Τραμπ ή Πόσες κανονικότητες κάνουν μια παθολογία

Οι ερμηνείες του εκλογικού «σοκ» στην Αμερική αποδεικνύονται συχνά, όπως συνέβη ως τώρα και στην Ευρώπη, μέρος του προβλήματος που θέλουν να ερμηνεύσουν. Για μια ορισμένη Δεξιά, αλλά και για διεθνή μέσα όπως το CNN, η εξήγηση γιατί κέρδισε ο Τραμπ μάλλον δικαιώνει το νικητή: «η λευκή εργατική τάξη τού έδωσε τον Λευκό Οίκο γιατί νιώθει παραμελημένη». Το πρόβλημα για τη  βρετανική συντηρητική Telegraph είναι «το πληγωμένο ανδρικό εγώ». Για τον γερμανό υπουργό Οικονομικών, φταίει ο «δημαγωγικός λαϊκισμός»: οι πολιτικοί που δίνουν λάθος εικόνα για την πολιτική και την οικονομία. Όσο για μια εξίσου πραγματιστική διανόηση, πρόκειται απλά για τη συνήθη «παθολογία»: όποτε η οικονομική ανάπτυξη έκανε τον κόσμο περίπλοκο, πάντα κάποιοι κατέφευγαν σε απλά και άκαμπτα σχήματα, σαν αυτά που προσφέρει ο «λαϊκισμός», με την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να τον ελέγξουν.

Οι κανονικές ερμηνείες

Είτε εστιάζουν στους ψηφοφόρους που «επιθύμησαν» την ακροδεξιά στροφή γιατί «ένιωσαν παραμελημένοι»[1], είτε στους πολιτικούς που τους παραπλάνησαν, οι ερμηνείες αυτές μοιράζονται ένα κοινό: την έμφαση στη μία αιτία και, κυρίως, στη μικρή κλίμακα: στους υποκειμενικούς λόγους (αν όχι απλά στους ψυχολογικούς παράγοντες), στις πιο κοντινές τάσεις στο χρόνο, σε ό,τι βρίσκεται κοντινότερα στην άμεση εμπειρία. Ελάχιστος χώρος μένει, έτσι, για το αντικειμενικό (το πώς επέδρασε, λόγου χάρη, το αμερικανικό εκλογικό σύστημα)· για τις μακροχρόνιες τάσεις (την αποχή, τη συντηρητικοποίηση και τη συρρίκνωση των Δημοκρατικών, τον κρατικό ρατσισμό, το σπιράλ μιντιοποίηση-απαξίωση της πολιτικής), που δεν συνιστούν αμερικανική «ιδιομορφία»· και βέβαια για τις σχέσεις που συνδέουν τα φαινόμενα – για εκείνα που δεν φαίνονται με γυμνό μάτι, αλλά είναι πάντα ήδη εκεί.

Οι πραγματικές σχέσεις λευκής-μαύρης και «παλιάς»-«νέας» αμερικανικής εργατικής τάξης, πέρα από το πώς βιώνονται, οι σχέσεις των παραδοσιακών με τα νέα μικροαστικά στρώματα, οι δεσμοί τμημάτων του οικονομικού κόσμου με τους υποψηφίους ή το πλαίσιο των διεθνών ανταγωνισμών  – όλα αυτά τα υπερβολικά περίπλοκα για τους γρήγορους χρόνους των μέσων ενημέρωσης, κρίθηκαν και στην περίπτωση της νίκης του Τραμπ άσχετα ή παρεμπίπτοντα, για χάρη του ευκολότερα επικοινωνήσιμου. Έτσι, όμως, είναι που χάνονται oι κρισιμότερες διαστάσεις.

Ο κανονικός ρατσισμός

Μια από τις διαστάσεις που ξεφεύγει, εν προκειμένω, είναι ότι ο Τραμπ κέρδισε την προεδρία, μολονότι σε απόλυτο αριθμό ψήφων βρέθηκε πίσω από την Κλίντον. Κι ενώ το «παράδοξο» δεν είναι ανεξήγητο, ενώ δηλαδή είναι γνωστό ότι οφείλεται στο σύστημα των εκλεκτόρων, λιγότερο γνωστή είναι η παράδοση του συστήματος αυτού. Το φίλτρο των εκλεκτόρων, εξηγεί το Νew Republic, θεσπίστηκε ως αντίβαρο στην «υπερβολική» δημοκρατία της άμεσης εκλογής προέδρου, και μαζί, ως μέριμνα των ρατσιστικών νόμων της περιόδου «Jim Crow», στα τέλη 19ου αιώνα, να εκπροσωπείται κανονικά στην κεντρική κυβέρνηση ο αμερικανικός Νότος – ενώ, βάσει του Συντάγματος, η εκπροσώπηση των πολιτειών που στερούσαν από τους δούλους τα πολιτικά δικαιώματα έπρεπε να είναι μειωμένη[2]. Μια ματιά στα σημερινά χρώματα του Νότου είναι, από την άποψη αυτή, κατατοπιστική.

