THE GREAT DYSTOPIA?

Γίνονται και θα γίνουν πολλά φέτος για τα εκατοντάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης – από εκδηλώσεις, εκδόσεις βιβλίων και αφιερώματα, μέχρι εκθέσεις σε μεγάλα μουσεία της Ευρώπης. Αν όμως τα αναμνηστικά της επανάστασης φιλοξενούνται στα πλέον διαφορετικά περιβάλλοντα, τρεις δεκαετίες μετά το ’89 η ίδια παραμένει στη σφαίρα του μυθικού γεγονότος. Τη θυμόμαστε, με αφορμή τώρα τη στρογγυλή επέτειο. Αυτό που αποδεικνύεται κρισιμότερο, ωστόσο, είναι η απόσταση: ότι το ‘17, όπως και οι επαναστάσεις που το διαδέχτηκαν, ακολούθησε την υποτιθέμενη «μοίρα των  μεγάλων οραμάτων», τη διάψευση – έτσι που μια ανάλογη εκκοσμίκευση της «ουτοπίας» φαίνεται σήμερα πιθανή όσο ένα θαύμα. 

Ξεκομμένα από την ανάγκη της επανάστασης, αν τα τόσα επαναστατικά σουβενίρ των ημερών αντιστοιχούν σε κάποια επιθυμία, αυτή μοιάζει περισσότερο με δεοντολογία. Με την πικρή διατύπωση του Ντανιέλ Μπενσαΐντ: «αόριστη ευχή χωρίς δύναμη, πείνα χωρίς όρεξη, νεκρή ευχή και φάντασμα ελευθερίας· μια ερωτική φαντασιοκοπία» (1). 

Μνήμη λοιπόν, αλλά χωρίς επανάσταση. Άλλοτε με τη «νοσταλγική και συντηρητική μορφή της ‘πολιτισμικής κληρονομιάς’»· άλλοτε με τη μορφή ενός συμπονετικού ανθρωπισμού, που τώρα δεν είναι επαναστατικός, αλλά θυματοκεντρικός. Τοποθετημένα στο επίκεντρο της μνήμης «σαν απαραίτητο συμπλήρωμα του φιλελεύθερου αντιολοκληρωτισμού» (2), τα θύματα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, για να θυμόμαστε ότι «για τη νίκη του κακού στον κόσμο ευθύνονται κυρίως όχι οι τυφλοί εκτελεστές του, αλλά οι οραματιστές υπηρέτες του καλού». Αυτό είναι το ένα από τα παραθέματα με τα οποία ξεκινά το Τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου, το βιβλίο της ουκρανής Σβετλάνα Αλεξίεβιτς που το 2015 πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Μέχρι το 1989, η υπεράσπιση της επανάστασης και της σταλινικής αντεπανάστασης (και των δύο, αδιαφοροποίητα…) ήταν αυτονόητη για μια ορισμένη αριστερή σκέψη, γιατί από το 1917 ως το 1945 είχαν νικήσει και οι δύο. Για εκείνη τη σκέψη, οι διαμάχες για τη δικτατορία και τις ελευθερίες, τη σχέση κόμματος και σοβιέτ ή εθνικισμού και διεθνισμού –οι διαμάχες που μας υποχρεώνουν να μιλάμε σήμερα στον πληθυντικό, για μαρξισμούς και κομμουνισμούς–, ήταν σα να μην υπήρξαν. Σε αντιστροφή εκείνης της μονολιθικότητας, το μείζον τώρα είναι η υπεράσπιση των θυμάτων. Όχι για να πούμε την ιστορία των νικημένων, όπως προέτρεπε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν: ο κόσμος που εγκαινίασε το 1989 βρίσκεται στον αντίποδα του δικού του επαναστατικού μεσσιανισμού. Είναι «ένας κόσμος χωρίς ουτοπίες», γράφει ο Έντζο Τραβέρσο – ελλείψει ορίζοντα, λοιπόν, «στρέφει αναπόφευκτα το βλέμμα του στο παρελθόν». Στο παρελθόν μιας αυταπάτης, θα ‘λεγαν φιλελεύθεροι ιστορικοί όπως ο Φυρέ, προσθέτοντας ότι «είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε στον κόσμο στον οποίο ζούμε». 

