευση, μόνο ως κάποια εκδοχή εθνικο-κοινοτισμού. Πρόκειται, βεβαίως για το θρίαμβο της μεταπολιτικής: από τη μια η πολιτική αυτή καθαυτήν αντικαθίσταται προοδευτικά από την κοινωνική διοίκηση των ειδημόνων («διακυβέρνηση»…), ώστε, από την άλλη, μόνη «νόμιμη» πηγή συγκρούσεων να αναδεικνύεται η πολιτισμική (η εθνική/εθνοτική ή η θρησκευτική) ένταση . Κι η τάση είναι διεθνής: το βεβαιώνει η λαμπρή σταδιοδρομία της Υποταγής του Ουελμπέκ στη Γαλλία, ο νεολογισμός Londonistan με αφορμή την ανάδειξη μουσουλμάνου δημάρχου στο Λονδίνο και άλλα ακόμα.

Υπάρχει λοιπόν και εδώ ζήτημα δημοκρατίας, εν προκειμένω όμως όχι λόγω της εχθρότητας της Ακροδεξιάς προς την ελευθερία της έκφρασης. Υπάρχει, γιατί καθώς η Ακροδεξιά ισχυροποιείται και επιβάλλεται στον άλλο πόλο της σύγκρουσης, καθώς δηλαδή ρυμουλκεί τις άλλες δυνάμεις προς το μέρος της, και την Αριστερά προς το Κέντρο, επιτυγχάνει τον εκτοπισμό από το προσκήνιο της πολιτικής «ύλης» που θα λέγαμε «κοινωνικό ζήτημα», συμβάλλει δηλαδή στο να μένει χωρίς αντίπαλο η ηγεμονική/κρατική στρατηγική· σε τελική ανάλυση, επιτρέπει στο πολιτικό σύστημα να μη διεκδικεί τη νομιμοποίησή του (κυρίως) με όρους αντιπροσωπευτικότητας κοινωνικών συμφερόντων· στα συμφραζόμενα αυτά, για να επιτυγχάνει συναινέσεις και να κινητοποιεί τους πολλούς, το πολιτικό σύστημα αρκεί να παραμένει «εθνικό».

Είναι ακριβώς γι’ αυτό, για τη δυνατότητά του δηλαδή να δημιουργεί «φαντασιακές κοινότητες» υπεράνω, υποτίθεται, ταξικών διαιρέσεων και ιδεολογιών, που ο εθνικισμός δεν είναι ο «λαϊκισμός» ορισμένων «ψεκασμένων», αλλά η κατεξοχήν κρατική ιδεολογία. Για να ξαναγυρίσουμε στην περίοδο-υπόδειγμα, είναι ακριβώς υπό την ηγεμονία της εθνικής ιδεολογίας που, σε μια συγκυρία αναδιάρθρωσης, όπως εκείνη της δεκαετίας του ’90, ελλείψει ισχυρού αντιπάλου στο έδαφος του κοινωνικού ζητήματος, συντελέστηκε μια μαζική μετατόπιση των πολιτών προς το Κέντρο, η ταύτιση δηλαδή με την κρατική στρατηγική. Ήταν η εποχή που το κράτος κλήθηκε να επικυρώσει και να παγιώσει έναν τροποποιημένο σε βάρος των λαϊκών τάξεων συσχετισμό δύναμης, με αποτέλεσμα τα κόμματα να μην μπορούν πλέον να λειτουργήσουν ως μηχανισμός άρθρωσης αυτών των λαϊκών συμφερόντων, αλλά αντίθετα, να περιοριστούν στη διαχείριση της απαξίωσής τους, που καταγράφεται συστηματικά στις έρευνες κοινής γνώμης της εποχής .

