ΤΟ ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑ-ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Αν η συζήτηση για τον ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζεται, έπειτα από τόσα κείμενα, πάνελ, βιβλία και ντοκιμαντέρ, αν εμπλέκει πολύ περισσότερους απ’ όσους βίωσαν τραυματικά το 2015, αλλά ακόμα αυτούς τους τελευταίους, είναι ίσως γιατί ο «απολογισμός» αφορά κάτι ευρύτερο από την κρίση για τους πρωταγωνιστές, τα μετρήσιμα επιτεύγματα ή τις απτές απώλειες. Απολογισμούς κάνει κανείς, εκτός από τις επετείους, όταν πρόκειται για το τέλος μιας εποχής. Κι από την άποψη αυτή, η συζήτηση που συνεχίζεται αφορά περισσότερο την εποχή μετά το τέλος.

Έστω κι αν, για την ώρα, κυρίως υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, το «μετά» έχει αφήσει ήδη ίχνη που δεν μπορούμε να αγνοούμε: λέω για την κινηματική νηνεμία και τη μαζική ιδιώτευση, τον κατακερματισμό της αντιμνημονιακής Αριστεράς και τη λειψή απήχησή της, την αθρόα «αδιευκρίνιστη ψήφο». Και ακόμα περισσότερο, λέω για την ανάδυση προσωποπαγών κομματικών σχημάτων, που προτιμούν να μην αναφέρονται καν σε κάποια έννοια Αριστεράς.

Αντί να δημιουργήσει χώρο και δυνατότητες στ’ αριστερά της, η «προσαρμογή» της κυβέρνησης φαίνεται να εγκαινιάζει μια εποχή που, στο κοινωνικό φαντασιακό, η Αριστερά, στην όποια εκδοχή, δεν σημαίνει και πολλά πράγματα – αν δεν σημαίνει, μάλιστα, πολλά κακά.

Δεν είναι, βέβαια, μυστήριο. Η διαδρομή χάρη στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση, δεν ήταν υπόθεση μόνο των προβεβλημένων στελεχών και του Αλέξη Τσίπρα. Ούτε μόνο προϊόν της οικονομικής κρίσης, μέσα στην οποία το κόμμα εκτινάχθηκε εκλογικά.

  • Παρά τα προβλήματα, έτσι, στη σχέση του με τον κόσμο της εργασίας, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε σήμα κατατεθέν του τις απολυμένες καθαρίστριες – στα χρόνια που η αποσύνδεση της εργασίας από την ευημερία, και της ευημερίας από την πολιτική, ήταν, είναι ακόμα, άγραφος ιδεολογικός νόμος.
  • Με όλα τα κουσούρια της εσωκομματικής του ζωής (τον αρχηγισμό, την οργανωτική πλαδαρότητα, τον παραλυτικό φραξιονισμό, τη διαμερισματοποίηση και τον εκλογοκεντρισμό), ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίστηκε δίκαια από τους αντιπάλους του ως «παράξενο κόμμα», γιατί επέμεινε στη σημασία του κόμματος ως σύνθετου στοιχείου της κοινωνίας, όπως το έθετε στην εποχή του ο Γκράμσι. Διατηρούσε, λοιπόν, γι’ αυτό μια κάποια μαζικότητα και μια αντίστοιχα υπολογίσιμη παρουσία σε κοινωνικούς χώρους, στην εποχή που ο αντικομματισμός έκανε θραύση ήδη από τη δεκαετία του ‘90.
  • Κάνοντας, τέλος, κεντρικό σύνθημα το «αλλάζουμε την Ελλάδα, συνεχίζουμε στην Ευρώπη» (έστω κι αν, με την εκ των υστέρων γνώση, αυτό ακούγεται πια κακόγουστο αστείο), το κόμμα θύμιζε ότι, πρώτον, η αριστερή πολιτική γίνεται στον παρόντα χρόνο, διαθέτει εντούτοις στρατηγικό ορίζοντα· και δεύτερον, ότι, σε πείσμα των μεταμοντέρνων ιδεολογιών περί «παγκοσμιοποίησης», ο εχθρός είναι [ακόμα] στην ίδια μας τη χώρα (Λένιν), άρα ο πολιτικός αγώνας ξεκινά αναπόφευκτα από το εθνικό πεδίο, για να συνεχίσει στο διεθνές.

