Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΟΠΛΑ

Το λέμε εξαρχής: Δεν είμαστε καθόλου ευχαριστημένοι από τη συνδικαλιστική και πολιτική τακτική της Αυτόνομης Παρέμβασης και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στην πρόσφατη απεργία των εκπαιδευτικών. Δεν έχουμε καμιά διάθεση αριστερής πλειοδοσίας: Γνωρίζουμε πόσο δύσκολη υπόθεση είναι η επιτυχία κάθε μεμονωμένου αγώνα απέναντι σε ένα πρόγραμμα συνολικής κοινωνικής «αναμόρφωσης» (και την κυβέρνηση που το υλοποιεί), όπως γνωρίζουμε και τι σημαίνει σήμερα μια απεργία – πολύ δε περισσότερο εν μέσω εξετάσεων, υπό την απειλή  της επιστράτευσης και με την απόλυση επί θύραις. Ενώ τα γνωρίζουμε αυτά, ενώ δηλαδή έχουμε πλήρη επίγνωση του δυσμενέστατου συσχετισμού υπό τον οποίο δόθηκε ο αγώνας της ΟΛΜΕ, θεωρούμε προβληματικούς και κατώτερους των αναγκών τους χειρισμούς που οδήγησαν στην αναστολή του. Εξηγούμαστε αμέσως.

Το μότο του Α. Σαμαρά, «προτιμώ να πέσει η κυβέρνηση, παρά να κάνω πίσω με την απεργία των καθηγητών», δεν ήταν απλά μια υπόμνηση ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο. Αντίθετα, επρόκειτο για τον ορισμό μιας «μεθόδου» που, ενώ προηγείται της κρίσης (μια εκδοχή της π.χ. είδαμε στις καταλήψεις του 2006-7 και στα «Δεκεμβριανά» του 2008), εντούτοις σήμερα, στους καιρούς της διαρκούς έκτακτης ανάγκης, γίνεται κύριο εργαλείο άσκησης και εμπέδωσης της εξουσίας, η χρήση του οποίου πηγαίνει πέρα από το εκάστοτε διακύβευμα. Πρόκειται για τη «μέθοδο» που εφαρμόστηκε επιτυχώς στους ναυτεργάτες και τους εργαζόμενους στο μετρό, και που πλέον αποτελεί σταθερά της περιόδου. Βασικό γνώρισμά της είναι η αναβάθμιση κάθε επιμέρους κοινωνικής σύγκρουσης σε κεντρική πολιτική μάχη εφ΄ όλης της ύλης, με την ευθυγράμμιση όλων των κομμάτων και όλων των ΜΜΕ στην υπόθεση της δαιμονοποίησης και, τελικά, της συντριβής της εκάστοτε ομάδας-στόχου που επιλέγει η κυβέρνηση. Στη λογική λοιπόν αυτή, της «δυσανεξίας» του πολιτικού, οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, από τη νεοφιλελεύθερη «Αριστερά» ως τη νεοναζιστική Δεξιά, διαμορφώνουν έναν πόλο απέναντι στο εκάστοτε Απόλυτο Κακό – είτε πρόκειται για τον οριακό (και ηρωικό) αγώνα της Υπατίας, είτε για μειοψηφικά μαχητικά εγχειρήματα όπως η Βίλα Αμαλίας, είτε, στην περίπτωσή μας, για ένα ιστορικό συνδικάτο με δεκάδες χιλιάδες μέλη, όπως η ΟΛΜΕ. Παρά τις προφανείς διαφορές, σε κάθεμιά από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η «μέθοδος» αυτή τοποθετεί τη ριζοσπαστική Αριστερά αντικειμενικά στη θέση του άλλου πόλου. Σε μια θέση, δηλαδή, εξ ορισμού συγκρουσιακή.

Έχει ο κόσμος της Αριστεράς επίγνωση αυτής της θέσης; Και με ποιους τρόπους επιχειρεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που συνδέονται με αυτήν; Σε ό,τι αφορά τον αγώνα των εκπαιδευτικών, είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ και η Αυτόνομη Παρέμβαση υπερασπίστηκαν στο δημόσιο λόγο τις επιλογές της ΟΛΜΕ, ανέδειξαν τις ευθύνες της κυβέρνησης, και επεσήμαναν τις οδυνηρές συνέπειες των μέτρων. Κάνοντας, ωστόσο, όλα αυτά, έκαναν και ένα ακόμα: διαχώρισαν την υποστήριξη του αγώνα από το πώς ο αγώνας αυτός θα μπορούσε να δοθεί επί της ουσίας και με αξιώσεις, στο χρόνο που επέλεξε η κυβέρνηση, και υπό τις δεδομένες (δυσμενέστατες) συνθήκες. Στο χρόνο αυτό, και με τις γνωστές δυσκολίες, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είδε τον αγώνα των εκπαιδευτικών ως «καυτή πατάτα».

