ΣΥΜΒΙΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

Σήμερα είναι η πρώτη μέρα της υποβολής αιτήσεων για το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης. Πρόκειται, διαβάζουμε, για ένα ποσό 760 εκατ. ευρώ, που προέρχεται από το πλεόνασμα και από άλλες κρατικές ενισχύσεις, και το οποίο θα διανεμηθεί σε περίπου 700.000 άτομα. Αν τα συγκεκριμένα «οφέλη» αποτελούν πράγματι ανάσα, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, ή αναδιανομή της φτώχειας, αν το μέτρο βοηθά όσους έχουν στ’ αλήθεια ανάγκη ή μόνο τους φτωχότερους, κι αν η διανομή του πλεονάσματος είναι πράξη αντίστασης στο κουαρτέτο ή απλά εξωραϊσμός της μνημονιακής πολιτικής – όλα αυτά έχουν ήδη συζητηθεί τους τελευταίους μήνες. Περισσότερο, λοιπόν, κι από τα επιχειρήματα υπέρ ή κατά, το ενδιαφέρον είναι στην ίδια τη λογική της πρωτοβουλίας.

Η κοινωνική πολιτική, υποτίθεται, είναι η πολιτική που «θεραπεύει», μέσω της αναδιανομής πόρων, τις αδικίες που έχουν τη ρίζα τους σε ό,τι θα λέγαμε «δομικές» ανισότητες. Η ίδια, όμως, δεν είναι ανεξάρτητη ή εξισωτικό εργαλείο: στην πραγματικότητα είναι περισσότερο μια πολιτική αντιπαράθεσης και συμβιβασμού συμφερόντων. Κι όπως κάθε συμβιβασμός, έχει κάθε φορά τους όρους της [1]. Εν προκειμένω, θέλω να πω, λέμε τη μισή αλήθεια αν πούμε ότι η κοινωνική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ μεριμνά σήμερα για τους φτωχότερους από τους φτωχούς: «τόσο μπορούμε», θα απαντούσε ο ίδιος, «τόσο κάνουμε». Η άλλη μισή αλήθεια είναι ότι η φροντίδα για τους φτωχότερους παρέχεται με τον όρο ότι την ίδια στιγμή θα ευνοούνται και οι πλουσιότεροι. Το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης δεν είναι εξαίρεση στον κανόνα αυτό.

Συμπληρώνοντας κανείς τη σχετική αίτηση ηλεκτρονικά, μαθαίνει ότι απορρίπτονται εξαρχής όσοι και όσες φιλοξενούνται, σε σπίτια συγγενών ή φίλων, ακόμα κι αν οι ίδιοι έχουν μηδενικό εισόδημα τους τελευταίους έξι μήνες (ή, ακόμα χειρότερα, μηδενικό εισόδημα και μεγάλα χρέη). Με βάση τα κριτήρια που έχει θεσπίσει λοιπόν η κυβέρνηση, ένας άστεγος, ή κάποιος που νοικιάζει σπίτι, έχει μεγαλύτερη ανάγκη την «κοινωνική αλληλεγγύη» (και πράγματι την έχει) – από έναν μακροχρόνια άνεργο, που στα 40 του μπορεί να μένει ακόμα στο σπίτι των δικών του, αλλά δεν θεωρείται «δικαιούχος». Στην περίπτωση των πρώτων, όμως, η «αλληλεγγύη» είναι στην πράξη ένα είδος επιδότησης ενοικίου: απολύτως χρήσιμη για τους «δικαιούχους», ιδίως εδώ που είμαστε. Έμμεσα, όμως, επιδότηση του ιδιοκτήτη και άφεση, εκτός, εκατοντάδων χιλιάδων άλλων. Εύλογα, λοιπόν, οι αντιδράσεις εκδηλώθηκαν ακόμα και στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ

Ανάλογα ισχύουν με την πολυδιαφημισμένη κάρτα σίτισης – το μόνο «εργαλείο» που έμεινε να θυμίζει το «παράλληλο πρόγραμμα». Για τους ανθρώπους που δεν έχουν κανένα εισόδημα, είναι προφανώς μια σημαντική βοήθεια κάθε μήνα. Στη λογική της, ωστόσο, επιδοτείται αυτός ή αυτή που δεν έχει εισόδημα, υπό τον όρο να ξοδεύει το επίδομα στις συνεργαζόμενες αλυσίδες σούπερ-μάρκετ: σε τελική ανάλυση, αυτές είναι που ουσιαστικά «επιδοτούνται» από το κράτος, ως συμβεβλημένες.

Παρόμοια, τέλος, θα ισχύσουν και με την εφαρμογή του «ποινολογίου» του ΟΑΕΔ: ως άνεργος θα λογίζεται εκείνος που θα έχει νωρίτερα αποδεχτεί τις προσφερόμενες από τον Οργανισμό θέσεις εργασίας. Αν τις απορρίπτει, ή αν δεν μπορεί να αποδείξει ότι ψάχνει στ’ αλήθεια για δουλειά, αν δηλαδή δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας ως αυτή έχει σήμερα, τότε θα κινδυνεύει να διαγραφεί από τα μητρώα ανέργων και να μην ξαναπάρει επιδότηση. Στο ίδιο μήκος κύματος, είχε προηγηθεί νωρίτερα και η πρόταση να επιδοτείται ο εργοδότης με το εναπομείναν ποσό από το επίδομα ανεργίας του νεοπροσλαμβανόμενου.

