ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ (1925-2021)

Επειδή είναι καταλυτικός, επειδή δεν υπάρχει «μετά», ο θάνατος σε υποχρεώνει να απλοποιείς τα σχήματα: να μένεις στις βασικές γραμμές, στα κύρια χρώματα. Όχι, ο νεκρός δεν δικαιώνεται. Αλλά με τους νεκρούς δεν μπορείς να λύσεις διαφορές. Επειδή δεν υπάρχει «μετά», μένεις λοιπόν στα βασικά χρώματα.

Υπήρχε μια εποχή στην Ελλάδα που δεν μπορούσες να είσαι αγωνιστής και να μην έχεις τραγουδήσει Θεοδωράκη. Ούτε ποιητής ήσουν για τον πολύ κόσμο –ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Καμπανέλλης, ο Ελευθερίου, ο Γκάτσος–, αν δεν είχες τραγουδιστεί από τον Θεοδωράκη.

Αυτόν τον Θεοδωράκη αποχαιρετά, διεκδικεί, κληρονομεί σήμερα κάποιος — στην πραγματικότητα: εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια. Κι ας μην αγαπά τα εθνικά πένθη ή τους εθνικούς πανηγυρισμούς. Κι ας αποστρέφεται το «Καραμανλής ή τανκς» και τον «νεκρόφιλο ριζοσπαστικό πατριωτισμό». Κι ας μη συμπάθησε στην ώρα τους, ούτε τον υπουργικό θώκο «άνευ χαρτουφυλακίου» στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, ούτε την ηγεσία που πρόσφερε ο Θεοδωράκης στις σωβινιστικές παράτες του Μακεδονικού.

Όλες οι νεότερες γενιές θέλουν να «σκοτώσουν τον πατέρα» για να προχωρήσουν. Αλλά αυτός ο συμβολικός φόνος είναι μόνο η μία όψη του προχωρήματος. Η άλλη είναι η κληρονομιά: προτού «σκοτώσεις», για να πας παρακάτω, πρέπει να μπορείς να κληρονομήσεις. Ο Θεοδωράκης έφτιαξε «κανόνα» στο ελληνικό τραγούδι. Και στις πιο δύσκολες δεκαετίες της ελληνικής Αριστεράς –Αλικαρνασσσό, Παρθένι, Ωρωπό, Κορυδαλλό–, «κανόνα» και εδώ. Αυτός ο «κανόνας» είναι κληροδότημα, για όσους τουλάχιστον το διεκδικούν, γιατί εκπαίδευσε το αίσθημα δικαίου εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ελλάδα. Ελάχιστοι το κατάφεραν σ’ αυτό το βάθος, για τόσες γενιές.

Από κάπου ήρθαμε. Και κάθε φορά που θέλουμε να πάμε παραπέρα, να δούμε πάνω απ’ το μπόι μας, κάπου εκεί γύρω ακούγεται ένα τραγούδι του Θεοδωράκη.

***

Είναι ενδιαφέρον το σημερινό αφιέρωμα της Καθημερινής στον Θεοδωράκη. Όχι μόνο γιατί, μαζί με τις εξιστορήσεις για τη Μακρόνησο και τους Λαμπράκηδες, βρίσκει κανείς μαζεμένους όλους τους «κοινούς τόπους» της συντηρητικής ματιάς πάνω του: Έλληνας που διέπρεψε στο εξωτερικό, οικουμενικός/όλων, αντίπαλος του Ανδρέα Παπανδρέου, υποστηρικτής του Καραμανλή. Αυτή είναι η ματιά της Δεξιάς για τον Θεοδωράκη — κι ευτυχώς, απ’ το αφιέρωμα λείπουν οι αναφορές στο πρόσφατο Μακεδονικό.

