Κοινοί χώροι: ένα πρόγραμμα που «ανοίγει»

Το βιβλίο του Σταύρου Σταυρίδη Common Spaces: The City as Commons, που πρόκειται να βγει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Angelus Novus, είναι, θα έλεγε κανείς, ένα βιβλίο «προγραμματικό»: η συμβολή, σωστότερα, στο πολιτικό «πρόγραμμα» των «κοινών». Το θέμα του βιβλίου είναι το πέρασμα χώρων μέσα στην πόλη στην επικράτεια του «κοινού» – έξω δηλαδή από τις «περιφράξεις», πολιτικές και οικονομικές, που θέτουν στους χώρους αυτούς το κράτος και η αγορά. Πρόκειται, επιπλέον, για ένα βιβλίο που μας εξοικειώνει με τη διεθνή εμβέλεια του «προγράμματος», αναφέρεται δηλαδή σε χώρους που «ανοίγουν» τα τελευταία χρόνια, για λίγο ή για περισσότερο, από την Αθήνα μέχρι την Οαχάκα, και από το Occupy Wall Street ως τις συνελεύσεις του Μπουένος Άιρες ή τις μάχες για το νερό στη Βολιβία.

Πρόγραμμα;

Όταν μιλάμε για «πολιτικό πρόγραμμα», συνήθως το μυαλό μας πηγαίνει στο πρόγραμμα ενός κόμματος, θεωρώντας ότι σε γενικές γραμμές το πρόγραμμα, αν όχι και η πολιτική, είναι κομματική υπόθεση ή θέμα μιας συγκροτημένης πολιτικής ιδεολογίας. Το «πρόγραμμα» των κοινών δεν είναι όμως τίποτα από τα δύο – αν και ορισμένοι το θεωρούν επανεκκίνηση, με άλλη ορολογία, της κομμουνιστικής υπόθεσης.

Το πρόγραμμα παραπέμπει σε ένα κείμενο με αρχή, μέση και τέλος: ένα μάλλον «κλειστό» κείμενο, που αποτυπώνει συμμαχίες και ιεραρχήσεις – και ως τέτοιο πρέπει είτε να το υιοθετήσουμε είτε να το απορρίψουμε. Στην περίπτωση των «κοινών» δεν πρόκειται ούτε γι’ αυτό. Η δυνατότητα των κοινών χώρων να επεκτείνονται διαρκώς, με βάση κριτήρια που οι ίδιοι θεσπίζουν και όχι συνταγές, η δυνατότητα να ανοίγουν διαρκώς σε νεοεισερχόμενους –όχι λοιπόν το κλείσιμο–, είναι για τον Σταυρίδη όρος ζωτικής σημασίας. Αν οι κοινοί χώροι κλείσουν, αν μετατραπούν σε ηρωικούς θύλακες, κινδυνεύουν να εκφυλιστούν: να γίνουν είτε χώροι περιφραγμένων προνομίων για τους «εντός», είτε χώροι επιβιωτισμού και διαχείρισης της μιζέριας, είτε «νησίδες» αβλαβείς και αφομοιώσιμες από τον καπιταλισμό – χώροι απόδρασης, κατά φαντασία, από τα διλήμματα της πολιτικής σύγκρουσης.

Έστω λοιπόν διακινδυνεύοντας παρανοήσεις, μπορούμε νομίζω να μιλάμε για ένα «πρόγραμμα των κοινών», εννοώντας στην πραγματικότητα έναν ορίζοντα πολιτικής. Έναν ορίζοντα τόσο «φιλόδοξο», όσο υπαινίσσεται ο όρος «πολιτικό πρόγραμμα» – «μέσα, ενάντια και πέρα από τον καπιταλισμό», με τους όρους του Τζον Χόλογουει που υιοθετεί ο Σταυρίδης· ταυτόχρονα, όμως, και τόσο «μετριοπαθή», όσο απαιτεί η επίγνωση των ορίων του.

Ο χρόνος του προγράμματος των κοινών

Όπως κάθε πολιτικό πρόγραμμα, έτσι και αυτό των «κοινών» είναι παρέμβαση στα όρια μιας συγκυρίας: παρέμβαση «εν χρόνω», που θέλει να διευρύνει τα όρια αυτά. Το Common spaces εκδίδεται το 2016 – εκ των πραγμάτων, λοιπόν, διασταυρώνεται με τρεις σημαντικές για την παρούσα συγκυρία εμπειρίες: την πρόσφατη «στροφή» των Ζαπατίστας, το πείραμα των κοινοτήτων της Ροτζάβα και την ελληνική περίπτωση.