Σε εκείνη λοιπόν τη συγκυρία, η εθνική-υπερκομματική παλιγγενεσία, αρχικά για το Μακεδονικό και αργότερα για τις ταυτότητες, συνέβαλε στην επανανομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος, ταυτόχρονα όμως και στη σύγκλιση των βασικών κομμάτων προς το Κέντρο – εξέλιξη που επέτρεψε στην Ακροδεξιά να βγει από τη ναφθαλίνη της φιλοχουντικής-φιλομοναρχικής νοσταλγίας και να επωφεληθεί τα μέγιστα από την κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Χωρίς Χριστόδουλο, ίσως να μην είχε υπάρξει ποτέ ΛΑΟΣ: εκείνες τις μέρες, όπως το διατύπωνε στέλεχος της Κεντρικής Επιτροπής του τότε Συνασπισμού, το δίλημμα της περιόδου ήταν «ή με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο ή με το Σημίτη». Σε μια αντίστοιχη συγκυρία, χωρίς όμως τις προσδοκίες κοινωνικής ανόδου που επέτρεπε η κοινωνικο-οικονομική συνθήκη προ εικοσαετίας, και με τη σοσιαλφιλελεύθερη προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ να αφήνει χωρίς εκπροσώπηση λαϊκά συμφέροντα (άρα και την εν εξελίξει αναδιάρθρωση χωρίς ισχυρό αντίπαλο), το στοίχημα είναι η ιστορία του ’90 να μην επαναληφθεί.

Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή ανακοίνωσης στο συνέδριο με τίτλο «Λογοκρισίες στην Ελλάδα», που διοργάνωσαν το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ (παράρτημα Ελλάδας) στις 17-19 Δεκεμβρίου, στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων

________________

Αναφορές

«Ετερόδοξα» κείμενα για την υπόθεση Φίλη: Δ. Ψαρράς, «Ποιοι πολεμούν το Νίκο Φίλη;», Εφημερίδα των Συντακτών, 4.11.2015· Α. Πετρουλάκης, «Το δίκιο του Νίκου Φίλη», Protagon, 4.11.2015· Γ. Φαράκλας, «Είναι το έθνος ανώτερο από την αλήθεια;», Η Αυγή, 6.11.2015· Τ. Κωστόπουλος, «Νάτανε το 1992;», Εφημερίδα των Συντακτών, 6.11.2015· Ν. Σαραντάκος, «Η γενοκτονία της αντίθετης άποψης», Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, 6.11.2015· Α. Πετρουλάκης, «Κύριε Μεϊμαράκη, κυρία Γεννηματά, ντροπή σας», Protagon, 6.11.2015· N. Θεοτοκάς, «Κατρακύλα με σκέρτσο», Η Αυγή, 7.11.2015· Σ. Μπουρνάζος, «Ο ‘βέβηλος’ υπουργός», Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής, 8.11.2015· Θ. Παρασκευόπουλος, «Γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις», Η εποχή, 14.11.2015

Άντερσον, Μπ. (1997), Φαντασιακές κοινότητες (μετάφραση: Ποθητή Χαντζαρούλα), Αθήνα: Νεφέλη

Σκουλαρίκη, A. (2007), «Ο δημόσιος λόγος για το έθνος με αφορμή το Μακεδονικό 1991-1995. Πλαίσιο, αναπαραστάσεις, ΜΜΕ». Στο Ταυτότητα και ΜΜΕ στη Σύγχρονη Ελλάδα, εισ.-επιμ. Μαρία Κοντοχρήστου, Αθήνα: Παπαζήση

Žižek, S. (2003), Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού! Πέντε δοκίμια για την 11η Σεπτεμβρίου και άλλες συναφείς ημερομηνίες (μετάφραση: Βίκυ Ιακώβου), Αθήνα: Scirpta, σ. 177

Σπύρος Σακελλαρόπουλος-Παναγιώτης Σωτήρης (2003), «Μεταλλαγές του κομματικού φαινομένου και θωράκιση του πολιτικού επιπέδου απέναντι στα λαϊκά συμφέροντα». Στο: Κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη Ελλάδα, 1980-2001 (τόμος 1), Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, σ. 97-113

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s