***

Πηγαίνοντας να δω το «The Great Utopia», το ντοκιμαντέρ του Φώτου Λαμπρινού για το ρωσικό 1917-1934, ευχόμουν κάποιες από τις σκέψεις αυτές να ήταν και δικές του – να μην είναι, δηλαδή, η ταινία μια μυθολογία της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η αίσθηση που μου άφησε ωστόσο, ήδη από το πρώτο τέταρτο, ήταν για το ακριβώς αντίθετο: απαλλαγμένος από την ιδεολογική υποχρέωση να σκηνοθετήσει μια αγιογραφία, ο Λαμπρινός προτίμησε μάλλον το άλλο άκρο. 

Στα oγδόντα πέντε λεπτά του ντοκιμαντέρ είδα να παρελαύνουν στατιστικές με νεκρούς – κι ας επέμεινε ο σκηνοθέτης στο τέλος της προβολής ότι δεν θέλησε να κάνει τον ιστορικό. Είδα σκελετωμένα ανθρώπινα σώματα, σα να έλειπαν άλλα μέσα για να αποτυπωθεί το μήνυμα – και σαν το θέμα να ήταν η πρόκληση του σοκ. Είδα εκτελέσεις αντιφρονούντων να δίνουν τη σκυτάλη σε μαρτυρίες επιζώντων που δήλωναν στην κάμερα πως οι μπολσεβίκοι «ήθελαν να μας πεινάσουν». Κοντολογίς, είδα μια ατέλειωτη βαναυσότητα και σκοτεινιά: ένα δυστοπικό σκηνικό, αναντίστοιχο με τον τίτλο της ταινίας – τόσο που, όταν η αφήγηση έφτασε στα 1924, έμεινα με την απορία προς τι το «εθνικό πένθος» για το οποίο μιλά ο Λαμπρινός, αναφερόμενος στο θάνατο του Λένιν. Με την εξαίρεση του «καλού» Φλεβάρη του ’17, που ξεκίνησε από μια κινητοποίηση γυναικών, μόνες σχεδόν φωτεινές στιγμές στην ταινία (και μιλάμε για την περίοδο ως το 1934…) ήταν η πολιτιστική ανθοφορία της εποχής, η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού και η Νέα Οικονομική Πολιτική. Η ΝΕΠ παρουσιάζεται στην ταινία ως δικαίωση της ουτοπίας, το δε ελεύθερο εμπόριο, που απαιτούσαν οι αγρότες από την επανάσταση, ως συνώνυμο θεμελιωδών πολιτικών δικαιωμάτων, όπως λόγου χάρη η ελευθερία του Τύπου.

Όσο κι αν  δουλειά των σκηνοθετών δεν είναι να κάνουν ιστορία, ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ αναμετριέται αναπόφευκτα με αυτήν – εξού και ο Λαμπρινός παρουσίασε τον ιστορικό Αντρέα Γκρατσιόζι ως σύμβουλο της παραγωγής για ιστορικά θέματα. Ως τώρα δεν είχα καν ακουστά τη δουλειά του Γκρατσιόζι, που στα νιάτα του (και προς τιμή του) βρέθηκε στις γραμμές της ακροαριστερής Λότα Κοντίνουα. Ψάχνοντας λοιπόν κείμενά του για την περίοδο που αφορά το ντοκιμαντέρ, είδα ότι πρόκειται για έναν από τους υπερασπιστές των «νέων ερμηνειών» – της άποψης περί «γενοκτονίας» της Ουκρανίας από τους μπολσεβίκους, της ίδιας δηλαδή που υποστηρίζουν οι Στεφάν Κουρτουά και Νικολά Βερτ, συγγραφείς της Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού. Ο Γκρατσιόζι εξηγεί ότι δεν χρησιμοποιεί για τις γενοκτονίες τον αυστηρό ορισμό του ΟΗΕ και πως, σε κάθε περίπτωση, δεν θεωρεί πως στην Ουκρανία είχαμε μια Τελική Λύση σαν τη ναζιστική. Τα στοιχεία που παραθέτει, ωστόσο, για να τεκμηριώσει τη θέση ότι ο λιμός προκάλεσε περισσότερους νεκρούς από τις σταλινικές εκκαθαρίσεις του 1937-’38, στηρίζονται στον αμερικανό Ρόμπερτ Κόνκουεστ, ιστορικό που ακόμα και ο Βερτ απορρίπτει ως υπερβολικό (3). Με τα επιστημονικά εχέγγυα του Γκρατσιόζι, όμως, η πτωματολογία του «υπερβολικού» Κόνκουεστ περνά και στο ντοκιμαντέρ του Λαμπρινού, εξού και η πτωματομετρία που προανέφερα.