Το ενδιαφέρον είναι πως η ματιά αυτή δεν είναι αυθαίρετη: το βεβαιώνουν τα γραπτά του ίδιου του Θεοδωράκη. Πιο χαρακτηριστικό είναι το άρθρο «Για έναν ελληνικό ιστορικό συμβιβασμό», που έγραψε για την Καθημερινή τον Μάιο του 1977. Το δίλημμα για την ελληνική Αριστερά, έλεγε εκεί, είναι αν θα ακολουθήσει το σοβιετικό πρότυπο ή θα επιχειρήσει μια «νέα διεθνή στα πλαίσια του Ευρωκομμουνισμού-Ευρωσοσιαλισμού».

Το όριο της δεύτερης επιλογής, που υπερασπίζεται στο άρθρο ο Θεοδωράκης, παραπέμποντας στον τότε ηγέτη του ισπανικού ΚΚ, Σαντιάγο Καρίγιο, είναι τα κόμματα της αντιπολίτευσης –από τη μεταπολιτευτική Ένωση Κέντρου και το ΠΑΣΟΚ ως το ΚΚΕ– να μη διεκδικήσουν ενωμένα την κυβέρνηση από τη ΝΔ, για να μη συσπειρώσουν το 40% της Δεξιάς σε ένα αντι-αριστερό μέτωπο. Ένας τέτοιος κίνδυνος, εκτιμά, θα έδινε χώρο στην ένοπλη φασιστική Ακροδεξιά — στα «σταγονίδια» μέσα στο κράτος, και ειδικά στο στρατό.

Αν έχουν ενδιαφέρον αυτά σήμερα, είναι γιατί θυμίζουν πως η Μεταπολίτευση δεν ήταν μόνο η πιο βαθιά ανάσα ελευθερίας, πολιτικής και πολιτιστικής, σ’ όλο τον εικοστό αιώνα. Ήταν και μια περίοδος εύθραυστη, «επιτηρούμενη», οριοθετημένη. Μια περίοδος ελευθερίας στα όρια συμβιβασμών. Ισορροπώντας για τρεις ολόκληρες δεκαετίες μεταξύ εμφυλίου και εθνικής ενότητας, με κόστος φυλακίσεις και βασανιστήρια, ο Θεοδωράκης είδε ως εγγύηση ομαλότητας μια αριστερή πολιτική «συμπληρωματική» στην καραμανλική Δεξιά (πολιτική «ουραγού», θάλεγε ο Νίκος Πουλαντζάς) —  ριζοσπαστικοποιώντας, με μια έννοια, την πολιτική του ΚΚΕ εσωτερικού της εποχής. Το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, έκανε και το ’90, στα έδρανα της κυβερνώσας ΝΔ: ήταν μόλις λίγους μήνες μετά την συγκυβέρνηση ΝΔ-Ενιαίου ΣΥΝ και την Οικουμενική, όταν, για την παραδοσιακή Αριστερά, οι διαχωριστικές γραμμές είχαν θολώσει.

Αν η παραδοσιακή Αριστερά κινούνταν πάντα ανάμεσα στα τοτέμ της Πατρίδας (κυρίως το ΚΚΕ, λόγω Αντίστασης) και της Δημοκρατίας (κυρίως το ΚΚΕ εσ., λόγω αντιδικτατορικού αγώνα), στις νέες συνθήκες μεταξύ ’74 και ’90, που δεν ήταν ούτε Κατοχή ούτε Χούντα, ο Θεοδωράκης συγχώνευε και τα δύο, Πατρίδα και Δημοκρατία, αναλαμβάνοντας με την προσωπική αίγλη του την «εκπροσώπηση» και των δύο. Και ωθώντας στα άκρα το όριο των εκάστοτε «αναγκαίων» συμπράξεων, τη βιωσιμότητα των οποίων μόνο ο ίδιος μπορούσε να εγγυηθεί.

Μιλώντας, λοιπόν, για τον Θεοδωράκη, τώρα που αυτά είναι παλιά ιστορία, μιλάει κανείς για ό,τι υπήρξε η Αριστερά στην Ελλάδα, στις μεγάλες, τις σπουδαίες στιγμές, και στις συνθηκολογήσεις της. Και για τα δύο μαζί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s