ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ Ή ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΦΑΣΗ ΣΤΟΝ «ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ»; [1]

Οι πρώην κομμουνιστές παίζουν ακόμα τον ρόλο τους κατά βάση ως ειδικοί, καλούμενοι από την ελεύθερη κοινωνία να βοηθήσουν στη μάχη κατά του ολοκληρωτισμού, γιατί υποτίθεται ότι ξέρουν καλύτερα τα μέσα του εχθρού – συνεπώς είναι οι πλέον αρμόδιοι για το σχεδιασμό των μέσων με τα οποία αυτός θα εξουδετερωθεί.

Χάνα Άρεντ, «The Ex-Communists», Εssays in Understanding 1930-1954

 

Δύομιση δεκαετίες σχεδόν, ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι από τους πλέον «εντατικούς» της δημόσιας γραφής: ένας διανοούμενος διαρκώς μέσα στο «βλέμμα» – άλλοτε ως ποιητής και πεζογράφος, άλλοτε ως δοκιμιογράφος και σχολιαστής: στη Νέα Εστία, τον Λεβιάθαν, τον Πολίτη και το Νέο Πλανόδιον· στην Αυγή, την Εποχή και το RedNotebook, παλιότερα· πιο τακτικά, τα τελευταία χρόνια, στο Βήμα, το Books’ Journal και την lifo. Γνωρίζοντάς τον ως τον πιο οξυδερκή κριτικό των «νέων φιλελεύθερων» –του χώρου που συνηθίσαμε να λέμε «ακραίο Κέντρο»–, παρακολουθώντας τον με αμφιθυμία στη συνέχεια, στο έργο της «αισθηματικής αγωγής» του αριστερού ριζοσπαστισμού· και βρίσκοντάς τον πια σε εγχειρήματα μάλλον αμφιλεγόμενα (στον πρόλογο, ας πούμε, του λογοπαιγνιώδους Ο έρωτας στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ), διάβασα με ενδιαφέρον το τελευταίο του βιβλίο, τα Φαντάσματα του καιρού μας – μια συλλογή πολιτικών δοκιμίων που, όπως εξηγεί ο ίδιος, «είναι καρπός μιας διαδικασίας μετατοπίσεων στην πολιτική διάγνωση της ελληνικής κρίσης».

Καλοί και κακοί πόλεμοι

Κυβερνώσα ή αντιπολιτευόμενη, η Αριστερά στις διάφορες εκδοχές της δεν (μπορεί να) είναι εκτός κριτικής· δεν έχει, θέλω να πω, το ακαταλόγιστο. Όπως, όμως, η επιλογή της μεθόδου για έναν ερευνητή είναι η στιγμή που ο ίδιος λειτουργεί ως φιλόσοφος (Τ. Κουν), έτσι και η ιεράρχηση στόχων για τη φιλοσοφική κριτική –η επιλογή, εν προκειμένω, του Σεβαστάκη, να αναμετρηθεί με όλες ανεξαιρέτως τις εκδοχές της Αριστεράς, στο τοπίο μετά το 2015–, είναι η στιγμή που ο φιλόσοφος λειτουργεί ως πολιτικός. Τουλάχιστον για μια ορισμένη παράδοση, από την άλλη, η κριτική προϋποθέτει τη σύλληψη ενός καλύτερου κόσμου· στο βιβλίο, αντίθετα, το ζητούμενο φαίνεται να είναι μάλλον μια καλύτερη κριτική. Με μια παλιότερη ορολογία του συγγραφέα[2], η έμφαση δίνεται περισσότερο «στη ρηχότητα του κόσμου [της Αριστεράς], παρά στην κοινωνική αδικία».

Στα Φαντάσματα, λοιπόν, ο Σεβαστάκης μιλά σε πρώτο πληθυντικό –σκιαγραφεί ένα «δικό μας εμείς» (σ. 46)–, και η κοινότητα ιδεών που προσκαλεί ορίζεται σε πρώτο χρόνο αρνητικά: απέναντι σε «όσους θεωρούν πως με τον όρο-ετικέτα ‘νεοφιλελευθερισμός’ εξαντλούν όλα τα δεινά της πολιτικής» (σ. 79)· απέναντι στον «δημοκρατισμό» της Αριστεράς και τον ηθικολογικό αντισυστημισμό· ενάντια στην «ολοκληρωτική λενινιστική προαναγγελία και τη σταλινική πραγμάτωση»· απέναντι, τελικά, στο «εθνορομαντικό αντιμνημόνιο», τον αριστερίστικο αντιιμπεριαλισμό και τον «antifa» δικαιωματισμό. Ιδίως ο τελευταίος αντιμετωπίζεται περίπου ως δούρειος ίππος του αριστερού ολοκληρωτισμού – μια «προβιά» για την αύξηση της επιρροής του, όπως ο ιστορικός αντιφασισμός για τον αναθεωρητή γάλλο ιστορικό Φρανσουά Φυρέ, στο Παρελθόν μιας αυταπάτης.