«Το ιερατείο του Κόμματος αντικατέστησε το θρησκευτικό ιερατείο της ρωσικής Εκκλησίας», ισχυρίζεται ο αφηγητής σκηνοθέτης. Όμως αυτό προσάπτει και ο (μαρξιστής στα νιάτα του) Φυρέ στη γαλλική Επανάσταση της τρομοκρατικής περιόδου, την οποία θεωρεί προπομπό του λενινιστικού «ολοκληρωτισμού» – ενοχοποιώντας γι’ αυτήν τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού ως «αναγγελία θρησκευτικού τύπου με εκκοσμικευμένο τρόπο». Αν η ιδεολογία ήταν πράγματι στις δύο περιπτώσεις το κρίσιμο, πώς εξηγείται αυτό; Γιατί το να αναζητηθούν οι αιτίες στην ίδια την ιδεολογία –στην πίστη του Σαιν-Ζυστ στην Λογική, ή στον μαρξισμό του Λένιν–, το αφήνει προφανώς ανεξήγητο. 

***

«Οι ‘κοσμικές θρησκείες’ των γιακωβίνων και των μπολσεβίκων», λέει ο Τραβέρσο, «συγκρούστηκαν με τη παραδοσιακή θρησκεία της αντεπανάστασης». Αν δεν υπολογιστεί αυτή η «συμβιωτική» σχέση επαναστατών-αντεπαναστατών, επιβαρυμένη στη Ρωσία από την απανθρωποποίηση που έδινε τον τόνο στην πολιτική, έπειτα από τόσους πολέμους και νεκρούς μετά το 1905. Αν δεν υπολογιστούν τα όρια των φιλελεύθερων θεσμών, και πρώτα του κοινοβουλευτισμού, σε μια χώρα αναγκασμένη να ξεχρεώνει ξένους πιστωτές (όρια που επισήμανε με οξυδέρκεια ο επονομαζόμενος «Μαρξ της αστικής τάξης», ο Μαξ Βέμπερ, ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα (4)). Κι αν τέλος δεν ληφθούν υπόψη ο διεθνής αποκλεισμός της Ρωσίας ήδη την επαύριο του ’17 – κυρίως όμως η επιταχυνόμενη κοινωνική πόλωση (ο επαναστατικός αναβρασμός στην καπιταλιστική Πετρούπολη και την Μόσχα αφενός, οι αντεπαναστατικές εξεγέρσεις σε μια χώρα αγροτική κατά 80%, αφετέρου), είναι απλά αδύνατο να κατανοηθεί οτιδήποτε: τόσο η επανάσταση, όσο και οι πολλαπλές εκτροπές της: Γιατί το ’17 «δεν άνοιξε μύτη» σχεδόν στη Μόσχα και την Πετρούπολη· γιατί η κατανομή των ψήφων στην πόλη ήταν υπέρ των μπολσεβίκων, ενώ στην ύπαιθρο υπέρ μενσεβίκων και εσέρων, στις εκλογές για τη Συντακτική (άρα και προς τι η διάλυση αυτής της τελευταίας, που απέβη εξαιρετικά κρίσιμη)· γιατί, τέλος, ο πολεμικός κομμουνισμός και η αυτονόμηση της κρατικής τρομοκρατίας, εξαιτίας (και) της οποίας η Ουκρανία έγινε τη δεκαετία του ‘30 το αντίστοιχο της Βανδέας του 1793 (5).

