ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Το εικοστό συνέδριο του ΚΚΕ, στο τέλος του μήνα, συζητιέται ως «γεγονός» στην Αριστερά. Όχι μόνο γιατί με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα χωρίς επιστροφή, το κόμμα είναι ξανά ο κύριος χώρος υποδοχής, ή έστω σύνδεσης με το κίνημα, για χιλιάδες ανθρώπους που (ευτυχώς) δεν τα παρατούν. Αλλά και γιατί το ίδιο δηλώνει έτοιμο για ένα ποιοτικό άλμα: για τη μετατροπή του σε «κόμμα παντός καιρού», πέρα από «λεγκαλιστικές αυταπάτες» (Θέση 65), εκτιμώντας ότι «αυτό που σήμερα φαίνεται ακίνητο, αμετάβλητο, αύριο μπορεί να αλλάξει ραγδαία». 

Επαναστατική στρατηγική και «εθνικά θέματα»

Ο στόχος να είναι το ΚΚΕ «κόμμα της επαναστατικής ανατροπής [ενώ] δεν δρα σε συνθήκες που ευνοούν την επαναστατική ανατροπή», προκύπτει, διαβάζουμε, από «το βάθεμα της οικονομικής κρίσης και [την] ενδεχόμενη κλιμάκωση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων σε πολεμικές αναμετρήσεις ή ακόμα και σε γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο». Και πράγματι, αυτοί είναι οι παράγοντες που, σε ορατό χρόνο τουλάχιστον, μπορούν να αποσταθεροποιήσουν την αστική εξουσία στην Ελλάδα. Στην περίπτωσή μας, ωστόσο, η εκτίμηση αυτή έχει εντοπισμένο «διά ταύτα»: «Οι περιοχές του Αιγαίου και της Θράκης», εκτιμά το ΚΚΕ, «αποτελούν τα πιθανά πεδία πολεμικής σύγκρουσης ανάμεσα στις αστικές τάξεις των γειτονικών κρατών Ελλάδας και Τουρκίας, με ενδεχόμενη εμπλοκή […] της Αλβανίας και της ΠΓΔΜ, που τα τελευταία χρόνια αναπτύσσουν στενή πολιτική-στρατιωτική συνεργασία με την Τουρκία». Σε μια τέτοια περίπτωση, λοιπόν, η επαναστατική στρατηγική σημαίνει «όχι μόνο να ηττηθεί ο όποιος πιθανός ιμπεριαλιστής εισβολέας […] αλλά να ηττηθεί ολοκληρωτικά και η ίδια η εγχώρια αστική τάξη». Σε ποια στάση δεσμεύει όμως αυτή η γενική αρχή από σήμερα;

Η διευκρίνιση στο κείμενο των Θέσεων δεν απηχεί τίποτα το επαναστατικό: Από τη μια δεν διαβάζουμε τίποτα πέρα από την εκτίμηση περί «ρευστότητας» για την οριακά εμφυλιακή κατάσταση στην Τουρκία, μετά το πραξικόπημα και ενόψει δημοψηφίσματος –τίποτα δηλαδή για τα εσωτερικά μέτωπα και τις ενδοαστικές συγκρούσεις–, ως εάν η τουρκική αστική τάξη να είναι μια συμπαγής πολεμική μηχανή και οι ελληνοτουρκικές αντιπαραθέσεις (όπως και οι πιθανές εκβάσεις τους…) άσχετες με την εκεί κατάσταση. Από την άλλη, το βάρος της ανάλυσης δίνεται σε ό,τι μπορεί να αθροιστεί στην τουρκική απειλή, κάνοντας αυτήν αντικειμενικά πιο επικίνδυνη από την αστική εξουσία στην Ελλάδα: στις «προκλητικές δηλώσεις του Αλβανού πρωθυπουργού»· στην «έγερση αλυτρωτικών συνθημάτων εκ μέρους της ΠΓΔΜ» (καμιά αναφορά στη διετή διαλυτική κρίση και εκεί)· στην «ενίσχυση του αλβανικού εθνικισμού σε βάρος της Ελλάδας».