Στέκομαι στις δύο «ακριανές»: Τους Ζαπατίστας, τη σπουδαιότερη ίσως πηγή έμπνευσης για το βιβλίο, ο Σταυρίδης τους γνωρίζει από πολύ κοντά, μέσα από την Καμπάνια «Ένα Σχολείο για την Τσιάπας». Το ίδιο και τη δική μας εμπειρία, της περιόδου 2004-2015. Περνώντας από κινήματα πόλης, κατειλημμένα πανεπιστήμια, αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα, πεζοδρόμια που καταλαμβάνουν κυνηγημένοι μετανάστες μικροπωλητές, και φυσικά από τις «πλατείες» και τις Σκουριές, η διαδρομή αυτών των 11 χρόνων έδωσε πολλές ευκαιρίες να αντιληφθεί κανείς ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα του βιβλίου: ότι ο χώρος δεν είναι «δοχείο» που κατασκευάζεται και κατοικείται άπαξ – αλλά τόπος που ενθαρρύνει αγώνες για την άρση των περιφράξεων από το κράτος και το κεφάλαιο. Από τις ιθαγενικές κοινότητες του Μεξικού, λοιπόν, ως τους δρόμους της Αθήνας, ο χώρος είναι επίσης διακύβευμα αγώνων: τόπος που διασχίζουν «σχέσεις δύναμης», εξουσίες και αντιστάσεις· τόπος, δηλαδή, που χωρίζει και που ενώνει. Τόπος όπου ο χρόνος αποκτά άλλη ταχύτητα – ώστε ο ίδιος γίνεται στο τέλος κάτι που δεν ήταν πριν: τόπος «υποκειμενοποίησης», διαμέσου του οποίου οι άνθρωποι που τον ενοικούν είναι πια κάτι που δεν ήταν νωρίτερα.

Κάθε συγγραφέας που επιδιώκει να θεωρητικοποιήσει εμπειρίες «ανοίγματος» και απόδοσης, στην κοινή χρήση, χώρων περιφραγμένων από το κράτος και το κεφάλαιο –από τα χρόνια της ιταλικής Αυτονομίας ως την «μετριοπαθή» οικονομολόγο Έλενορ Όλστρομ, στη δεκαετία του ‘90–, το κάνει στηριζόμενος σε εμπειρίες κινημάτων και κοινοτήτων: σε μια πραγματική κίνηση ανθρώπων που αμφισβητούν την κρατική και την αγοραία κυριαρχία. Αν μένω, λοιπόν, στη ζαπατίστικη και την ελληνική εμπειρία, ανάμεσα στις τόσες του βιβλίου, δεν είναι μόνο γιατί και ο Σταυρίδης τους οφείλει, όπως λέει, πολλά. Αλλά γιατί τα δύο αυτά παραδείγματα συνδέονται, σε πολιτικό επίπεδο, με ό,τι ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ θα έλεγε «κρίση τόσο των όπλων της κριτικής και, ταυτόχρονα, και της κριτικής των όπλων».

Από την ένοπλη εξέγερση και το «κυβερνάμε υπακούοντας» των Ζαπατίστας, στην πρόσφατη στροφή τους προς τον κλασικό πολιτικό αγώνα, και από την εξάντληση των κινημάτων στην Ελλάδα μετά το 2012, μέχρι τη διάψευση των ελπίδων που εναπόθεσαν σε μια αντινεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, φαίνεται πως τα πολιτικά και τα θεωρητικά μας εργαλεία, τα κύρια σημεία αναφοράς μας, έχουν βρει ένα όριο: είτε να έχουν εξαντληθεί, είτε, αντί να δουλεύουν για τους δικούς μας σκοπούς, να χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς των αντιπάλων μας. Έχουμε λόγους να είμαστε σίγουροι και σίγουρες για το δίκιο μας· το όριο αυτό, όμως, δεν επιτρέπει τώρα βεβαιότητες για τα πολιτικά μέσα και τη θεωρία – για τη «μέθοδό» μας.