***

Οι ταινίες δεν κάνουν, ούτε πρέπει να κάνουν, ιστορία· επιδρούν, όμως, στο φαντασιακό – άρα και στο πώς σκεφτόμαστε την ιστορία. Από αυτή τη σκοπιά, ο Λαμπρινός μιλά για τον Οκτώβρη σα να μίλαγε για τη γαλλική επανάσταση από τη σκοπιά της Βανδέας. Μολονότι προσφεύγει στον Μπένγιαμιν, υποτιμά τον αφορισμό του πως «η ταξική πάλη είναι αγώνας για τα χοντροκομμένα και υλικά πράγματα, δίχως τα οποία δεν υπάρχει τίποτα το εκλεπτυσμένο και το πνευματικό». Αφήνοντας τα πολιτικά διλήμματα σε δεύτερο πλάνο («αν η επανάσταση των μπολσεβίκων δεν είχε πάρει την εξουσία», γράφει ο Σερζ στις Αναμνήσεις, «θα την είχε πάρει σίγουρα η συνωμοσία των παλιών στρατηγών με τη στήριξη της οργάνωσης των αξιωματικών»), δίνει την εντύπωση πως οι μπολσεβίκοι είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στο Καλό και το Κακό – και για κάποιο περίεργο λόγο διάλεξαν το δεύτερο. 

Δεν αμφιβάλλω για την πρόθεση του Λαμπρινού να διασώσει την ουτοπία – ως οφειλή στην οικογενειακή ιστορία και την προσωπική διαδρομή. Νομίζω όμως ότι στο «Great Utopia» σκέφτεται την επανάσταση σαν δίκαιη υπόθεση όταν αυτή διεκδικεί την πολιτική ελευθερία – αλλά σαν ξεφτισμένη, όταν γίνεται πόλεμος για την ισότητα, κι από τον κόσμο της ιδεολογίας περνά στην πράξη. Κρατώντας ό,τι ενδιαφέρον έχει να μας πει η ταινία, ας κρατήσουμε πως, σε αντίθεση με τους ουτοπικούς σοσιαλιστές, η επανάσταση στον Μαρξ δεν ήταν ένας βέβαιος δρόμος για την ουτοπία. Περισσότερο από επιθυμία ή βεβαιότητα, χρειάστηκε πάντα να σταθμίζει απώλειες και ανάγκες. Είναι δε πιθανό κάτι τέτοιο να ξαναχρειαστεί.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο alterthess. Φωτογραφία: Οι επικεφαλής των Σοβιέτ γιορτάζουν στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας τη δεύτερη επέτειο της επανάστασης, στις 7 Νοεμβρίου 1919 (πηγή: Commons Wikimedia) 

__________________________

Σημειώσεις

(1) Έντζο Τραβέρσο, Η ιστορία ως πεδίο μάχης (μτφρ. Νίκος Κούρκουλος), Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου 2016.

(2) Daniel Bensaїd, «Revolutions: Great and Still and Silent», στο Mike Haynes and Jim Wolfreys (eds.), History and Revolution: Refuting Revisionism, Verso 2007.

(3) Θανάσης Γκιούρας, «Ο Max Weber και η ρώσικη επανάσταση του 1905», Ουτοπία, τ. 77, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2007 [Διαθέσιμο εδώ: http://pandemos.panteion.gr/index.php?lang=el&op=record&type=&q=&page=0&….

(4) Andrea Graziosi, «The Soviet 1931–1933 Famines and the Ukrainian Holodomor: Is a New Interpretation Possible, and What Would Its Consequences Be?», Harvard Ukrainian Studies, Vol. 27, No. ¼, 2004-2005, pp. 97-115 [Διαθέσιμο εδώ: https://www.iris.unina.it/retrieve/handle/11588/335138/3891/GraziosiFami…. Βλ. επίσης Ο Ιός, «Η κατάμαυρη Βίβλος του Κομμουνισμού» Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 10.11.2001

(5) Βλ. σχετικά: Β. Ι. Λένιν, «Οι εκλογές για την συνταχτική συνέλευση και η δικτατορία του προλεταριάτου», στο Για την σοσιαλιστική οικοδόμηση. Κείμενα 1917-1923, Α/συνέχεια, 1990· Arno Mayer «Peasant war in Russia», στο The Furies, Princeton University Press, 1999.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s