Υπάρχει, ωστόσο, και ένας θετικός προσδιορισμός του εμείς: είναι το nous sommes en guerre, του προέδρου Ολάντ, την επαύριο των αιματηρών τζιχαντιστικών επιθέσεων στη Γαλλία. Το «εμείς» της συμμετοχής σε έναν πόλεμο «στην αναπόδραστη αναγκαιότητά του» – έναν πόλεμο που διεξάγουν οι δημοκρατίες «που αμύνονται» στην «ισλαμιστική πρόκληση» (σ. 39-46). Αυτό (πρέπει να) είναι, για τον Σεβαστάκη, το περιεχόμενο ενός σημερινού αντιφασισμού.

Πολιτισμικός vs πολιτικού δυϊσμού

Ο ίδιος γνωρίζει καλά τις εντάσεις ανάμεσα στην πολιτισμική και την  κοινωνική κριτική – κι ακόμα περισσότερο, ξέρει ότι η επιλογή λεξιλογίου δεν είναι δίχως πολιτικές συνέπειες ή, έστω, διακινδύνευση. Παρ’ όλα αυτά, υιοθετεί την ορολογία του πολέμου και της μάχης –το «εμείς εναντίον αυτών»–, υποστηρίζοντας πως η απειλή που εκπροσωπεί το ριζοσπαστικό Ισλάμ αφορά ένα ευγενές πολιτισμικό ιδεώδες, όπως ο δυτικός πλουραλισμός. Κάπως έτσι, το ριζοσπαστικό Ισλάμ ταυτίζεται με τον τζιχαντισμό – κι ας έχει προκαλέσει αυτός ο τελευταίος εκατόμβες θυμάτων πρώτα απ’ όλα μέσα στο ίδιο το Ισλάμ.

Την ίδια στιγμή, όταν ζητούμενο, όπως λέει ο συγγραφέας, είναι η διάσωση «μιας έννοιας προοδευτικής πολιτικής», τότε το «εμείς εναντίον αυτών», ο πολιτικός δυισμός, απορρίπτεται ως συνώνυμο της «αρχής της διαίρεσης» που χαρακτηρίζει τον λενινισμό: ένα τεκμήριο Νοσταλγίας του Απόλυτου – ένας δρόμος, δηλαδή, που διχάζει, συρρικνώνοντας την πολυπλοκότητα της πολιτικής και οδηγώντας στον αυταρχισμό. Δεν ξέρω ποιον Λένιν έχει ο Σεβαστάκης κατά νου[3]. Η πολιτική στράτευση πάντως, έτσι, ταυτίζεται με μια καρικατούρα: γίνεται σήμα κατατεθέν του φανατισμού και της ροπής στον ολοκληρωτισμό.

Καλώντας σε μια «μάχη εναντίον του ισλαμισμού», και όχι «του τζιχαντισμού», ο Σεβαστάκης αποκλείει από τη μάχη αυτή την ταυτοτική Δεξιά και την Ακροδεξιά· ευτυχώς δε, ο ίδιος αρνείται την «εξαγωγή» της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ανατολή, σε αντίθεση με φιλελεύθερους διανοούμενους, όπως στη Γαλλία ο κύκλος του περιοδικού Le Meilleur des Mondes. Αναφερόμενος, όμως, στο γαλλικό καθεστώς έκτακτης ανάγκης, μιλά για «δημοκρατίες που αμύνονται και, φυσικά, υποπίπτουν σε λάθη» (σ. 42). Ειρωνεύεται, έτσι, «τα ενοχικά σύνδρομα του τριτοκοσμισμού» και την καταγγελία, από την Αριστερά, του γαλλικού συνδρόμου της αποικιοκρατίας, την «επιθυμία να είσαι ένοχος» – απηχώντας εδώ την κριτική στην αριστερή κριτική (ή στην καρικατούρα της…) που επιχειρεί ο Ανδρέας Πανταζόπουλος, προσφεύγοντας με τη σειρά του για τον ίδιο σκοπό στον Ταγκιέφ[4].

