ΜΙΚΡΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΥΠΟΘΕΣΗ ΡΕΠΟΥΣΗ»

Το νέο λιντσάρισμα της Μαρίας Ρεπούση από την καθ’ έξιν εθνικοφροσύνη αναδεικνύει δυο συμπληρωματικές τάσεις του δημόσιου διαλόγου, που συνήθως ξεφεύγουν από την προσοχή. Η μία είναι ο «ηθικός δεσποτισμός»: ο ξεπεσμός της πολιτικής και της κριτικής σε ηθικολογία, η προσπάθεια ηθικής εξόντωσης αυτού (εν προκειμένω: αυτής) που κρίνεται. Το επιχείρημα που εξαντλείται στον αφορισμό και τη συνωμοσιολογία. Η άλλη, για να θυμηθούμε τον Μπερλινγκουέρ των αρχών του ’80, είναι η ηθική διάσταση της κρίσης της πολιτικής: η πολιτική χωρίς αξίες, η πολιτική για τον εαυτό της, ο πολιτικαντισμός. Ένα σύμπτωμα, και ταυτόχρονα μια βασική παράμετρος της απαξίωσης της πολιτικής.

Ως προς την πρώτη περίπτωση, τα πράγματα είναι μάλλον προφανή: «Τα ψέματα της Ρεπούση» έγιναν πρωτοσέλιδο κυριακάτικης εφημερίδας (Real News, 2.6.2013), ενώ στο «ρεπορτάζ» του, το Πρώτο Θέμα αφιέρωσε ένα ολόκληρο δισέλιδο, γράφοντας ότι «μόνο ως τυχαία δεν μπορεί να εκληφθεί η εμμονή της καθηγήτριας Ιστορίας στον αποκαλούμενο ‘εθνομηδενισμό'». Καθώς το κοινό της εφημερίδας είναι «απαιτητικό», το ρεπορτάζ διανθίστηκε με φωτογραφία από διακοπές της Ρεπούση με τον πρώην σύντροφό της, για να υποστηριχτεί ο πιπεράτος τίτλος και η «ουσία» της υπόθεσης: «Προβληματική σχέση με την πολιτική και την Ιστορία». Περιθωριακά, πλην εθνοπρεπή μπλογκ, το πήγαν λίγο παραπέρα, δηλαδή στον μισογυνισμό, χαρακτηρίζοντας τη Μαρία Ρεπούση «πολιτική πόρνη». Στο aixmi.gr, τέλος, ο δημοσιογράφος Μιχάλης Ιγνατίου κατήγγειλε την «ξεδιάντροπη» προσβολή της Ιστορίας, προσδίδοντας τουλάχιστον μια (γεω)πολιτική διάσταση στο θέμα – αφήνοντας δηλαδή υπονοούμενα για «διασυνδέσεις» της Ρεπούση με οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και σημειώνοντας ότι «ο τρόπος σκέψης» της του θυμίζει εγχειρίδια καθοδηγουμένων από τη Δύση μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ)».

Υπάρχει, ωστόσο, και η δεύτερη παράμετρος, αυτή της ηθικής κρίσης της πολιτικής. Γιατί αυτό σηματοδοτεί το διπλό άδειασμα της Μαρίας Ρεπούση από τον Φώτη Κουβέλη, μία φορά για το θέμα της γενοκτονίας των Ποντίων και μία δεύτερη, με αφορμή τα περί χορού του Ζαλόγγου. Μπορεί άραγε να μην κατάλαβε ο κ. Κουβέλης τι διακυβεύεται με τον κανιβαλισμό της βουλευτή της ΔΗΜ.ΑΡ.; Μπορεί άραγε να ξέχασε τι σημαίνει για την Ακροδεξιά η «εκκαθάριση» από τον δημόσιο διάλογο «αιρετικών» θέσεων, που ωστόσο έχουν μερίδιο στο ορθολογικό επιχείρημα και την επιστημονική συζήτηση; Μπορεί να διέλαθε της προσοχής του η απεγνωσμένη προσπάθεια του «εθνικού τόξου» να προσδιορίσει τις εθνικά αποδεκτές απόψεις -όπως το έκανε στην περίπτωση του ΚΕΜΟ, της Θάλειας Δραγώνα, της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου και τόσων άλλων ακόμα; Μπορεί, τέλος, να μην έχει γνώμη για τα επίμαχα ιστορικά ζητήματα;

Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Ο Φώτης Κουβέλης είναι απολύτως ενήμερος για τις τάσεις αυτές, όπως και για την απήχησή τους στην ηγεσία της παρούσας κυβέρνησης. Βασική μέριμνά του, όμως, είναι να περιορίζει όσο γίνεται τους ανεπιθύμητους κλυδωνισμούς στο πλαίσιο της τρικομματικής, ιδίως όταν προκαλούνται σε αστάθμητα και αντιδημοφιλή μέτωπα. Για πολλά θα μπορούσε να κατηγορήσει κανείς τον πρόεδρο της ΔΗΜ.ΑΡ., όχι όμως για δογματική προσκόλληση στην πολιτική αρχών.

Σε παρόμοιο μήκος κύματος, εξάλλου, κινείται και η προσπάθεια στελεχών της ΔΗΜ.ΑΡ. να φιλοτεχνήσουν μια μαγική εικόνα γύρω από το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο Ρουπακιώτη και την εξουδετέρωσή του από τη Ν.Δ. Μολονότι ο ΣΥΡΙΖΑ τόνισε εξαρχής ότι κινούνταν σε σωστή κατεύθυνση, μολονότι τα έντυπα της Αριστεράς το είδαν ως έμπρακτη αμφισβήτηση της θεωρίας των δύο άκρων (βλ. Β. Παπαστεργίου, Εποχή, 12.5.2013), μολονότι ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας ζήτησε την επίσπευση της κατάθεσής του, κι ενώ ακόμα και σήμερα δηλώνεται ότι «με το πνεύμα της πρότασης νόμου που έχει κατατεθεί, παρά τις υπαρκτές διαφορές, μπορεί να υπάρξει μια προωθημένη συζήτηση» (βλ. συνέντευξη Νίκου Βούτση στην Εφημερίδα των Συντακτών, 5.6.2013), είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που κατηγορείται (και) για το μπάχαλο που προκάλεσε η ακροδεξιά ηγεσία της Ν.Δ.

Η ηγεμονία, έλεγε ο Γκράμσι, είναι ταυτόχρονα ζήτημα κυριαρχίας και ηθικής διεύθυνσης. Όμως η παραμονή της ΔΗΜ.ΑΡ. στην πιο αντικοινωνική κυβέρνηση από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα δεν χαρακτηρίζεται από τέτοιες «παρωχημένες» ευαισθησίες. Αυτό, όμως, δεν είναι πρόβλημα μόνο της ΔΗΜ.ΑΡ. Έχει συνέπειες, στον βαθμό που διευκολύνει την «πολιτισμική αντεπανάσταση» του καιρού μας: τη συγκρότηση της ηγεμονίας των κανίβαλων.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Αυγή

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s