Σε κάθεμιά από τις τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής: η λογική ότι η κοινωνική πολιτική χρηματοδοτείται από έναν «κουμπαρά», από ένα ταμείο, δηλαδή, με πεπερασμένες δυνατότητες. Σήμερα, σύμφωνα με τη  λογική αυτή, με τις χαμένες θέσεις εργασίας να στερούν πόρους από την κοινωνική ασφάλιση, το ταμείο είναι «αντικειμενικά» μείον. Και στις τρεις, λοιπόν, περιπτώσεις, το θέμα δεν είναι πώς θα ξαναγεμίσει το «ταμείο» – που ωστόσο δεν είναι «κουμπαράς, σαν το ατομικό κομπόδεμα.

Βοηθώντας τους φτωχούς με τον τρόπο των πλουσίων

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι τι κάνουμε με τις «δομικές» ανισότητες, τις διαφορετικές οικονομικές ικανότητες και τις διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες. Δεν είναι, δηλαδή, πώς το «αδύναμο» μέρος θα βελτιώσει τη θέση του στη συντριπτική πραγματικότητα – κάτι που, αναγκαστικά, θα απέβαινε σε βάρος του ισχυρού. Το ζήτημα, για τη λογική της κοινωνικής πολιτικής που επιτελεί η κυβέρνηση, δεν είναι γενικώς η αποτελεσματικότητα, αλλά η νομιμοποίησή της: πώς θα πειστεί το ισχυρότερο μέρος να δώσει τη συγκατάθεσή του ώστε να αποτραπεί τουλάχιστον η κατάρρευση των τελευταίων από τους τελευταίους.

Με αυτή την έννοια, μέτρα όπως το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης ή η κάρτα σίτισης δεν έχουν τόσο οικονομική σημασία για τους «ωφελούμενους». Περισσότερο πολιτική στόχευση έχουν, στο βαθμό που εγγυώνται, για την ώρα έστω, ότι αυτοί που δεν έχουν απολύτως τίποτα, μπορούν να αντέξουν λίγο ακόμα, με μερικά ψήγματα υλικής αναγνώρισης της οδύνης τους.

Γι’ αυτό, γενικότερα μιλώντας, η κοινωνική πολιτική δεν υπήρξε στην πραγματικότητα ούτε ο διάβολος πίσω από τα ελλείμματα, όπως επιμένουν μέχρι σήμερα οι νεοφιλελεύθεροι, ούτε ο από μηχανής θεός της ευημερίας, όπως θα ήθελαν οι σοσιαλδημοκράτες. Αυτό που στ΄ αλήθεια ήταν, και παραμένει, είναι ένα εργαλείο κρατικής παρέμβασης και δημιουργίας κοινωνικών συμμαχιών. Μέχρι και πριν από την κρίση, η λογική αυτής της πολιτικής ήταν «επενδύουμε στο ανθρώπινο κεφάλαιο»: καθώς κάθε επένδυση προϋποθέτει μια προσδοκία ανταπόδοσης, από τη συγκεκριμένη ευνοήθηκαν τα στρώματα που μπορούσαν να «ανταποδώσουν», εκείνα δηλαδή που είχαν απόσταση ασφαλείας από τη βάση της πυραμίδας. Τώρα είναι η σειρά αυτής της τελευταίας να ωφεληθεί – υπό τον όρο, ωστόσο, του πολυδιαφημισμένου πλεονάσματος, και της εξασφάλισης, ταυτόχρονα, και της κορυφής. Δεν είναι πολιτική win-win: Οι περισσότεροι που έχουν ανάγκη δεν δικαιούνται, οι δικαιούχοι ωφελούνται άπαξ και αυτοί που βλάπτονται από τον τρόπο εξαγωγής των διανεμόμενων πλεονασμάτων, μάλλον δεν πανηγυρίζουν το είδος αυτό της αναδιανομής.

Η αντίφαση αυτή της κοινωνικής πολιτικής μοιάζει με το γνωστό πρόβλημα του ανθρωπισμού. Τον προτιμάμε, ασφαλώς, από τον αγριανθρωπισμό – όμως ο ένας είναι προϋπόθεση για τον άλλο.

______________

[1] Για μια πιο συστηματική συζήτηση: Ian Gough, «Η πολιτική οικονομία του κοινωνικού κράτους», Σαββάλας 2008· W. Müller και Ch. Neusüss «Σχετικά με τη θεωρία του κράτους κοινωνικής προνοίας», Θέσεις τ. 1, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1982· Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος, «Σοσιαλδημοκρατία και Κοινωνικό Κράτος», RedNotebook, 3.3.2014.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s