Το σύστημα των εκλεκτόρων δεν είναι, ωστόσο, η μόνη εκδοχή «κανονικοποιημένου» (δηλαδή κρατικοποιημένου) ρατσισμού, που διευκόλυνε τον Τραμπ. Το φθινόπωρο του 2013, έκθεση της οργάνωσης Sentencing Project[3] έδειχνε ότι, από το 2010, οι πολιτειακοί νόμοι σε πολιτείες όπως η Αλαμπάμα στερούσαν το δικαίωμα ψήφου από 6 εκατομμύρια περίπου αμερικανούς, επιμένοντας να εξαρτούν τα πολιτικά δικαιώματα από το ποινικό μητρώο· λόγω κοινωνικής θέσης, και αντίστοιχης ποιότητας ή δυνατότητας νομικής υπεράσπισης, η σύνδεση αυτή έβγαζε εκτός εκλογικών καταλόγων κυρίως τους μαύρους. Τρία χρόνια μετά, τον περασμένο Σεπτέμβρη, η Αλαμπάμα συνέχιζε να στερεί το δικαίωμα ψήφου από 250.000 πολίτες καταδικασμένους για «κακούργημα που ενέχει φαυλότητα», ενίοτε μάλιστα ακόμα και μια εικοσαετία μετά την πράξη.

Η κανονική εκμετάλλευση

Μπορεί οι μαύροι να ψήφισαν πλειοψηφικά Κλίντον, όμως στα χρόνια του «πρώτου μαύρου προέδρου στην Ιστορία των ΗΠΑ», η σχέση της κοινωνικής/ταξικής θέσης τους, των πολιτικών διακρίσεων σε βάρος τους και τελικά της ανάθεσης της φτώχειας τους στην Αστυνομία, τη δικαστική εξουσία και τις φυλακές, έγινε ακόμα πιο στενή. Ο ρατσισμός, δηλαδή, δεν είναι απλώς τα λόγια ενός γραφικού μεγιστάνα που απεχθάνεται γενικά το «διαφορετικό», ούτε μόνο οι «εκπυρσοκροτήσεις» που συμβαίνουν τυχαία απέναντί τους. Τον περασμένο Σεπτέμβρη, το Ινστιτούτο Οικονομικής Πολιτικής (EPI) έδειχνε ότι το ωρομίσθιο των λευκών ανδρών το 2015 ήταν ψηλότερο κατά 31% από αυτό των μαύρων κατά μέσο όρο (ενίοτε, δηλαδή, ήταν ακόμα ψηλότερο), έναντι 22% που ήταν το 1979. Με βάση άλλα στοιχεία, αν και οι αμερικανοί ασιατικής καταγωγής κέρδιζαν μέχρι πέρσι (αρκετά) περισσότερα από τους λευκούς, οι δυνατότητες επαγγελματικής ανέλιξης γι’ αυτούς τους τελευταίους, ιδίως στους κλάδους της ψηφιακής τεχνολογίας, ήταν πολύ μεγαλύτερες.

Κλίντον ψήφισαν και οι γυναίκες. Όμως κι εδώ η μισθολογική ψαλίδα άνοιξε περισσότερο, και σύμφωνα με το EPI έφτασε στο 19% υπέρ των λευκών, έναντι 6% που ήταν 26 χρόνια πριν. Οι διακρίσεις δεν αφορούν μόνο τις μαύρες και τις ισπανόφωνες: είτε μαύρες είτε λευκές, οι γυναίκες είναι χειρότερα αμειβόμενες από τους άνδρες διαχρονικά, και μάλιστα ανεξαρτήτως τίτλων εκπαίδευσης.

Η κανονική εξάλειψη του ίχνους της παραγωγής

Αν αυτά δίνουν ένα μέτρο για την οχταετία των Δημοκρατικών (συνήθως όμως χάνονται όταν το φύλο και η φυλή αποσυσχετίζονται από την τάξη στις εκλογικές αναλύσεις), οι πραγματικά «παραμελημένοι» επέδρασαν λίγο ή καθόλου στη μιντιακή, άρα και στην πολιτική συζήτηση: με την ωμότητα που το έθεσε ο «δικός μας» Τάκης Μπαλτάκος, όταν ρωτήθηκε πώς γίνεται να ενοχοποιούνται αυτοί που «έχτισαν» την Αμερική, «ε, και;».