Θεωρίες ενός προγράμματος για τους κοινούς χώρους

Με τους όρους πάλι του Μπενσαΐντ, είμαστε ακόμα μέσα στην «κρίση της νεωτερικής ιστορικότητας» – της συνθήκης εκείνης που επέτρεπε να σκεφτόμαστε «μεγάλες αλλαγές» ή, εν πάση περιπτώσει, ένα μέλλον καλύτερο από το παρόν. Προάγγελοι της κρίσης (έστω κι αν οι ίδιοι τη διόγκωσαν, όπως τους καταλογίζει ο Μπενσαΐντ), υπήρξαν σε θεωρητικό επίπεδο οι Φουκώ και Ντελέζ[1] – βασικές αναφορές και στο βιβλίο του Σταυρίδη.

Στο City as Commons, όπως και για τον Φουκώ, η εξουσία είναι το «σύνολο των σχέσεων δύναμης που διασχίζουν το χώρο»: το «αρχιπέλαγος», όπως θα έλεγε ο Σταυρίδης, της σημερινής μητρόπολης, και τους περιφραγμένους από την εξουσία «θύλακές» του – τα «νησιά». Στο βιβλίο, λοιπόν, συζητιέται πώς συνδυάζονται στην πόλη οι τρεις διακριτοί «τρόποι» της εξουσίας, που έχει επισημάνει ο Φουκώ[2]: η κυριαρχική, αυτή που επιτρέπει και απαγορεύει· η πειθαρχική, που εποπτεύει («χαρτογραφεί») τον χώρο, προβλέπει κινδύνους και διαχωρίζει τους επικίνδυνους· και η ασφάλεια, που ρυθμίζει τον περιβάλλοντα χώρο.

Η προσπάθεια, με τους τρεις αυτούς «τρόπους», να τακτοποιηθεί το χάος στο «αρχιπέλαγος», να μπει δηλαδή τάξη στην πόλη, είναι μια διαδικασία διακυβέρνησης ή τακτοποίησης «ροών», όπως θά έλεγε ο Ντελέζ· η πόλη και για τον Σταυρίδη είναι «ένας αναβρασμός δραστηριοτήτων και χώρων που πρέπει να ελεγχθούν», και το επιδιωκόμενο δεν είναι μια τάξη για την τάξη – είναι η δημιουργία χώρων που επιτρέπουν την αναπαραγωγή του καπιταλισμού.

Όσο κι αν η κίνηση του «αρχιπελάγους», της σύγχρονης καπιταλιστικής μητρόπολης, ακολουθεί μοτίβα, έχει δηλαδή μια λογική που επιτρέπει ως έναν βαθμό την πρόβλεψη, ό,τι κυριαρχεί στο «αρχιπέλαγος» είναι η ενδεχομενικότητα. Η επιβολή της τάξης είναι, έτσι, περισσότερο ένα όριο προς το οποίο τείνει διαρκώς η εξουσία, ένας «ορίζοντας», παρά μια κατάσταση που έχει ήδη (ή που μπορεί να) παγιωθεί: με τους όρους ξανά του Ντελέζ, «πάντα κάτι ξεφεύγει».

Ο Σταυρίδης αναδεικνύει, λοιπόν, εκείνες τις «τοπικές», και συχνά αποκλεισμένες εμπειρίες, που δείχνουν στην πράξη ότι η απόλυτη τάξη –η απόλυτη κανονικοποίηση ή η απόλυτη «καπιταλιστικότητα» του χώρου, για να το πω κάπως άκομψα–, δεν είναι δυνατή. Εμπειρίες που αποκλείονται από τη συζήτηση στον ακαδημαϊκό χώρο ή τα κυρίαρχα μέσα, ενίοτε και από μια ορισμένη αριστερή σκέψη που τις υποτιμά, ο Σταυρίδης δείχνει ότι έχουν πολιτικό νόημα, εντάσσοντάς τες στο πλαίσιο μιας «εργασίας επί των ορίων»: των ορίων και των εντάσεων που συνδέονται με το πρόγραμμα των «κοινών».

Θέλω να πω μ’ αυτό πως, από το πρώτο θεωρητικό διάβημα της Έλενορ Όλστρομ μέχρι τους θεωρητικούς της «ομότιμης παραγωγής», που οραματίζονται μια «ενάρετη αγορά» και μια «χρηστή διακυβέρνηση» συμβατές με το «κοινωνείν» (commοning), και ως την αντικαπιταλιστική Αριστερά ή τον αντιεξουσιαστικό χώρο, που υιοθετούν μια προσέγγιση πιο συγκρουσιακή, το πρόγραμμα των κοινών δεν είναι ένας δρόμος άνευ ορίων προς την επιτυχία, δίχως «τυφλά σημεία» ή προσκόμματα: παραμένοντας ανοιχτό, παραμένει διαφιλονικούμενο.