Όπως οι Ταγκιέφ και Πανταζόπουλος, ο Σεβαστάκης βλέπει με κατανόηση τις πολεμικές εκκλήσεις και τα «λάθη» των «δημοκρατιών», δηλαδή των κρατών: Επιεικής, όταν το θέμα είναι η υπεράσπιση της Δύσης ως εξόδου «από τη θεοκρατία, την απολυταρχία και τις ηθικές της υποταγής»· ειρωνικός όμως, όταν οι «πολεμικές εκκλήσεις» αφορούν την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Στη λογική του, οι εκκλήσεις αυτές είναι φαντασιώσεις εξόδου από κάποια ανωμαλία (σ. 12) – ως εάν η γελοιοποίηση του κοινοβουλευτισμού και της συνταγματικής τάξης, το «Mπαλτάκος-gate» στα χρόνια των μνημονίων ή το καθεστώς ομηρίας που έχει επιβληθεί στη δημοτική αρχή της Νέας Φιλαδέλφειας, να είναι της αριστερής (ολοκληρωτικής) φαντασίας.

Κακόν πράγμα, στη συλλογιστική του συγγραφέα, η «ψύχρανση του συναισθήματος» που προξενεί μια υπερπολιτική-υπερθεωρητική σκέψη – κακό, δηλαδή, όταν η σκέψη αυτή μπορεί να προσαφθεί στον ηττημένο από χρόνια σοβιετικό μαρξισμό, τον «ολοκληρωτισμό της Αριστεράς». Εξίσου επικριτέες, όμως, για τον Σεβαστάκη και οι «λυρικές αιρέσεις του ‘68» ή ο «ισχνός ορθολογικός λόγος στην κουλτούρα της Αγανάκτησης»· κι επίσης προβληματικός ο «ακραίος συναισθηματικός δημοκρατισμός», για τον οποίο ο ίδιος μέμφεται τον ΣΥΡΙΖΑ – κι ας έχει αποκηρύξει ο τελευταίος, διόλου συναισθηματικά, τις «αυταπάτες» και το «αριστεροχώρι», όπως το θέτει ο Αλέξης Τσίπρας.

Από την επινόηση ενός Κέντρου στον «αιρετικό» κομφορμισμό

Ανάμεσα στα τόσα «ούτε-ούτε» του βιβλίου, βασική μέριμνα του συγγραφέα είναι να περιγράψει μια θέση πολιτικής μετριοπάθειας: πέρα από τον αντι-ρεπουμπλικανισμό της Αριστεράς, αλλά και ενάντια στους δεξιούς λαϊκισμούς. Έναν πραγματισμό, στον αντίποδα τόσο του αντι-νεοφιλελευθερισμού, όσο και του αντιλαϊκισμού· μια θέση, εντέλει, έξω από το «λενινιστικό μίσος στις μετριοπαθείς δυνάμεις», απέναντι όμως και στις εθνορομαντικές ιδεοληψίες. Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, υπάρχουν δύο προβλήματα που θέτουν όρια στο εγχείρημα αυτό.

Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι, θέλοντας να διασώσει αποχρώσεις –και τελικά έναν ιδεολογικοπολιτικό χώρο «ανάμεσα»–, ο ίδιος ιεραρχεί ως μείζον ζήτημα τους λόγους, αδιαφορώντας για τα αναφερόμενα: το θέμα για τον Σεβαστάκη είναι περισσότερο τι λέει η Αριστερά γι’ αυτό που γίνεται, π.χ. για τις σχέσεις «μητρόπολης-περιφέρειας» – όχι όμως ποιες είναι πραγματικά οι σχέσεις εξουσίας Δύσης-Νότου. Στην προσπάθεια, έτσι, να μην υποστασιοποιείται η Δύση, ως συμπαγής ταυτότητα συνώνυμη όλων των πολιτικών δεινών, το αποτέλεσμα είναι απλώς η ρευστοποίηση των σχέσεων εξουσίας: αυτός που μιλά είναι, για έναν παράξενο λόγο, πιο «εξουσία» από αυτόν που πράττει.

