ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΗ-ΣΤΡΑΤΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ

«Το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση ατόμων μεσολαβημένη από εικόνες […] Το θέαμα υποτάσσει τους ζωντανούς ανθρώπους, στο μέτρο που η οικονομία τους έχει υποτάξει ολοκληρωτικά. Δεν είναι τίποτα άλλο από την οικονομία που αναπτύσσεται για τον εαυτό της».

Γκυ Ντεμπόρ, Η κοινωνία του θεάματος

Η απομάκρυνση του Νίκου Φίλη από το υπουργείο Παιδείας, παρά τη στήριξη που του παρείχε το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ (σε συνέχεια, όμως, κάμποσων «αδειασμάτων» από το κυβερνητικό κέντρο, χάριν της εθνικο-θρησκευτικής τάξεως…), δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, κι αυτό λέει κάτι για την πολιτική ηθική που την υπαγόρευσε. Στο ίδιο μήκος, η αντικατάσταση Σκουρλέτη από τον «διαλλακτικότερο» Γιώργο Σταθάκη στο υπουργείο Ενέργειας, η υπουργοποίηση του Στέργιου Πιτσιόρλα, με τις γνωστές απόψεις για τις ιδιωτικοποιήσεις και την προσέγγιση με το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ, αλλά και η αναβάθμιση των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, με δύο επιπλέον χαρτοφυλάκια, δικαιώνουν την εκτίμηση του πρωθυπουργού: πράγματι, ο ανασχηματισμός αποτελεί «τομή στη συνέχεια». Όπως κάθε τομή, ωστόσο, έχει συγκεκριμένο πολιτικό πρόσημο.

Το πρόσημο, ενδεικτικό της πραγματικής (διάβαζε μηδαμινής) επίδρασης του κομματικού συνεδρίου στην κυβερνητική πολιτική, είναι απροσχημάτιστα δεξιό, κι αυτό αφορά εξίσου τα της «ανάπτυξης» και τα λεγόμενα «θεσμικά». Αν και θεωρητικά δευτερεύοντα αυτά τα τελευταία, και πάντως εκτός της δικαιοδοσίας του κουαρτέτου, είναι πια σαφές ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν ούτε καν τα ελάσσονα αντίβαρα στις απώλειες της κυβέρνησης στο μέτωπο της οικονομίας. Δεν μπορούν, γιατί αφορούν κρίσιμα εκλογικά ακροατήρια, με τα οποία ο πρωθυπουργός δεν είναι ο μόνος απρόθυμος να συγκρουστεί: το γεγονός ότι τόσοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ έσπευδαν να δηλώσουν ορθόδοξοι χριστιανοί ενώ κορυφωνόταν η διαμάχη υπουργείου Παιδείας-Εκκλησίας, μιλά από μόνο του.

Ακριβώς επειδή, σε αυτά τα συμφραζόμενα, το πρόσημο του ανασχηματισμού είναι δεξιό, ο ίδιος είναι «τομή στη συνέχεια» και από μια επιπλέον άποψη: από την άποψη της διαχείρισης της πολιτικής ως επικοινωνία, και τελικά ως θέαμα. Αυτό το νήμα συνδέει μια σειρά από επιλογές του Αλέξη Τσίπρα το τελευταίο διάστημα, ως και τη σύνθεση του νέου υπουργικού συμβουλίου: Την υπερεπένδυση, σε βαθμό «Ζούγκλας», της μάχης για τα Μέσα Επικοινωνίας· τη δική του εμφάνιση στον Αη-Στράτη, με το συμβολισμό να καλύπτει τα σενάρια περί τέταρτου Μνημονίου· την αλλαγή κυβερνητικού εκπροσώπου, καθώς η Όλγα Γεροβασίλη συνδέεται με τις γνωστές δυσάρεστες εντυπώσεις που προκάλεσε η απόφαση του ΣτΕ· την αντικατάσταση του υπουργού Εργασίας, αφού ο Γιώργος Κατρούγκαλος «τσαλακώθηκε» υπερβολικά για να φέρει σε πέρας τις εξωφρενικές απαιτήσεις των «θεσμών» στα εργασιακά, ενόψει δεύτερης αξιολόγησης. Απέναντι στις απαιτήσεις αυτές, από την άλλη πλευρά, κανείς από τους νέους υπουργούς δεν θέλησε να μιλήσει για «κόκκινες γραμμές», πολύ δε περισσότερο να τις προσδιορίσει. Κι αυτό, ενώ οι εν λόγω εξωφρενικές απαιτήσεις υιοθετούνται ουσιαστικά από το (διακομματικό) Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, στην έκθεσή του που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα: την ίδια που «θάφτηκε» επικοινωνιακά, διότι προείχε η υπαρξιακή μάχη κατά της διαπλοκής. Σε αντίθεση με την πρόταση Πολύδωρα για την ίδια μάχη, ούτε το περιεχόμενο της έκθεσης, ούτε η υποβάθμισή της προκάλεσαν τις αντιδράσεις που θα περίμενε κανείς από τις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ: κανείς δεν ένιωσε θιγμένος, έστω για μια ανάρτηση στα σόσιαλ μίντια.

