La vie en pièces

Όλο και πιο συχνά τελευταία φέρνω στο μυαλό μου τον Ρομπέρ Λινάρ. Τακτοποιώντας τις προάλλες το χάος στο δωμάτιο, έπεσα σ’ ένα απόκομμα για το βιβλίο της κόρης του, της Βιρζινί, γνωστής κινηματογραφίστριας στη Γαλλία, που αποφάσισε να διηγηθεί το βίωμα των παιδιών που μεγάλωσαν στον απόηχο του ’68. Ξανακοιτάζοντας το απόκομμα, σκέφτηκα πόσο κοντά στην κυριολεξία μπορεί να φτάσει καμιά φορά αυτό που λέμε μεταφορικά ο φόνος του πατέρα. Η Μέρα που ο πατέρας μου το βούλωσε, όπως λέγεται το βιβλίο της Λινάρ, δεν αφήνει χώρο παρά μονάχα για τη δική της εμπειρία, και τελικά την εκδίκηση για τα δύσκολα παιδικά χρόνια της.

Η απόπειρα αυτοκτονίας του πατέρα της, το 1981, η ερμητική σιωπή του όταν η απόπειρα απέτυχε, η δράση και τα βιβλία του ως τότε – όλα αυτά για τα οποία θα τον θυμάται κανείς όταν η εποχή του θα μοιάζει αρχαία ή συλλογικό παραλήρημα με πολλούς μάρτυρες, όπως προτείνει η ίδια, για την απρόθυμη κληρονόμο γίνονται καμβάς αποκλειστικά για τα δικά της συναισθήματα. Αυτό το πρίσμα διαθλά τον άνθρωπο που διαγράφηκε από τη νεολαία του γαλλικού ΚΚ όταν κορυφωνόταν η σινο-σοβιετική διαμάχη, που μπήκε στην «Εκόλ» και τον κύκλο της οδού Ουλμ όταν μεσουρανούσε ο Αλτουσέρ, ίδρυσε τη γαλλική μαοϊκή νεολαία και την είδε να διασπάται λίγο μετά τη δική του νοσηλεία, στο ξέσπασμα πάνω της μαγιάτικης αναλαμπής. Αυτό τον ίδιο Λινάρ που, όταν ο Μάης δεν άλλαξε τον κόσμο, όταν δηλαδή γυρίσαν τα νερά και σύντροφοι πέρασαν το Ρουβίκωνα, όταν τέλος πάντων η φωτεινότερη αναλαμπή στην Ευρώπη έγινε επιστροφή στην κανονικότητα, εκείνος ήταν ακόμα εκεί: άνθρωπος της άμπωτης, «εγκατεστημένος», ένας από τους φοιτητές που άφησαν το Πανεπιστήμιο για το εργοστάσιο, για να ενώσουν θεωρία και πράξη. Μερικά χρόνια αργότερα θα εκδιδόταν το βιβλίο του για τους αγρότες στη σοβιετική Ρωσία. Και πιο μετά, η αφήγηση, από πρώτο χέρι, της ζωής των εργατών γης στα ζαχαροκάλαμα του βραζιλιάνικου βορρά. Αυτή η πραγματικότητα, πέρα από τα συναισθήματα που δημιούργησε σε τρίτους, στο βιβλίο έχει τελείως περιφερειακό ρόλο.

Φέρνω στο νου μου τον Λινάρ δίπλα στον Νάνι Μπαλεστρίνι: τον Εγκατεστημένο στη Σιτροέν το ‘68 δίπλα στο Τα θέλουμε όλα της Φίατ του ‘69. Ή μάλλον όχι. Ο Μπαλεστρίνι ξαναγράφει τη μαρτυρία ενός άλλου, του Αλφόνσο Νατέλα, μετανάστη από τον ιταλικό Νότο και εργάτη στη Φίατ στα χρόνια του «θερμού φθινοπώρου». Ο ένας τα θέλουμε όλα, ο άλλος τα δίνουμε όλα. Και μετά πάλι. Τα σπίρτα που τους αρέσει να καίγονται. Και μετά σιωπή: η μέρα που ο εγκατεστημένος το βούλωσε. Τι ακούγεται δυνατότερα: οι πράξεις ή τα λόγια; Τα λόγια ή η σιωπή;