Αν οι διατυπώσεις περί «προκαλούμενης» Ελλάδας και «προκλητικών» γειτόνων μοιάζουν απλώς του (εθνικού) συρμού, είναι από αυτές που το κείμενο περνά στον κοινό τόπο του ελληνικού εθνικισμού: στη θέση ότι «το Κυπριακό είναι διεθνές πρόβλημα εισβολής και κατοχής του βόρειου τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία». Αν και θέση ξένη με αυτήν της τουρκοκυπριακής και της ελληνοκυπριακής Αριστεράς, όσο και αναντίστοιχη με ό,τι συνέβη στο νησί μεταξύ 1960 και 1974, η θέση αυτή ακούγεται μάλλον ευχάριστα σε μικροαστικά στηρίγματα του κόμματος – με τους όρους του ΚΚΕ, σε «κινήματα δυνάμεων που, από την ίδια την κοινωνική τους θέση, δεν μπορούν να είναι φορείς μιας νέας κοινωνίας».

Δεν είναι η πρώτη φορά που στη συλλογιστική του ΚΚΕ «κυπριακός» λαός είναι στην πραγματικότητα ο ελληνοκυπριακός. Συναντώντας στις αρχές Γενάρη τον Αλέξη Τσίπρα, ο Δημήτρης Κουτσούμπας σημείωνε ότι «η διαπραγμάτευση στην ουσία είναι σήμερα υπονομευμένη πρώτα και κύρια από την τουρκική, την τουρκοκυπριακή ηγεσία», και συνεπώς «απαιτείται η μέγιστη δυνατή επαγρύπνηση και από το λαό της Ελλάδας και από το λαό της Κύπρου»[1]. Υπονομευμένη διαπραγμάτευση σημαίνει λόγος να φεύγει κανείς από τη διαπραγμάτευση· τουρκική δε ή τουρκοκυπριακή Αριστερά σε εκείνη την προσέγγιση, όπως και τώρα στις Θέσεις του ΚΚΕ, είναι σα να μην υπάρχουν.

Η πολιτική ως πόλεμος: «παντός καιρού» αυτόκεντρη ανάπτυξη

Στην κατάσταση που βρίσκονται μετά το 2015 η Αριστερά και το κίνημα, η αντιπαράθεση με το ΚΚΕ, και μάλιστα στα «εθνικά», φαντάζει ίσως πολυτέλεια. Αν όμως η διατύπωση της διαφωνίας έχει αξία, είναι (και) γιατί οι παραχωρήσεις του κόμματος προς τα δεξιά, σε θέματα που το ίδιο αξιολογεί ως μείζονα, είναι αξιοπρόσεχτες, αν τις συγκρίνει κανείς με την πολεμική αδιαλλαξία του απέναντι σε δυνητικούς συμμάχους.

Μήπως είναι υπερβολική η διατύπωση; «Το ΚΚΕ», διαβάζουμε στις Θέσεις, «έχει την ικανότητα να ηγηθεί μεγάλων αγώνων [όμως] εξακολουθούν να βαραίνουν οι διάφορες εχθρικές (αστικές, ρεφορμιστικές, οπορτουνιστικές) απόψεις των αντιπάλων». Η αναγωγή της αντιπαλότητας σε βάρος και εχθρότητα, της αντιπαλότητας όχι μόνο απέναντι στον αστισμό, αλλά και στις απόψεις μέσα στο κίνημα που πολιτογραφούνται αυτόματα «οπορτουνιστικές» (πολιτογράφηση που απαλλάσσει από τον κόπο της συγκεκριμένης ανάλυσης…), δεν είναι απλά λεκτική υπερβολή. Σημαίνει την κατανόηση της επαναστατικής πολιτικής με όρους «φίλου-εχθρού» και μηδενικού αθροίσματος (ό,τι χάνει ο ένας, το κερδίζει ο άλλος)· μια σύλληψη δηλαδή της πολιτικής με όρους στρατιωτικούς, ακόμα κι αν τα πράγματα δεν είναι σήμερα εκεί.

Αυτό το «ο θάνατός σου, η ζωή μου», που δεν είναι του Καρλ Μαρξ, αλλά του Καρλ Σμιτ και της «Έννοιας του Πολιτικού», δεν αφορά στην πράξη τον αστισμό. Χαρακτηρίζει, όμως, τον λόγο και την οπτική του ΚΚΕ απέναντι στις «δυνάμεις που επιδιώκουν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στη ριζοσπαστικοποίηση και συμπόρευση λαϊκών δυνάμεων με το ΚΚΕ». Εξού και η προειδοποίηση για το στήσιμο «νέων αναχωμάτων μετά τον Ιούλη του 2015 από δυνάμεις που αποσχίστηκαν από το ΣΥΡΙΖΑ και συνεργάζονται με άλλες εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις».