Στην τόση αθλιότητά του, αυτό το «ε, και;» γίνεται κρίσιμο στα χρόνια που βρίσκεται σε κρίση το οικονομικό και πολιτικό πρότυπο διαχείρισης της κρίσης του ’73. Ενώ λοιπόν από δεκαετίες το θέμα δεν είναι πια πώς θα ανέβει κανείς κοινωνικά, αλλά πώς θα διατηρήσει τη θέση του, η πτώση που απασχολεί σχεδόν αποκλειστικά τα Μέσα Ενημέρωσης είναι αυτή των παραδοσιακών μεσαίων τάξεων: αυτών που συμπιέζει μεν η καπιταλιστική διεθνοποίηση – των ίδιων, όμως, που αποτελούν ακόμα προνομιακό κοινό για το διαφημιστικό χώρο και χρόνο που «αιμοδοτεί» τα Μέσα. Με τα κοινωνικά προβλήματα να περνούν κι αυτά στη σφαίρα του εμπορεύματος, μετατρεπόμενα σε μιντιακό θέαμα, ό,τι ο Φρέντρικ Τζέιμσον περιγράφει ως «εξάλειψη του ίχνους της παραγωγής» θριαμβεύει, αφήνοντας το δικό του ίχνος από την οθόνη στην πολιτική:

Πρόκειται για την οπτική γωνία του καταναλωτή στο όλο ζήτημα: υποδηλώνει την ιδιαίτερη εκείνη ενοχή από την οποία απαλλάσσονται οι άνθρωποι όταν δεν μπορούν πλέον να φέρουν στη μνήμη τους την εργασία που ενσωματώθηκε στα παιχνίδια ή τα έπιπλά τους […] Τι δουλειά έχεις να σκέφτεσαι τις γυναίκες του Τρίτου Κόσμου κάθε φορά που βάζεις μπρος το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου; […] Oι τάξεις είναι λίγες· γεννιούνται μέσα από τις αργές μεταλλαγές του τρόπου παραγωγής· ακόμα και μετά την εμφάνισή τους φαίνεται να κρατούν διαρκώς τις αποστάσεις τους από τον ίδιο τους τον εαυτό και χρειάζεται πολλή δουλειά για να επιβεβαιωθεί το γεγονός της ύπαρξής τους. Απεναντίας, οι ομάδες φαίνεται να παρέχουν την ικανοποίηση της ψυχικής ταύτισης (από τον εθνικισμό ως τη νεοεθνότητα). Αφ’ ής στιγμής γίνονται εικόνες, επιτρέπουν τη λήθη του αιματηρού παρελθόντος που τις γέννησε, των διώξεων και της απομόνωσης, και είναι πλέον έτοιμες προς κατανάλωση[4]

Όσο κι αν καταγγέλλει λοιπόν ο Τραμπ την «παγκοσμιοποίηση»  –τους  μετανάστες για τα χαμηλά μεροκάματα ή την Κίνα για τις άδικες (sic) εμπορικές πρακτικές–, όσο κι αν o ίδιος υπόσχεται ή απειλεί ότι τα φτηνά κινέζικα θα κατασκευάζονται από αμερικανούς εργάτες σε βιομηχανίες στις ΗΠΑ, ο ίδιος εκπροσωπεί πολιτικά και πολιτισμικά ακριβώς την οπτική του καταναλωτή και, τελικά, του ιδιοκτήτη. Ο εθισμός της χρηματιστικοποιημένης-καταναλωτικής αμερικανικής οικονομίας στις εισαγωγές από τη φτηνή εξαγωγική Κίνα –η βασική δηλαδή πτυχή της «Chimerica», της συμβίωσης των δύο ανταγωνιστών–, οι μισθοί με τους οποίους θα συντελεστεί η επαναβιομηχάνιση ή θα ενισχυθούν οι υποδομές, ώστε να επιστρέψουν οι ΗΠΑ στην «καθοδήγηση» της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης – αυτά για τα Μέσα, όπως και για το σημερινό ίνδαλμά τους, είναι εκτός ύλης.