Ξεφυλλίζω τον Εγκατεστημένο και μία λέξη μού επιστρέφει συνέχεια: κομμάτια. Τα κομμάτια των Ντεσεβώ που παρελαύνουν μονότονα στην αλυσίδα παραγωγής, τα κομμάτια που πρέπει να ενωθούν, τα κομμάτια που ενώνονται για λίγο, κι ύστερα πάλι πίσω. Τόσος αγώνας να ξελασπώσεις το μέλλον, για μια ζωή που εκτυλίσσεται σα διαρκές παρόν. Σαν παρόντα που δεν ενώνονται – «αυτοδύναμα» θραύσματα.

Από τη μονοτονία της αλυσίδας παραγωγής στην επισφάλεια της «οικονομίας της γνώσης», το βίωμα του διαρκούς παρόντος είναι ό,τι κοντινότερο στη σχιζοφρένεια: θραύσματα ζωής, αποσπάσματα, που σαν μικρά έργα τέχνης αποκόβονται από το περιβάλλον και κλείνονται στον εαυτό τους σαν σκαντζόχοιροι*.  Σαν σε αναλαμπές, η αίσθηση του κοινού συμφέροντος επιστρέφει πού και πού – κι αυτοί που ξέρουν καλύτερα, λένε ότι ο ορισμός της τρέλας είναι αυτό ακριβώς: η μη κατανόηση του κοινού συμφέροντος. Η αδυναμία να αποστάξεις κάτι από την κίνηση προς τη μεριά του άλλου και την επιστροφή στον εαυτό σου. Γι’ αυτό και η σχιζοφρένεια θεωρείται η νόσος του νοήματος: είναι το βίωμα ότι ο κόσμος και ο εαυτός σου δεν έχουν νόημα. Το βίωμα που μένει στην απόλυτη μοναξιά, που αρνείται κάθε ταξινόμηση και ταυτόχρονα ταξινομεί για να αντέξει το ασήκωτο βάρος, επιμένοντας στην απόλυτη ιδιοτυπία του. Το βίωμα χωρίς παρελθόν και μέλλον, που καθηλώνεται σε μια διαρκή επανεκκίνηση: ζωή κομμάτια. Μέσα στη μέρα, λέει κάπου ο Φρόιντ, καθένας μας διασχίζει πολλές φορές τη γραμμή.

Φέρνοντας στο μυαλό μου τον Λινάρ, σκέφτομαι τους ανθρώπους της άμπωτης. Τους ανθρώπους που εξεγέρθηκαν κατά της κοινωνίας στην παρούσα μορφή της, κι εκείνους που είδαν το κακό χωρίς καμιά καλύτερη προοπτική, κι έτσι στράφηκαν κατά της κοινωνίας συνολικά. «Οι παράφρονες», γράφει σε μια επιστολή από το ψυχιατρείο ο Αρτώ, «είναι κατεξοχήν θύματα της κοινωνικής δικτατορίας σε ατομικό επίπεδο»**. Υπάρχει ελπίδα να ενωθούν τα κομμάτια – ν’ αλλάξει δηλαδή η δομή; Αυτοί που ξέρουν καλύτερα λένε πως, αν η συνάντηση με τον σχιζοφρενή αλλάξει σε κάτι τη δική μας ζωή, τον τρόπο που σκεφτόμαστε και λειτουργούμε, έχει κι αυτός μια ελπίδα***. Την ελπίδα να πάψει να υφίσταται τον κόσμο, και βρίσκοντας μια θέση που να συνδέει παρελθόν και παρόν, να τον καταλαβαίνει καλύτερα και να τον αλλάζει, αλλάζοντας έτσι κι αυτός.

_____________

* Friedrich Schlegel, «Fragments de l’Athenaeum» στο: Philippe Lacoue-Labarthe & Jean-Luc Nancy, L’Absolu littéraire: Théorie de la littérature du romantisme allemand, Seuil 1978

** Α. Αρτώ, Β. Γουλφ, Φ. Νίτσε, Ε. Πόε, Μ. Σέλλευ, Περί τρέλας, Κοβάλτιο 2016

*** Ι. Βαρτζόπουλος, Η κοινή προέλευση λογικής και τρέλας, Ποταμός 2016

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s