Παρά τα υπεραριστερά και ανυπόστατα που γράφονται εκ των υστέρων (συχνά με αφόρητη μικροκομματική ιδιοτέλεια…), ο σχεδιασμός του αγώνα των εκπαιδευτικών ήταν -προφανώς- ευθύνη της ΟΛΜΕ, η οποία, μετά και την επιστράτευση, ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει δυναμικά. Όχι τόσο –και σίγουρα όχι μόνο– για λόγους πρεστίζ. Αλλά γιατί τα μέτρα της κυβέρνησης, όπως συστηματικά εξήγησαν οι συνδικαλιστές της, ισοδυναμούσαν με 10.000 λιγότερους εκπαιδευτικούς από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Όπως φάνηκε, ωστόσο, ο σχεδιασμός της ΟΛΜΕ άφηνε χωρίς απάντηση το κεντρικό ερώτημα, τι κάνουμε δηλαδή με την προληπτική επιστράτευση, και μετέθετε την απάντηση προς το καταφανώς ανέφικτο, τη στήριξη δηλαδή της ΑΔΕΔΥ. Με ιλιγγιώδη άλματα, και στην πραγματικτότητα αρκούμενος στο «συμβολικό», ο ούτως ειπείν σχεδιασμός της ΟΛΜΕ ουσιαστικά προδιέγραφε μια ήττα με ψηλά (;) το κεφάλι. Κι όμως, μολονότι απροετοίμαστος και …προώρως καταδικασμένος, ο αγώνας αυτός στηρίχτηκε από τις γενικές συνελεύσεις και το 90% του κλάδου, που αψήφησε επιδεικτικά το απορρυθμιστικό άκρο για να συγκρουστεί με την κυβέρνηση. Θα ρίσκαραν άραγε την απόλυσή τους οι χιλιάδες που ψήφισαν υπέρ της απεργίας; Οι περισσότεροι πιθανότατα όχι –και κανείς δεν θα βρισκόταν να τους κατηγορήσει γι΄ αυτό. Όμως, ακριβώς γι΄ αυτό, το θέμα ήταν να αναμετρηθούμε συγκεκριμένα με την πραγματικότητα της επιστράτευσης, και το αίτημα των εκπαιδευτικών, στη χειρότερη να πάνε στις τάξεις τους ως επιστρατευμένοι απεργοί.

Αυτό ήταν το θέμα, τόσο για την ΟΛΜΕ, όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, που ζήτησε από την κυβέρνηση την άρση της επιστράτευσης –επέμεινε δηλαδή να μιλά «πολιτικά» (και σωστά)–, χωρίς ωστόσο να ασχολείται με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα απέδιδε η πίεση. Μιλήσαμε ξανά και ξανά προς την κυβέρνηση• αποφύγαμε, όμως, να μιλήσουμε συγκεκριμένα προς τους δικούς μας ανθρώπους, τους απεργούς. Να τους πούμε ότι οι οργανώσεις μας θα τους υπερασπίζονταν έμπρακτα στις γειτονιές, ενισχύοντας την ορατότητα του αγώνα τους, και ότι οι βουλευτές μας θα βρίσκονταν έξω από τα εξεταστικά κέντρα, ως αλληλέγγυοι σε επιστρατευμένους απεργούς (γιατί απεργούς με χακί αφορά η επιστράτευση, όχι κανονικούς και κανονικά εργαζόμενους όπως όλο το χρόνο). Να τους πούμε ότι θα τους στηρίζαμε οικονομικά, όσο ήταν δυνατό. Και να τους πούμε ότι το σχέδιο της κυβέρνησης της Αριστεράς είχε πολλά να κερδίσει και από την ελάχιστη νίκη τους.