Στην ίδια λογική, το μείζον για τον Σεβαστάκη είναι η απενοχοποιημένη κήρυξη του πολέμου στο αντιδιαφωτιστικό ριζοσπαστικό Ισλάμ· ότι η θέση αυτή καταβαράθρωσε τον Ολάντ και ενίσχυσε την Λεπέν, παραμένει από ανεξήγητο έως αδιάφορο. Το κύριο, τέλος, είναι η ροπή της Αριστεράς στα «εμφύλια πάθη», που θεωρείται δείγμα της καθήλωσής της στην Ιστορία· η άνοδος των πάσης φύσεως ακροδεξιών είναι το δευτερεύον – η δε υπερπροβολή, οι στόχοι και το ηθικοπολιτικό περιεχόμενο του μετα-αναθεωρητικού ιστοριογραφικού ρεύματος, ανάξια λόγου.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η αναζητούμενη θέση «κάπου στη μέση» υπονομεύεται στο βιβλίο με πολλούς τρόπους, ώστε η ζυγαριά στις συμμετρικές αρνήσεις («ούτε…ούτε») να πέφτει τελικά στην πλευρά της Αριστεράς. Ένας τρόπος που συμβαίνει αυτό είναι η έμφαση της κριτικής στους «επηρμένους και φαντασμένους αντικαπιταλισμούς» (σ. 115) – και, την ίδια στιγμή, στην «πολύ παλαιά ιδέα της δημοκρατίας του μικρού ιδιοκτήτη». Αν όμως δεν είναι ούτε αντικαπιταλιστική (γιατί αυτό για τον Σεβαστάκη είναι «ριζοσπαστική μεγαλομανία»), ούτε «λαϊκομετωπική» (γιατί αυτό είναι φιλομικροαστισμός), ούτε και «δικαιωματοκρατική» (γιατί τότε φλερτάρει με την επιλεκτική ευαισθησία του αριστερισμού για τα δικαιώματα), τότε η θέση που προβλέπεται για την Αριστερά είναι αυτή του «διορθωτή των υπερβολών» της ελεύθερης αγοράς. Αυτός όμως δεν είναι ο ρόλος στον οποίο απέτυχε κάθε γνωστή φόρμουλα «προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού»;

Το ίδιο πρόβλημα δημιουργεί η ανιστορικότητα της κριτικής του: η αποθέωση του «Κόμματος», χαρακτηριστική για τον Σεβαστάκη ποιότητα του «αριστερού ολοκληρωτισμού», παρουσιάζεται σαν ένα είδος έμφυτης στον κομμουνισμό προδιάθεσης, αποσυνδέεται δηλαδή από τα συμφραζόμενα των καθεστώτων έκτακτης ανάγκης (ιδιώνυμων, κατοχικών, εμφυλιοπολεμικών και «ψυχρών» εμφύλιων) – έξω από τα οποία ωστόσο είναι ακατανόητη, στην παλιά ή τη σημερινή αναχρονιστική εκδοχή της. Στην ίδια οπτική, ο στρατοπεδικός εγκλεισμός είναι περισσότερο το παρελθόν και το δυνητικό μέλλον του «αριστερού ολοκληρωτισμού» – έτσι που τα σημερινά στρατόπεδα κράτησης προσφύγων και μεταναστών αναβαθμίζονται στο βιβλίο σε «κέντρα φύλαξης» (σ. 58).