Δεν πρόκειται για εξιδανίκευση (και τίνος, άλλωστε…): ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρξε κόμμα «νέου τύπου», δεν επεδίωξε ποτέ να είναι «(το) κόμμα της εργατικής τάξης», ο αντιγερμανικός ευρωπαϊσμός του αποδείχτηκε τουλάχιστον αφελής – η δε θεωρία του, στο βαθμό που είχε μια τέτοια και που αυτή επηρέαζε την πολιτική του, δεν ήταν κάποια ανανεωμένη βερσιόν λενινισμού. Στη διαδρομή του, ωστόσο, από το 2004 και μετά, ο ίδιος διέσωζε, έστω με αντιφάσεις, ένα ιστορικό φορτίο κομμουνιστικής δημοκρατικής Αριστεράς – προτού το κιβώτιο ανοίξει, αποκαλύπτοντας έναν ευρωκομμουνισμό συνώνυμο του μονομερούς μορατόριουμ με τις «κορυφές».

Όσο κι αν ισχύει, λοιπόν, η ανάγκη «αποσυριζοποίησης της Αριστεράς» με βάση την εμπειρία του 2012-2015 και την κατάληξή της, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως, ως και το «This Is A Coup» της ηγετικής του ομάδας, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα κόμμα της «μοντέρνας συνθήκης»: με ισχυρές κοινωνικές αναφορές και ανάλογες εκπροσωπήσεις, με οργανώσεις και δεσμούς με τα κοινωνικά κινήματα, με μέριμνα για το τώρα και το μετά. Με τις αποσκευές, λοιπόν, εκείνες που κρατούσαν ανοιχτό το παράθυρο στην κοινωνική αλλαγή – όχι μόνο, δηλαδή, στην πολιτική σκακιέρα.

Με τα γεγονότα του 2015, αυτό που ολοκληρώθηκε είναι το πέρασμα στη «μεταμοντέρνα κατάσταση»: το άδειασμα του φορτίου που αποκτήθηκε σε βάθος δεκαετίας (κι από ορισμένες απόψεις: δεκαετιών), η ντε φάκτο κατάργηση του κόμματος από την κυβέρνηση και η παράλυση των κομματικών οργανώσεων, η αντικατάσταση της πολιτικής μαζών με τα σύμβολά της και την αρχή του Ενός, η αποδέσμευση από τις παλιές κοινωνικές εκπροσωπήσεις και τις διεθνιστικές «εμμονές» χάριν του «εθνικού συμφέροντος», το πέρασμα από την υπεράσπιση στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η εξίσωση της ταξικής μεροληψίας με την «ελαχιστοποίηση της βλάβης»:  «δίχτυ» για τους φτωχότερους των φτωχών, «σημειακή» και «μικρή» πολιτική, μείωση της ανεργίας με αύξηση της επισφάλειας, κάρτα σίτισης αλλά και ποινολόγιο για τους ανέργους. Με δυο λόγια: ένας πραγματισμός, στην ιδεολογία και την πολιτική, σαν αυτόν που περιγράφει ο επιφανής αμερικανός θεωρητικός του, ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ: αφού δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά και το ξέρουμε, αφού οι θεσμοί δεν επαρκούν για να κάνουμε αυτό που πρέπει, κι αφού οι καταναγκασμοί της συγκυρίας είναι ανυπέρβλητοι, απαλλασσόμαστε από το βάρος των πεποιθήσεων και κάνουμε ό,τι μπορούμε [1]. Η πρόσφατη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ από τον Τόνι Νέγκρι, σε δραματικούς μάλιστα τόνους («και τι να έκαναν, δηλαδή, να αυτοκτονήσουν;»), αυτόν ακριβώς τον «μετα-αριστερό» πραγματισμό απηχεί.

Ιταλοποίηση

Αν ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ έκανε την υπεράσπιση του φορτίου της κομμουνιστικής Αριστεράς ισοδύναμη της πολιτικής αυτοκτονίας, το ίδιο είχε συμβεί νωρίτερα με την κυβερνητική εμπειρία της ιταλικής Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και των επιγόνων, στ’ αριστερά και τα δεξιά της. Επρόκειτο για την ίδια συνθήκη που αποψίλωσε τις οργανώσεις της, ενώ λίγο μόλις νωρίτερα, η ίδια ήταν η ατμομηχανή του κινήματος ενάντια στην «παγκοσμιοποίηση». Με βάση την ίδια συνθήκη, θεωρητικοί της πάλαι ποτέ Εργατικής Αυτονομίας ζητούν έκτοτε πιο επιτακτικά «να τελειώνουμε πια με την Αριστερά».