Η κανονική αντισυμβατικότητα

Η «αντιπαγκοσμιοποιητική» ρητορική του Τραμπ περισσότερο αμφισβητεί το «πολιτικά ορθό»· στον πυρήνα του, το οικονομικά ορθό παραμένει αλώβητο. Αυτό είναι, εξάλλου, και το πλεονέκτημά της: Ο Τραμπ έπεισε ως αουτσάιντερ και η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από την αυθόρμητη χυδαιότητά του που τον έκανε οικείο: στο γενικό πρότυπο της επικράτησης του ιδιωτικού πάνω στο δημόσιο, ο άλλοτε απόμακρος «δημόσιος άνδρας» τώρα πρέπει να είναι «ένας σαν εμάς». Το μήνυμά του, εντούτοις, παρέμεινε συμβατό με τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης: το οικείο θέαμά του, όσο αλλόκοτο κι αν ήταν με βάση την μέινστριμ πολιτική, κάθε άλλο παρά αντέφασκε με τις αξίες των Μέσων. Η συνταγή, άλλωστε, είχε δοκιμαστεί με επιτυχία στην Ευρώπη, από τον Μπερλουσκόνι ως τον Καρατζαφέρη.

Η κανονική κρίση εκπροσώπησης

Ο Τραμπ δεν έπαιξε, ωστόσο, μόνος του. Έπειτα από οχτώ χρόνια Ομπάμα, η ούτως η άλλως υψηλή αποχή στις προεδρικές εκλογές έπιασε ρεκόρ 20ετίας: τη μέρα των εκλογών, ο απερχόμενος πρόεδρος ήταν δημοφιλέστερος και από τους δύο υποψήφιους διαδόχους του.

Στην οχταετία αυτή δεν ήταν οι Ρεπουμπλικάνοι που ανέβηκαν, αλλά οι Δημοκρατικοί που έπεσαν – αυτοί δηλαδή που έπεισαν λιγότερο ως «μικρότερο κακό». Ήταν όμως; Και ναι και όχι. Μια πιο μακροσκοπική ματιά θα θύμιζε, για παράδειγμα, ότι το 1978, ο Μπιλ Κλίντον εκλέχτηκε κυβερνήτης του Αρκάνσας γιατί επέτρεψε την εκτέλεση σε ηλεκτρική καρέκλα ενός καθυστερημένου άντρα, του Ρίκι Ρέι Ρέκτορ· λίγο αργότερα, οι Ρεπουμπλικάνοι αντίπαλοί του κέρδιζαν τις εκλογές στο Κογκρέσο, κατηγορώντας τον ότι δεν είχε κάνει αρκετά για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και υποσχόμενοι να κάνουν περισσότερα[5].

Ήδη από τα τέλη του ’70 αυτό είναι το μοτίβο που συνοψίζει το φαύλο κύκλο «συντηρητικοποίηση της Κεντροαριστεράς-ριζοσπαστικοποίηση της Δεξιάς» σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο. Στον κύκλο δε αυτό, η πολιτική φιλοδοξία της Κεντροαριστεράς να ελαχιστοποιήσει τη βλάβη μιας πλειοδοτικής Δεξιάς αφορά όλο και λιγότερο την οικονομία και την εργασία, τη βάση δηλαδή στην οποία κέρδιζε παλιότερα εργατικά και κατώτερα μεσαία στρώματα στο πλαίσιο του New Deal. Οι λόγοι να ψηφίζει κανείς τότε Δημοκρατικούς, όπως και την Κεντροαριστερά στην Ευρώπη, είναι άλλοι από αυτούς που τις στηρίζουν σήμερα – κι εδώ είναι που το «ίχνος της παραγωγής» επιστρέφει από το παράθυρο. Ο πατριωτισμός και η επιστροφή στον ανδρισμό των παλιών βιομηχανικών «μπλε κολάρων»[6] είναι η άλλη όψη της ισχυρής στήριξης των Δημοκρατικών από τις νέες γενιές που, στα χρόνια της (υποτιθέμενης) άυλης εργασίας, έχουν μάθει να αποσυνδέουν την ευημερία από την εργασία και την εργασία από την πολιτική. Συμμετρικά, αντί να σημάνει περισσότερη ευημερία για όλους, η όλο και πιο «άυλη» εργασία υπό το κεφάλαιο σήμανε περισσότερη εκμετάλλευση φτηνής εργασίας από τις «αναδυόμενες» αγορές και περισσότερη ανεργία για την παλιά βιομηχανική εργατική τάξη[7], που τοποθετούμενη πιο «υλιστικά», τώρα ψηφίζει δεξιότερα, ελλείψει αριστερού αντίβαρου. Αν οι Δημοκρατικοί πέφτουν από το 2008 και μετά, είναι γιατί πρώτα η κρίση κι ύστερα η εμπλοκή τους στο μακελειό στη Μέση Ανατολή θέτουν όρια στη «μεταϋλιστική» ηγεμονία τους. Οι τάσεις αυτές εξάλλου, που σε γενικές γραμμές επιβεβαιώνονται σε όλο το δυτικό κόσμο από τη δεκαετία του ’70[8], καταγράφηκαν και στο πρόσφατο βρετανικό δημοψήφισμα.