Το κυριότερο: Ο Σεβαστάκης καταφεύγει στους Μπέρναμ, Ρίτσι και Σερζ, μεταξύ άλλων, για να επικαιροποιήσει ένα επιχείρημα κατά του «αριστερού ολοκληρωτισμού» – χωρίς να ασχολείται με ό,τι λένε αυτοί για την «τομή» μεταξύ Λένιν και Στάλιν και τις (εκμεταλλευτικές) οικονομικές σχέσεις, «εποικοδόμημα» των οποίων ήταν ο σταλινικός πολιτικός αυταρχισμός[4]. Η κριτική του, ωστόσο, στη σημερινή Αριστερά είναι στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο Σεβαστάκης της προσάπτει ότι απωθεί, όχι την πολιτική οικονομία (όπως καταλόγιζε ο Σερζ στους αναρχικούς), αλλά τα «οικονομικά». Όμως αυτός ο δήθεν ουδέτερος όρος για να συζητηθούν σχέσεις οικονομικής ισχύος απηχεί μια πολύ συγκεκριμένη σύλληψη της οικονομίας: τη νεοκλασική. Αυτή είναι που βλέπει τα «οικονομικά» ως αντικειμενική και αναπόδραστη, εξωιστορική και εξωκοινωνική πραγματικότητα, που επιβάλλεται ως φυσικός νόμος[5]. Με την προσφυγή στον όρο αυτό, κάνοντας τελικά μέτρο του πραγματισμού της τον οικονομικό φιλελευθερισμό, η φιλελεύθερη κριτική που προτείνει ο Σεβαστάκης γίνεται απλώς καλλιεπής υπεράσπιση της ηθικής του δανειστή: μια απολογία του υπάρχοντος πολύ κοντινή στο «μαζί τα φάγαμε». Μη λαμβάνοντας υπόψη, υποτίθεται, τα «οικονομικά», παραγνωρίζοντας δηλαδή την «οικονομική χρεοκοπία» της χώρας, όπως της προσάπτει (και) ο Σεβαστάκης, η Αριστερά αποδεικνύει την περιφρόνησή της για την πολυπλοκότητα της πολιτικής: την καθήλωσή της στην αρχή της επιθυμίας. Αλλά αν ύστατό όριο της φιλοσοφικής και της πολιτικής κριτικής είναι τα «οικονομικά», αν αυτό που φαίνεται ή που λέει ο Ντάισελμπλουμ είναι αυτό που αντικειμενικά ισχύει, τι χρειαζόμαστε άραγε τη φιλοσοφία και την πολιτική;

Η φιλελεύθερη στράτευση στη μη στράτευση: όρος ή όριο για την κριτική;

Παραφράζοντας μια παλιότερη παρατήρηση του Ερίκ Φασέν για τον Ταγκιέφ, ως ένα σημείο, η κριτική του Σεβαστάκη στην Αριστερά, και η σχέση εγγύτητας-απόστασης με τον φιλελευθερισμό που υπερασπιζόταν –η «αντιολοκληρωτική», ας πούμε, άρνηση του «δεσποτισμού του απόλυτου»–, είχε ως στόχο τη θωράκιση του αριστερού επιχειρήματος: την υπεράσπισή του με πειστικότερους όρους απέναντι σε «αυτό το ‘πράγμα’ το οποίο μας απευθύνεται σήμερα ως φιλελευθερισμός, ως γραμματική της ορθολογικής διακυβέρνησης, ως πολιτικοοικονομικός κοινός τόπος [και το οποίο] θέλουμε και έχουμε λόγους να αλλάξουμε»[6]. Η θέση υπέρ της εγγύτητας με τον φιλελευθερισμό, τώρα, βλέπει στον πολιτικό φιλελευθερισμό, στην άρνηση γενικότερα της στράτευσης σε «συνολικά» σχέδια, έναν αναγκαίο όρο για τη διανοητική ελευθερία: η μη στράτευση είναι προϋπόθεση, στην πραγματικότητα, για κάθε δυνατότητα κριτικής. Είναι όμως έτσι;

Το ζήτημα, στην τωρινή εκδοχή του επιχειρήματος, δεν είναι μόνο πώς θα διασωθεί η (πράγματι αναγκαία) ελευθεροφροσύνη. Το μείζον είναι ο εξορκισμός των ιδεολογικών «πολέμων της καθημερινότητας», που χρεώνονται (αναπόδεικτα) στην Αριστερά – και που θεωρείται ότι εμποδίζουν την αταραξία των «χαμηλών πτήσεων». Αυτή η κατεύθυνση της κριτικής αντλεί από τις μαρτυρίες για τα καθεστώτα του «υπαρκτού», τις οποίες ο Σεβαστάκης εύλογα επισημαίνει ως κείμενα μεγάλης παιδευτικής αξίας. Τι ξορκίζει λοιπόν ο ίδιος, προειδοποιώντας ότι η Αριστερά κάνει σήμερα τα πάντα πολιτική και πόλεμο, το εξηγεί η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς:

Έψαξα να βρω εκείνους που ρίζωσαν μέχρι θανάτου στην ιδέα, που την άφησαν να διεισδύσει μέσα τους και δεν ξεκόλλησαν απ’ αυτήν. Το κράτος αντικατέστησε τα πάντα γι’ αυτούς ακόμα και την ίδια τους τη ζωή. Δεν μπόρεσαν να βγουν απ’ τη δοξασμένη ιστορία, να αποδεσμευτούν απ’ αυτή αποχαιρετώντας τη, να ευτυχήσουν και με άλλον τρόπο. Να βουτήξουν… να πέσουν με τα μούτρα σε μια ύπαρξη ιδιωτική, όπως γίνεται σήμερα που δοξάζεται ως μεγάλο το μικρό. Που ο άνθρωπος θέλει να ζήσει, χωρίς μεγάλες ιδέες. Τέτοιο πράγμα στη ζωή του Ρώσου δεν υπήρξε ποτέ […] Δε ζήσαμε ποτέ διαφορετικά. Εξού και η πολεμική ψυχολογία[7].