Το προτεινόμενο τέλος όμως, κι εδώ όπως κι εκεί, δεν αφορά τη ρήξη με τον σοσιαλισμό που γνωρίσαμε – στη σοβιετική ή στη φιλελεύθερη εκδοχή του, της «χρηστής διαχείρισης» του κεφαλαίου. Το «μετά την Αριστερά», εν προκειμένω, σημαίνει ρήξη με μια ιδεολογική, πολιτική και πολιτισμική συνθήκη, στην οποία, οι κοινωνικές τάξεις, τα κόμματα και το εθνικό πεδίο είχαν ακόμα σημασία στην υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής – γεγονός που δεν αναιρούσε, φυσικά, τους περιορισμούς τους, ήδη απ’ τα χρόνια του Μαρξ και του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Από την πολιτική δέσμευση στο «anything goes»

Αυτό πρέπει να προστεθεί, λοιπόν, στον απολογισμό της διετίας του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση: η συμβολή του σ’ ό,τι θα μπορούσαμε να πούμε πολιτική της μεταμοντέρνας υποκειμενοποίησης, σε μια πολιτική δηλαδή που αφορά το πώς πολιτεύονται άτομα και κόμματα στη ζωή «μετά». Αν το να δεσμεύεσαι σε μακρόπνοους στόχους ισοδυναμεί περίπου με πολιτική αυτοκτονία, τότε στη ζωή «μετά» πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι «ο χρόνος τεμαχίζεται σε επεισόδια –το καθένα με αρχή και τέλος, αλλά χωρίς προϊστορία ή μέλλον· ότι η σχέση ανάμεσα στα επεισόδια, εάν υπάρχει, είναι μικρή, και ότι ακόμη η διαδοχή τους μοιάζει τυχαία, συμπτωματική, απροσδόκητη· και αφού τα επεισόδια έρχονται από το πουθενά, πάνε κι έρχονται χωρίς να έχουν μακρόχρονες συνέπειες. Σε έναν τέτοιο κόσμο», γράφει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, «φαίνεται σοφό και φρόνιμο να μην κάνουμε μακροπρόθεσμα σχέδια ούτε να επενδύουμε στο μακρινό μέλλον (αφού δεν μπορούμε να εικάσουμε ούτε πόσο ελκυστικοί θα είναι τότε οι τωρινοί μας στόχοι ούτε ποια θα είναι η αξία των σημερινών μας πλεονεκτημάτων)· να μη συνδεόμαστε ιδιαίτερα με κάποιον τόπο, λαό, ομάδα, επιδίωξη ή και εικόνα του εαυτού μας, όχι επειδή μπορεί να μας παρασύρει το κύμα με σηκωμένη άγκυρα, αλλά επειδή μπορεί να μην έχουμε καν άγκυρα» [2].

Ίσως, λοιπόν, να μην ισχύει γενικά ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ασύμβατος με την Αριστερά. Αυτό που φαίνεται πιο πιθανό είναι ο ίδιος να μπορεί να συγκροτεί την Αριστερά και τους αριστερούς που είναι συμβατοί με το πρόγραμμά του. Αυτή, όμως, είναι μια από τις βασικές προκλήσεις στη νέα κατάσταση.

________________

[1] Ρίτσαρντ Ρόρτυ, Τυχαιότητα, ειρωνεία, αλληλεγγύη (μτφ. Κώστας Κουρεμένος), Αλεξάνδρεια 2002.

[2] Ζίγκμουντ Μπάουμαν, «Από τον προσκυνητή στον τουρίστα» (απόσπασμα από το βιβλίο “Και πάλι μόνοι: η ηθική μετά τη βεβαιότητα” [μεταγραφή: Ρίκα Μπενβενίστε, Κώστας Χατζηκυριάκος], εκδ. Έρασμος 1998), RedNotebook, 2.11.2014.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s