Μεριμνώντας για το γενικό συμφέρον της επαναστατικής υπόθεσης, ένα επαναστατικό κόμμα θα έπρεπε να φροντίζει, μαζί με την κοινωνική συμμαχία που επιδιώκει να οργανώσει, και για τις πολιτικές συμμαχίες που θα στήριζαν τη στρατηγική του. Όμως, όπου στις Θέσεις προκύπτει τέτοιο ζήτημα, το ΚΚΕ το ξορκίζει σαν τον διάβολο: Άλλοτε αποκαλύπτοντας «αναχώματα» στην ΛΑΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη «Δικτύωση»  – και  φτάνοντας να αναγορεύει τις «λαθεμένες απόψεις περί ‘ενότητας της αριστεράς’ [και] ‘νέων αντιφασιστικών μετώπων’» σε ύλη της «σύγκρουσης  ανάμεσα στις επαναστατικές δυνάμεις και τις δυνάμεις του ρεφορμισμού» (Θέση 78). Κι άλλοτε υποκαθιστώντας τις πολιτικές με τις κοινωνικές συμμαχίες ή προκαταλαμβάνοντας την κριτική για την προσήλωση στην αυτόκεντρη ανάπτυξη: «το ΠΑΜΕ δεν είναι ‘βραχίονας του ΚΚΕ», ούτε παράταξη του ΚΚΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα» (Θέση 55)· «το ΜΑΣ δεν είναι η παράταξη της ΚΝΕ, δεν είναι μια ταμπέλα που βάζουμε όταν θέλουμε να οργανώσουμε αγώνες στο φοιτητικό κίνημα» (Θέση 61).

Πολιτική της αποκάλυψης: από το «τι να κάνουμε» στο «τι θα γίνει»

Δεν είναι πρωτόγνωρη αυτή η δυσκολία του ΚΚΕ να μεταφράσει το «γενικό», την εκτίμηση για την επαναστατική στρατηγική και τις μακροσκοπικές τάσεις, σε τακτική και στο «συγκεκριμένο». Από το 2001 και το «αντιπαγκοσμιοποιητικό» ως την πρώτη φάση του φοιτητικού κινήματος το 2006, και από τα γεγονότα του 2008 ως τις «πλατείες», ή τη σημερινή διπλή εκφώνηση για το νόμισμα, το πρόβλημα είναι το ίδιο.

Η δυσκολία αυτή περνά και στο κείμενο των Θέσεων, όπου το δημοψήφισμα του 2015 χαρακτηρίζεται «δημοψήφισμα εξαπάτησης και αποπροσανατολισμού του λαού» – ενώ σωστά, νωρίτερα, συνδέεται με «τάσεις αμφισβήτησης της ΕΕ και της ΟΝΕ» (Θέση 30), από την ενίσχυση των οποίων το ΚΚΕ απείχε.

Εδώ όμως γίνεται εμφανές ένα ζήτημα μεθόδου: Όταν η ανάλυση των Θέσεων αφορά τα «ανώδυνα», το πώς εκτιμάται λόγου χάρη η στρατιωτικής ισχύς μιας χώρας (Θέση 8), η συζήτηση πηγαίνει σε βάθος και είναι θαυμάσια: αναφέρονται όλοι οι δυνατοί προσδιορισμοί, και η ανάδειξη της πολλαπλότητάς τους δεν είναι υπόκλιση στην μεταμοντέρνα απροσδιοριστία, αλλά συγκεκριμένη ανάλυση σύνθετων ζητημάτων. Όταν όμως η ανάλυση περνά στα «φλέγοντα», τα ζητήματα προσπερνιούνται είτε με ηθικοπολιτικούς αφορισμούς («αποπροσανατολισμός», «εξαπάτηση», «οπορτουνισμός», «αναχώματα»), είτε δια της σιωπής.

Η πρώτη λοιπόν κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν απλώς φάση στην  «πορεία αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος» – ως εάν η φάση αυτή να μην έχει να μας πει τίποτα που να αφορά την επαναστατική στρατηγική. Αντίστοιχα, το δημοψήφισμα του Ιουλίου ήταν «παρωδία» (Θέση 80) – κι ας αντιμετωπίστηκε με όρους ζωής και θανάτου από τον αστισμό στην Ελλάδα και την Ευρώπη, όπως και από το 63% της ελληνικής κοινωνίας.