Τι σχέση έχουν όμως αυτά με εμάς σήμερα; Θέλω να πω, η ενοχοποίηση της ελληνικής ή της ευρωπαϊκής Αριστεράς με βάση όσα μαρτυρούν διανοούμενοι όπως η Αλεξίεβιτς, για τους «πολέμους» που δεν μας αφήνουν να ζήσουμε (ο σκεπτικισμός, ειδικότερα, του Σεβαστάκη για τη «γλώσσα των συμφερόντων» ή τη «θρησκευτική» ηθική του πολιτικού καθήκοντος), έχουν νόημα σήμερα μόνο αν η Ελλάδα είναι στ’ αλήθεια «η τελευταία σοβιετική χώρα στον κόσμο», όπως ισχυρίζονται διανοούμενοι του «ακραίου Κέντρου» γύρω από τον ΔΟΛ ή το Συγκρότημα Αλαφούζου. Αξιοποιώντας μαρτυρίες που στην εποχή τους ήταν αντιστασιακές πράξεις κατά του εκφυλισμού της επανάστασης, το δικό μας «ακραίο Κέντρο» υποδέχεται σήμερα τον Σεβαστάκη ως τον άνθρωπο που γύρισε σώος από το ιδεολογικό γκουλάγκ του αριστερού ριζοσπαστισμού. Από αυτό το γκροτέσκο, ωστόσο, δεν προκύπτει κεντρώα πολιτική τοποθέτηση. Μέσα στον εστέτ αντικομμουνισμό του, ο χώρος αυτός φτάνει σήμερα να εκθειάζει ως «αντιολοκληρωτικό» ακόμα και τον αρνητιστή Ερνστ Νόλτε[8], για τον οποίο ο ναζισμός ήταν μια μορφή άμυνας στον κομμουνιστικό τρόμο…

Σε ανύποπτο χρόνο, ο ίδιος ο Σεβαστάκης έχει προσφέρει  το περίγραμμα της κριτικής σε αυτές τις εστέτ «φιλελεύθερες» ευαισθησίες. Τόσο γενικώς, δείχνοντας πώς «το αισθητικό πνεύμα του μοντέρνου αμύνεται στις προκλήσεις της απομάγευσης του κόσμου, καταφεύγοντας στην περιφρόνηση για τη δημοκρατία και την αξία της ισότητας». Όσο όμως και ειδικώς, καταλογίζοντας λόγου χάρη στον αριστοκρατικό ελιτισμό του συγγραφέα της Αισθηματικής αγωγής, την «αυταπάτη για διατήρηση του ανιδιοτελούς σε συνθήκες καθολικής ιδιοτέλειας [ή] τη διαφύλαξη της εσωτερικής ζωής […] σε μια συγκυρία πυκνών και απότομων μετασχηματισμών»[9]. Νομίζω ότι αυτή η γραμμή κριτικής απαξιώνεται σήμερα από τον Σεβαστάκη ως «λυρική». Δεν βλέπω γιατί είναι προτιμότερος, όμως, ένας ειρωνικός, «αιρετικός» κομφορμισμός – ή τι άλλο μπορεί να είναι αυτός από νεοκυνική φιλοσοφική ηχώ του καθεστωτικού λόγου.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος

_____________________

[1] O «Kαλύτερος από τους Kόσμους» (Le meilleur des mondes) είναι η γαλλική απόδοση του Brave New World, του τίτλου που διάλεξε ο Άλντους Χάξλει για το γνωστό δυστοπικό μυθιστόρημά του Θαυμαστός καινούριος κόσμος (μτφρ. Ελένη Κυπραίου, Κάκτος, 1980), εμπνεόμενος από την Μιράντα της Τρικυμίας του Σαίξπηρ. Οικειοποιούμενος τον τίτλο, και μαζί την αίγλη ενός λογοκριμένου «αντικομφορμιστικού» λογοτεχνήματος, τον ίδιο τίτλο διάλεξε για το περιοδικό που εξέδιδε στη Γαλλία, μεταξύ 2006 και 2008, ο κύκλος νεοσυντηρητικών διανοουμένων Cercle de l’ Oratoire. Οι συντελεστές του υποστήριξαν τον πόλεμο στο Ιράκ, προειδοποίησαν για την άνοδο του αντιαμερικανισμού στη Γαλλία και μέχρι σήμερα βλέπουν στο ριζοσπαστικό Ισλάμ τη μήτρα του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Στο ίδιο κλίμα, ενοχοποιούν τον αντισιωνισμό ως καλυμμένο αντισημιτισμό, ιδίως δε μετά την αιματηρή επίθεση στο Charlie Hebdo, ως «ισλαμο-αριστερισμό». Στους «επιφανείς» του κύκλου αυτού ανήκε ο Στεφάν Κουρτουά, της Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού· ο Αντρέ Γκλυκσμάν, ηγετική μορφή των «νέων φιλοσόφων» και του γαλλικού «αντι-68»· ο Πασκάλ Μπρικνέρ, των διαβόητων Δακρύων του Λευκού Ανθρώπου, γνωστός για τις καταγγελίες του «τριτοκοσμισμού» και του «αντιδυτικισμού» της Αριστεράς· και ο υπερπροβεβλημένος στην Ελλάδα (χάρη και στον Ανδρέα Πανταζόπουλο) Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, διακεκριμένος στον συμψηφισμό των «άκρων» – και ανήσυχος για τον «ρατσισμό κατά των Λευκών». Ως προς το τελευταίο, βλ. Ερίκ Φασέν, «Αντιρατσιστές διανοούμενοι τυφλοί απέναντι στον ρατσισμό», RedNotebook, 17.4.2011.

[2] Από την παλιότερη, δυστυχώς λιγότερο προσεγμένη, αλλά εξαιρετική συλλογή Δοκιμές και αναγνώσεις. Πολιτική, λογοτεχνία, φιλοσοφία, Οpportuna 2011.

[3] Διλημματικός, όχι όμως και αφελής, ο Λένιν έγραφε, μεταξύ άλλων: «Αν κάποιος φαντάζεται ότι ένας στρατός θα παραταχθεί σε κάποιον δεδομένο τόπο και θα πει: ‘είμαστε υπέρ του σοσιαλισμού’, και ότι ένας άλλος στρατός, σε έναν άλλον τόπο, θα πει: ‘είμαστε υπέρ του ιμπεριαλισμού’, και ότι έτσι θα γίνει η κοινωνική επανάσταση (…), αυτός θα είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει κοινωνική επανάσταση». Παρατίθεται στο: Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ο φόβος των μαζών. Σπινόζα, Μαρξ, Φουκώ (μτφρ. Τάσος Μπέτζελος), Πλέθρον, 2010.

[4] «Η επιθυμία να είσαι ένοχος», Books’ Journal, τεύχος 61.

[5] Για μια συζήτηση:  Δημήτρης Παπαφωτίου, «Μαρξισμός και Σοβιετική Ένωση», Θέσεις, τεύχος 127, περίοδος: Απρίλιος – Ιούνιος 2014 [διαθέσιμο εδώ]. Για τον σταλινικό αυταρχισμό και τις σχετικές ιστοριογραφικές διαμάχες μετά το ’89, βλ. το εξαιρετικό Η ιστορία ως πεδίο μάχης, του Έντζο Τραβέρσο (μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2016).

[6] Βλ. σχετικά: Βen Fine, Dimitris Milonakis, From Political Economy to Economics: Method, the social and the historical in the evolution of economic theory, Routledge 2009.

[7] Νικόλας Σεβαστάκης, «Φιλελευθερισμός και αντιφιλελευθερισμός», RedNotebook, 28.7.2011 [διαθέσιμο εδώ].

[8] Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, Το τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου (μτφρ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου), Πατάκη, 2016.

[9] Ενδεικτικά: Ηλίας Κανέλλης, «Οι αλογόμυγες της Ιστορίας», Τα Νέα, 20.8.2016· Δημήτρης Μαργαρίτης, «Ο Ερνστ Νόλτε και οι εκλεκτικές συγγένειες των ολοκληρωτισμών», Books’ Journal, τεύχος 59.

[9] Νικόλας Σεβαστάκης, Δοκιμές και αναγνώσεις, ό.π., σ. 82-3.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s