Ο κανονικός Τραμπ

Έχοντας περάσει πια στην επόμενη μέρα, άλλοι προεξοφλούν ότι ο στρίγγλος Τραμπ θα γίνει αρνάκι, θυμίζοντας ότι και ο Ρήγκαν ήθελε στην αρχή της θητείας του να καταργήσει την Κεντρική Τράπεζα, μέχρι που αντιλήφθηκε τη χρησιμότητά της. Άλλοι περιμένουν από αυτόν ένα νέο New Deal[9], ίσως με περισσότερη έμφαση στις πράσινες, μη ρυπογόνες τεχνολογίες – όσο κι αν δεν προϊδεάζει γι’ αυτό το γεγονός ότι ο ίδιος αποδίδει την κλιματική αλλαγή σε κινεζικό δάκτυλο. Άλλοι, τέλος, περιμένουν την επιστροφή στη βιομηχανία και τις μαζικές επενδύσεις που υπόσχεται στις υποδομές· όμως, μαζί με το ζήτημα των μισθών, υπάρχει το προηγούμενο της Κίνας, όπου αντίστοιχες επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο, αντί να ευνοήσουν την αποδοτικότητα της κινεζικής οικονομίας συνολικά, σήμαναν τη χρεοκοπία των περισσότερων δήμων ως το 2014 και την ανάπτυξη ενός σκιώδους τραπεζικού συστήματος για να κρυφτεί η υπερέκταση του τραπεζικού δανεισμού[10]. Ως επιχειρηματίας, ο Τραμπ το γνωρίζει: η συνθήκη που εγγυάται τη διατήρηση της κερδοφορίας στα επιθυμητά υψηλά επίπεδα δεν είναι η επένδυση σε πάγιο κεφάλαιο, αλλά η ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.

To μείζον, λοιπόν, είναι ποιες αντιστάσεις θα συναντήσουν τα σχέδια αυτά, εντός και εκτός ΗΠΑ. Η Ευρώπη του άλλοτε «κοινωνικού κεκτημένου» και της σημερινής χωρίς τέλος εσωτερικής υποτίμησης, η ίδια που καταργεί τη Συνθήκη της Γενεύης ή προτείνει ανοιχτά επαναπροωθήσεις, εγγράφεται στην ίδια δυναμική της ανόδου του Τραμπ. Τόσο όμως στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, η δυσφορία για την άνοδο αυτή αφορά και την Κεντροαριστερά, που εμφανώς δεν αποτελεί αντίβαρο. Αυτή είναι η πρόκληση για μια αντικανονική Αριστερά, χωρίς την πολυτέλεια του χρόνου που είχαμε τη δεκαετία του ‘90.

Tο άρθρο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

________________________

Σημειώσεις

[1] Για τη σκόπιμη αοριστία του όρου, βλ. το εξαιρετικό κείμενο της Beverly Gage, που μετέφρασε στα ελληνικά το Pass World, 10.11.2016 [http://pass-world.gr/o-donald-trump-kai-o-paramelimenos-anthrwpos]

[2] https://newrepublic.com/article/138631/terrible-skewed-anachronistic-electoral-college-gave-us-trump

[3] http://www.sentencingproject.org/publications/democracy-imprisoned-a-review-of-the-prevalence-and-impact-of-felony-disenfranchisement-laws-in-the-united-states/

[4]  Φρέντρικ Τζέιμσον, Η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού (μετάφραση: Γιώργος Βάρσος), Νεφέλη 1999.

[5] Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της (μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), Ψυχογιός 2002.

[6] Mark Rupert, «Post-fordist capitalism and imperial power», στο Marxism and World Politics. Contesting Global Capitalism, Routledge 2010.

[7] Για τους δύο κόσμους της αποβιομηχάνισης: http://www.economist.com/blogs/freeexchange/2015/03/american-manufacturing

[8] Ronald Inglehart, «Changing Values among Western Publics from 1970 to 2006», West European Politics, January-March 2008 [https://balticpractice.hse.ru/data/2014/06/26/1309116858/values_1970-2006.pdf]

[9] https://www.project-syndicate.org/commentary/trumpism-future-of-liberalism-by-robert-skidelsky-2016-11

[10] David Harvey, The Ways of the world, Profile Books 2016 (υπό έκδοση και στα ελληνικά από το Angelus Novus).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s