***

Aς επιστρέψουμε όμως στον ανασχηματισμό, γιατί στην ίδια λογική, της πολιτικής-ως-επικοινωνίας, ανήκει και η νέα αρμοδιότητα του Αλέκου Φλαμπουράρη «για θέματα καθημερινότητας των πολιτών». Οι «πολίτες» αντιμετωπίζουν προβλήματα που τους αφορούν ως εργαζόμενους με άθλιους μισθούς, ως άνεργους που ελπίζουν σε όλο και λιγότερα ή ως συνταξιούχους που βλέπουν τις συντάξεις να εξαερώνονται· χάρη στον ανασχηματισμό, όμως, στο εξής θα μπορούν να λένε τα προβλήματά τους σε κοτζάμ υπουργό, αντί να τα καταγγέλλουν στις γνωστές βραδινές τηλεοπτικές εκπομπές. Σα να μην είναι δουλειά ενός κόμματος να μεσολαβεί μεταξύ κράτους και κοινωνίας, υπέρ της δεύτερης. Και σαν ο ίδιος ο υπουργός ή η κυβέρνηση να μη γνωρίζουν περί ποιων προβλημάτων πρόκειται – ή σα να μπορούν να δώσουν λύσεις γι’ αυτά σε κάθε «πολίτη» ξεχωριστά.

Είναι για όλους αυτούς τους λογους που τα κλισέ περί «σκληρής δουλειάς», τα οποία περίσσεψαν στις δηλώσεις του πρωθυπουργού και πολλών υπουργών, είναι ακριβώς αυτό: κλισέ. Παραλλαγή της παλιάς συζήτησης για το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς (πώς σχετίζεται άραγε αυτό με τη θυσία του Νίκου Φίλη στον Αρχιεπίσκοπο, μετά τη συνέντευξη του τελευταίου σε κανάλι «της διαπλοκής»;), η εργασιακή ηθική των κυβερνητικών στελεχών μοιάζει αποκούμπι μιας κυβέρνησης που περισσότερο εξαγγέλλει παρά υλοποιεί την ελαχιστοποίηση της βλάβης – της βλάβης, εννοείται, που προκαλεί η υλοποίηση των «δεσμεύσεών» της. Ισχύει και αντίστροφα: αν κάτι έμεινε εκτός συζήτησης από τους συμμετέχοντες στο νέο κυβερνητικό σχήμα, μέσα στις τόσες διαβεβαιώσεις για «δουλειά-δουλειά-δουλειά», είναι ακριβώς το σημείο μέχρι το οποίο θα συνεχίσουν να υλοποιούν τις «δεσμεύσεις» αυτές.

Όσο λιγότερο πείθει η πολιτική μετά το Σεπτέμβριο του 2015, ως είθισται πια να τονίζουν οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ στην τηλεόραση –όσο δηλαδή παραμένει μυστήριο γιατί οι «θεσμοί» θα υποχωρήσουν στο χρέος που η κυβέρνηση αναγνώρισε το Φεβρουάριο του 2015, όσο οι «θέσεις εργασίας» σημαίνουν μισή δουλειά και η «ανάπτυξη» ιδιωτικοποιήσεις–, τόσο η επικοινωνία θα είναι ο κύριος τρόπος να συνδυάζεται μια δεξιά πολιτική με τις ρετρό επικλήσεις στον «κόσμο της εργασίας». Όμως αυτή η καταθλιπτική κυριαρχία του θεάματος και του συμβολικού, αυτό το παιχνίδι με τα σύμβολα της Αριστεράς και της Δεξιάς έξω από τα συμφραζόμενά τους, αυτό το ιδιόμορφο παστίς αριστερών εγνωσμένης αξίας με τον Πολύδωρα, τον Πιτσιόρλα και τον καθηγητή Ζουράρι, είναι ο ορισμός του μεταμοντέρνου. Όχι απλώς του γραφικού ή του ακαλαίσθητου: της πολιτισμικής λογικής του καπιταλισμού της εποχής μας. Ας μην πάμε μακριά: είναι στη λογική αυτή που η Νέα Δημοκρατία εγκαλεί την κυβέρνηση ότι εγκατέλειψε «την καθημερινότητα του πολίτη», την ίδια στιγμή που παίζει τα ρέστα της για να μη χαθεί η κεκτημένη υπεροπλία της στο μιντιακό τοπίο. Παραφράζοντας τον Γκυ Ντεμπόρ, στις κοινωνίες όπου κυριαρχούν οι απαιτήσεις των δανειστών, η ζωή εκδηλώνεται σαν ένας τεράστιος σωρός από θεάματα. 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s