Επισημαίνοντας το ενδεχόμενο της αφομοίωσης των κοινών χώρων από τον καπιταλισμό και, συμμετρικά, τον κίνδυνο ενός ταυτοτικού, κοινοτιστικού «κλεισίματος» των χώρων αυτών σε επικράτειες για λίγους (σε χώρους περίφραξης προνομίων ή διαχείρισης της μιζέριας), ο Σταυρίδης επισημαίνει ακριβώς τα όρια αυτά. Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι, αν η κυριαρχία μπορεί να αφομοιώνει πλευρές του «κοινωνείν» (commοning) για τους δικούς της σκοπούς, και να το κάνει σε θεωρητικό επίπεδο αλλά και πρακτικά, ο συγγραφέας κρατά με τη σειρά του ό,τι χρήσιμο έχει να μας πει η προειδοποίηση για την «τραγωδία των κοινών»[3] – όμως αντιστρέφοντάς την, δείχνοντας δηλαδή προς την αντίθετη κατεύθυνση και το ενδεχόμενο μιας τραγωδίας ακριβώς αν τα κοινά βρεθούν υπό την αιγίδα της  του κράτους και της αγοράς ή μια κοντινής σε αυτά λογικής. Η προβληματική του χώρου βοηθά να δούμε γιατί η προειδοποίηση αυτή είναι πολύ πιο συγκεκριμένη απ’ όσο φαίνεται ίσως αρχικά.

Κοινοί χώροι: το κατώφλι ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος

Ως τη δεκαετία του ’70, έλεγε ο Φουκώ, «ο χώρος είχε αντιμετωπιστεί σαν κάτι νεκρό, σταθερό, αντιδιαλεκτικό και ακίνητο»· αν όμως ο 19ος αιώνας είχε εμμονή με την Ιστορία, η εποχή μας, συνέχιζε, είναι «η εποχή του χώρου»[4].

Από πολλές απόψεις, όντως, η Αριστερά και ο μαρξισμός υπήρξαν πιο εξοικειωμένοι με τον χρόνο: τον χρόνο της απλήρωτης εργασίας, τον «νεκρό» χρόνο της παραγωγής που θέλει να εκμηδενίσει ο καπιταλιστής, τη «συγκυρία» και την «επιτάχυνση» του πολιτικού χρόνου («χτες ήταν νωρίς, αύριο αργά»). Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ είδε τη συσσώρευση ως «εκμηδένιση του χώρου από τον χρόνο». Αρκετά αργότερα δε, ο Πουλαντζάς σημείωνε πως, ως και τη δεκαετία του ’70, ο μαρξισμός αντιμετώπιζε τις αλλαγές του χώρου κυρίως ως αλλαγές των τρόπων με τους οποίους οι κοινωνίες και οι τάξεις απλώς σκέφτονταν τον χώρο.

Ήδη ωστόσο από το Μανιφέστο, ο Μαρξ μιλούσε για τις διαφορετικές δυνατότητες που έδινε ως προς την οργάνωση της εργατικής τάξης το πέρασμα από την ύπαιθρο στην πόλη. Ο Ένγκελς στεκόταν σε δύο βιβλία του στο ζήτημα της κατοικίας και τη σημασία του για την αγγλική εργατική τάξη. Στον δε Ιμπεριαλισμό, ο Λένιν εξέθετε μια πιο «χωρική» αντίληψη για την καπιταλιστική κυριαρχία που στη δεκαετία του ’60 τροφοδοτούσε τις θεωρίες «κέντρου-περιφέρειας». Παρατηρώντας το Βερολίνο του Μεσοπολέμου, και μιλώντας για το κατώφλι ως τόπο τον οποίο διασχίζει το δυναμικό χειραφέτησης και καταστροφής της νεωτερικότητας, ο Μπένγιαμιν έδινε επίσης ώθηση στη σχετική συζήτηση, όπως αργότερα ο Ανρί Λεφέβρ με το Δικαίωμα την πόλη ή ο Ντέιβιντ Χάρβει. Στα τέλη πια του ’70, ο Πουλαντζάς έγραφε πως οι «χωρο-χρονικές μήτρες» (matrix) δεν έχουν να κάνουν μόνο με το πώς σκεφτόμαστε τον χρόνο και τον χώρο: αφορούν, επίσης, την υλικότητα του καταμερισμού εργασίας και της δομής του κράτους – διότι αυτά πρέπει, λογικά, κάπου να υπάρχουν. Κάθε πρακτική της εξουσίας – ιδεολογική, πολιτική και οικονομική– δεν μπορεί παρά να έχει το χώρο της[5].