Δεν είπαμε και δεν κάναμε κανένα από τα παραπάνω –από υπερβάλλοντα σεβασμό στην αυτονομία του συνδικαλισμού ή λόγω πολιτικής οκνηρίας και υποτίμησης του αγώνα;–, ούτε τα συζητήσαμε σε διαδικασίες, μολονότι αφορούσαν έναν αγώνα που η κυβέρνηση αναβάθμισε σε ζήτημα ζωής και θανάτου. Και κάπως έτσι, έχοντας αφεθεί να «εκπροσωπούμε» έναν συμβολικό αγώνα, με μια υποστήριξη ωστόσο καθ΄ όλα πραγματική, συνεχίσαμε να διαχωρίζουμε (όπως η ΟΛΜΕ) την απεργία από την πρακτική αντιμετώπιση της επιστράτευσης. Η διαδικασία του διπλού ψηφίσματος –ένα για την απεργία και ένα για τις προϋποθέσεις της (!)–, απλώς επικύρωνε αυτό που όλοι (και οι Παρεμβάσεις) αντιμετωπίσαμε εξαρχής ως αναπόφευκτο. Γιατί, σε αντίθεση με όσα προπαγανδιστικά γράφονται σε σάιτ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν επρόκειτο για καμία «προδοσία» εκ μέρους της Αυτόνομης Παρέμβασης και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Επρόκειτο για μία άνευ όρων παραδοχή μιας προδιαγεγραμμένης ήττας –τόσο άνευ όρων, που η Αυτόνομη Παρέμβαση βρέθηκε να καταγράφεται στην πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ, από κοινού με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ. Άδοξο, για να μην πούμε γελοίο.

***

Επειδή πάντα θα υπάρχουν αυτοί που διαβάζουν με το στραβό βλέμμα του καχύποπτου: Με τις σκέψεις αυτές δεν έχουμε σκοπό να εκμηδενίσουμε ούτε μία από τις προσπάθειες των συντρόφων και των συντροφισσών μας του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, της Αυτόνομης Παρέμβασης και των «Παρεμβάσεων» –ούτε να υποστηρίξουμε ότι δουλειά της Αριστεράς είναι η υποκατάσταση των κοινωνικών οργανώσεων. Σκοπός μας είναι να θέσουμε σε συζήτηση δύο σημεία:

Το πρώτο είναι ότι στη συγκυρία της δυσανεξίας του πολιτικού, όπου κάθε πεδίο διαπραγμάτευσης με το κράτος συρρικνώνεται ασφυκτικά, είναι αδιανόητο η οργάνωση των αγώνων να διαχωρίζεται από τα μέσα και το σχέδιο για τη νίκη τους –ένα σχέδιο που μπορεί να έχουν ή να μην έχουν οι κοινωνικές οργανώσεις, δεν μπορεί όμως να μην το έχει η ριζοσπαστική Αριστερά. Στην εποχή που διανύουμε, και που μακράν απέχει από το συμβόλαιο κοινωνικής ειρήνης της δεκαετίας του ΄80, ακόμα και οι αγώνες για την τιμή των όπλων προϋποθέτουν κάποιον που βρίσκει και χρησιμοποιεί τα όπλα του –κι εδώ τίποτα το τρομοκρατικό δεν υπαινισσόμεθα.

Το δεύτερο αφορά ειδικότερα τον ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Η διαφύλαξη του ηθικού του πλεονεκτήματος είναι βασικός όρος για την επιτυχία της κυβέρνησης της Αριστεράς, τόσο βασικός, όσο και η άμεση εγκατάλειψη της λογικής της ελαχιστοποίησης της σύγκρουσης. Όπως φάνηκε και με την έκβαση της απεργίας της ΟΛΜΕ, η τακτική αυτή, η λεγόμενη του ώριμου φρούτου, εν τέλει αναζωογονεί το φρούτο, αφήνοντας τον κόσμο της Αριστεράς να συζητά μακάρια τα του οίκου του, και καταξιώνοντας την άθλια κυβέρνηση ως αποκλειστικό φρουτοπαραγωγό. Επειδή μάλλον θα υπάρξει και επόμενη φορά, επειδή το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ με κάθε αγώνα θα είναι όρος επιτυχίας του αγώνα αυτού, και επειδή το επικείμενο Συνέδριο οφείλει να θέσει και να απαντήσει το ερώτημα, ας θυμόμαστε ότι νέα επίδοση κάτω από τη βάση μπορεί να έχει συνέπειες μη αναστρέψιμες. Ας το πούμε, λοιπόν, ρητά: δεν θα υπάρξει κυβέρνηση της Αριστεράς, αν δεν αναλάβουμε την ευθύνη και την οργάνωση του άκρου που μας αντιστοιχεί.

Το κείμενο γράφτηκε μαζί με τον Αλέξανδρο Ζαχιώτη και δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s