Η δυσκολία αυτή είναι αναπόφευκτη, όταν για το ίδιο το καθοδηγητικό όργανο του ΚΚΕ, την Κεντρική του Επιτροπή, το να δρας σε καιρούς που δεν ευνοούν την επαναστατική ανατροπή σημαίνει βασικά να αποκαλύπτεις κινδύνους ενσωμάτωσης και να οχυρώνεσαι προληπτικά. Μόνο λοιπόν στο τμήμα όπου αποτιμάται η δουλειά της, ο αναγνώστης διαβάζει ότι η Κ.Ε. αποκάλυψε «επιτυχώς», «έγκαιρα» ή «πλατιά», ότι «σήκωσε το βάρος» ή «έδωσε τη μάχη της αποκάλυψης» και «αποκάλυψε έγκαιρα» τα πάντα: το χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, τις μεγάλες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, τις συστηματικές προσπάθειες αναμόρφωσης του συστήματος, την κοροϊδία του ΣΥΡΙΖΑ, την προσπάθεια στησίματος αναχωμάτων, τον εγκληματικό ρόλο της Χρυσής Αυγής. Ως εάν η αξία ενός επαναστατικού κόμματος και της θεωρίας του να έγκεινται όχι στην παρέμβαση για να αλλάξει ο πολιτικός συσχετισμός σε μια συγκυρία. Αλλά στη δυνατότητα αποκάλυψης και πρόβλεψης της έκβασής της – στη δυνατότητα, δηλαδή, να προεξοφληθεί η πάλη πριν από την πάλη. Από το «Τι να Κάνουμε», λοιπόν, στο «Τι θα Γίνει».

Επανάσταση ή κόκκινη βιοπολιτική;

Μέχρι οι συνθήκες να ευνοήσουν την επαναστατική ανατροπή, το βλέμμα, οι ιεραρχήσεις και τα καθήκοντα φαίνεται να αφορούν περισσότερο το «προς τα μέσα» – το κίνημα και το κόμμα. Το βλέμμα δε αυτό πέφτει σε κάθε μέλος και στέλεχος του κόμματος ξεχωριστά.

«Τα στελέχη», διαβάζουμε στις Θέσεις, «πρέπει να κρίνονται σε μια κάπως πιο μακρόχρονη περίοδο, κατά την οποία κατακτούν μια πιο ολοκληρωμένη προσωπικότητα ως κομμουνιστές» (η έμφαση δική μου). Πρέπει λοιπόν «να έχει δοκιμαστεί η αντοχή τους σε ανηφόρες και κατηφόρες της ταξικής πάλης, αλλά και ο τρόπος που αντιμετωπίζουν προβλήματα της ζωής, της δουλειάς, της διαπαιδαγώγησης των παιδιών, άλλων έκτακτων προβλημάτων και δυσκολιών […] περισσότερο σήμερα, που έχουν γίνει πιο δύσκολες και σύνθετες οι συνθήκες της ζωής και η κοινωνική ωριμότητα […] διοχετεύεται διαστρεβλωμένη από μια πληθώρα παραγόντων που δεν υπήρχαν σε προηγούμενες δεκαετίες».

Προφανώς, οι αγώνες διαμορφώνουν προσωπικότητες (όχι μία – και ευτυχώς…), κι εξίσου προφανώς, η επιλογή της ένταξης (ή της «στελεχοποίησης») στην κομμουνιστική Αριστερά δεν είναι επιλογή για τον ελεύθερο χρόνο ή την προσωπική ολοκλήρωση· πρέπει, λοιπόν, να υπαγορεύεται από κανόνες και πολιτικά κριτήρια. Το να συμπεριλαμβάνονται, ωστόσο, σε αυτά το πώς τα μέλη ενός κόμματος «αντιμετωπίζουν προβλήματα της ζωής, της δουλειάς, της διαπαιδαγώγησης των παιδιών», ή το να θεωρούνται παράγοντες διαστρέβλωσης της κοινωνικής πείρας όσα «δεν υπήρχαν σε προηγούμενες δεκαετίες» (κι εδώ μπορεί να φανταστεί κανείς από τις επισφαλείς μορφές εργασίας ως τις μακροχρόνιες σπουδές και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης), προϋποθέτει λογικά μέλη ή τμήματα κομματικών οργανώσεων να «βλέπουν» ό,τι άλλοι δεν βλέπουν: να έχουν δηλαδή πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, να τις συγκεντρώνουν, να τις ιεραρχούν και να τις κάνουν μέρος της πολιτικής για την κομματική οικοδόμηση. Αλλά αυτή ακριβώς η απροσδιοριστία ιδιωτικού-προσωπικού / πολιτικού-δημόσιου δεν είναι ένα από τα επιχειρήματα με τα οποία συκοφαντείται διαχρονικά η επαναστατική υπόθεση;

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

________

[1] «Δήλωση του Δ. Κουτσούμπα για το Κυπριακό (VIDEO – ΦΩΤΟ)», 902.gr, 9.1.2017

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s