Υπάρχει, όμως, μια σημαντικότερη συμβολή του ίδιου του Μαρξ – κι εκεί τέμνεται η σημερινή συζήτηση για τα «κοινά» με τον χώρο: είναι η ανάλυση της διαδικασίας της πρωταρχικής συσσώρευσης και των βίαιων περιφράξεων των αγροτικών γαιών στο Κεφάλαιο[6]. Για αυτόνομους μαρξιστές, όπως ο Μάσιμο ντε Άντζελις ή η Σίλβια Φεντερίτσι[7] (επίσης κεντρικές αναφορές στο βιβλίο του Σταυρίδη), ο μηχανισμός των περιφράξεων είναι διαχρονικά ο κινητήρας της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Στο «αρχιπέλαγος» της μητρόπολης, θα πει ο Σταυρίδης, η πειθαρχική εξουσία δημιουργεί, μέσω περιφράξεων, διαρκώς νέους «θύλακες». Και μαζί, τις ιδιαίτερες πρακτικές που ενθαρρύνουν οι θύλακες αυτοί στο εσωτερικό τους, τις αντίστοιχες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που τους ενοικούν, και μια ειδική κάθε φορά σχέση νομιμότητας και άρσης της ισχύος του νόμου.  

Συναντήσεις: από τον καπιταλισμό στα «κοινά»

Μια πολιτική μέσα, ενάντια και πέρα από τους θύλακες, για την άρση δηλαδή των περιφράξεων, δεν μπορεί, προειδοποιεί ο Σταυρίδης, να χρησιμοποιεί τα μέσα του καπιταλισμού για να είναι αποτελεσματική. Ο ίδιος, λοιπόν, λέει ότι είναι προτιμότερο να σκεφτόμαστε τους κοινούς χώρους με όρους «εικόνας-σκέψης», όπως θα έλεγε ο Ντελέζ – κι αυτό, ώστε οι διαφορετικές αντιλήψεις για μια χειραφετημένης κοινωνία να μην επιβάλλονται από πριν στις διαδικασίες που απαιτεί η χειραφέτηση: το βασικό είναι οι διαδικασίες αυτές. Είτε είμαστε λοιπόν «ριζοσπάστες ελευθεριακοί», λέει ο Σταυρίδης, είτε «πραγματικοί δημοκράτες» και «αληθινοί κομμουνιστές», το σημαντικό είναι να σκεφτόμαστε την επέκταση χώρων που, ενώ δεν μπορούν να απαλλαγούν από την εξουσία (κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο), φροντίζουν ωστόσο για το μοίρασμα της εξουσίας, ώστε να μη μετατρέπεται σε κυριαρχία.

Η μόνη στο βιβλίο «ρητή» πρόβλεψη για το πώς μπορεί να αποφεύγεται αυτό, είναι η οριζοντιότητα στη λήψη των αποφάσεων. Ο συγγραφέας προτιμά να δείχνει δυνατότητες και όρια, αντί να προτείνει γενικά συμπεράσματα από επιμέρους παραδείγματα. Είναι όμως πράγματι αδύνατη μια τέτοια γενίκευση;

Κατά τη γνώμη μου, η προσπάθεια να επεκτείνουμε τους κοινούς χώρους πέρα από τον καπιταλισμό μπορεί να μαθαίνει από τη δική του επέκταση, όπως αντίστοιχα κι εκείνος από τις αντιστάσεις μας. Η αμφιθυμία, για παράδειγμα, του καπιταλισμού ως προς το κράτος και το δημόσιο, έχει νομίζω να μας πει πράγματα για μια μέθοδο που, καθώς επιδιώκει να «ξηλώνει» κρατικές και αγοραίες περιφράξεις, την ίδια στιγμή δεν θα συνηγορεί στο «πνεύμα της εποχής» – στην απόσυρση του κράτους από τις διαδικασίες της κοινωνικής αναπαραγωγής[8].

Όπως συμβαίνει με τα «κοινά», ο τρόπος που και ο καπιταλισμός επεκτείνεται μπορεί να κατανοηθεί, και εν μέρει να προβλεφθεί, κατά βάση όμως είναι ενδεχομενικός. Ο ίδιος δεν ακολούθησε ιστορικά ένα συγκεκριμένο πρότυπο (ουσία), δεν «έκανε» δηλαδή ένα πράγμα· προχώρησε με δοκιμές και πλάνες, από λάθος σε λάθος. Και η κυριαρχία όχι μόνο των οικονομικών μορφών του, αλλά και των πολιτικών, έγινε δυνατή χάρη σε μια συνάντηση τοπικών στοιχείων: «μεταξύ βρετανικού αγροτικού καπιταλισμού, βρετανικού κοινοβουλευτικού τρόπου λήψης των αποφάσεων, ιταλικών τραπεζικών πρακτικών, γαλλικής συγκεντρωτικής εξουσίας και αργότερα δημοκρατισμού, καθώς και της ευρωπαϊκής αστικής κουλτούρας»[9]. Η άνιση ανάπτυξή του λοιπόν από τη μια (η ανεργία και η υπερχρέωση σήμερα στον Νότο, το «απόλυτο πλεονέκτημα» στον χρηματοπιστωτικό και βιομηχανικό Βορρά), και ο συνδυασμός πολλαπλών στοιχείων από την άλλη –το γεγονός τελικά ότι ο ίδιος δεν συνίσταται σε αμιγείς αλλά σε υβριδικές μορφές (δεν «κάνει ένα» αλλά πολλά)–, ίσως δείχνουν έναν δρόμο και για την επέκταση του αγώνα για τα κοινά. Μια αναπόφευκτη πολλαπλότητα ως προς τις ταχύτητες και τις μορφές. Πάντα όμως τη δυνατότητα συνδυασμού και συντονισμού με βάση το περιεχόμενο του αγώνα και τον κοινό στόχο.

Το κείμενο είναι η παρέμβαση του Δημοσθένη Παπαδάτου στην εκδήλωση για την παρουσίαση του «Common spaces: The City as Commons», που διοργάνωσε το Κοινωνικό Πολιτιστικό Στέκι «Λαμπηδόνα» την Τετάρτη 1 Μαρτίου.

Πηγή: alterthess

_____________

[1] Ντανιέλ Μπενσαΐντ, «(Α)πολιτικές του Φουκώ» (μτφρ.: Τάσος Μπέτζελος), Ουτοπία τ. 72, 2006.

[2] Michel Foucault, Security, territory, population. Lectures at the Collège de France 1977-78, Palgrave Macmillan 2009.

[3] Garrett Hardin, «The tragedy of the commons», Science, 1968 [διαθέσιμο εδώ].

[4] Ντίνα Βαΐου-Κωστής Χατζημιχάλης, Ο χώρος στην αριστερή σκέψη, Νήσος 2012.

[5] Νίκος Πουλαντζάς, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός (μτφρ.: Γ. Κρητικός), Θεμέλιο 2001.

[6] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο τ. 1 (μτφρ.: Παναγιώτης Μαυρομάτης), Σύγχρονη Εποχή 1978, κεφ. 24, σ. 738-88.

[7] Massimo de Angelis, Kοινά, περιφράξεις και κρίσεις (μτφρ.: Σωκράτης Παπάζογλου, Χάρης Τσαβδάρογλου), Εκδόσεις των Ξένων 2012· Silvia Federici, Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα. Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση (μτφρ.: Ίρια Γραμμένου, Λία Γυιόκα, Λουκής Χασιώτης, Παναγιώτης Μπίκας), Εκδόσεις των Ξένων 2011.

[8] Για μια συζήτηση: George Caffentzis, Silvia Federici, «Commons against and beyond capitalism», Community Development Journal 49/S1: i92-i105, 2014 [διαθέσιμο εδώ]. Έχει ενδιαφέρον, τουλάχιστον σημειολογικό, ότι ταυτόσημοι λόγοι, όπως για παράδειγμα η «ανοιχτότητα», μπορεί σε διαφορετικά συμφραζόμενα να αποτελούν ιδανικά αντίθετων κόσμων – άλλο να σημαίνει, λοιπόν, το «άνοιγμα» στα συμφραζόμενα του κοινωνεί, και ακριβώς το αντίθετο στον κόσμου του επιχειρείν, όπου «οpenness» είναι ακριβώς η δυνατότητα υπαγωγής τομέων της κοινωνικής ζωής στη λογική της αγοράς.

[9] Σπύρος Σακελλαρόπουλος-Παναγιώτης Σωτήρης, Εισαγωγή στο: Έλεν Μέικσινς Γουντ, Η αυτοκρατορία του κεφαλαίου (μτφρ.: Αγγελική Βασιλά), ΚΨΜ 2008.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s