ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ, ΣΤΟ ΝΕΟ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ

Σε έναν φίλο που κουράστηκε πάρα πολύ νωρίς

Η ευρωπαϊκή αντιδιαφωτιστική/αντεπαναστατική σκέψη αντιμετώπισε το 1789 ως «κύκνειο άσμα του πολιτισμού»: στη λογική της, η κατάργηση των παλιών προνομίων και η βίαιη μεταχείριση του βασιλιά σήμαιναν το τέλος του καθεστώτος που οι αντιδιαφωτιστές πίστευαν ότι αρμόζει στις πολιτισμένες κοινωνίες. Αν και προφανώς σε διαφορετικά συμφραζόμενα, η υπεράσπιση και σήμερα του υπάρχοντος, προνομίων δηλαδή και ανισοτήτων που έχουν παροξυνθεί στην τελευταία πενταετία, φαίνεται ότι δεν μπορεί να είναι πειστική αν μιλά απλώς τη γυμνή γλώσσα του συμφέροντος. Εξού και το σημερινό ενδεχόμενο της ρήξης με τη λιτότητα (ενδεχόμενο που, παρά τις μη υπερασπίσιμες υποχωρήσεις της κυβέρνησης, δεν έχει απομακρυνθεί από τον ορίζοντα, όσο οι δανειστές ζητούν «αίμα»), αντιμετωπίζεται από το Παλαιό Καθεστώς με την πολιτισμική φρίκη που παραπέμπει σε προεπαναστατικές περιόδους.

Αγνοώντας πεισματικά το συγκεκριμένο (τους ωμούς εκβιασμούς των «εταίρων» από τη μια και την εγκατάλειψη σημαντικών πτυχών του κυβερνητικού προγράμματος από την άλλη), τα επιχειρήματα υπέρ της άνευ όρων αποδοχής των ευρωπαϊκών τελεσιγράφων αναφέρονται ρητά, λιγότερο σε κάποιο οικονομικό κεκτημένο και πολύ περισσότερο στο «πολιτισμικό» – εφ’ όσον το οικονομικό, ιδίως σήμερα, θα έπειθε μάλλον λίγους. Ξεμπερδεύοντας έτσι με την ενοχλητική οικονομία και τα διλήμματα της πολιτικής, η συλλογιστική τους μετατρέπει το ευρώ σε ταυτόσημο της ευρωπαϊκής Ιδέας, και από εκεί, στο ύστατο σύνορο ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα, τη Δύση και την Ανατολή, την παραμονή της Ελλάδας μεταξύ των πολιτισμένων δυτικών κρατών και τον ξεπεσμό της σε έναν κόσμο ανασφάλειας και χάους.

Σε αυτή την αλυσίδα των ίσων κρίκων (ευρώ = Δύση = πολιτισμός), το κοινό νόμισμα είναι για την Ελλάδα του «Μένουμε Ευρώπη» ό,τι άλλοτε για την Ευρώπη το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Ακολουθώντας λοιπόν έναν δρόμο αναθεώρησης της νεότερης ελληνικής ιστορίας, που εξιδανικεύει/απενοχοποιεί τον δυτικό κόσμο για τις μαύρες κηλίδες στην ιστορία της «Σκοτεινής Ηπείρου», οι Φίλοι του Ευρώ κατεβαίνουν στο δρόμο ξαναδηλώνοντας «ανήκομεν εις την Δύσιν»: την αδιαπραγμάτευτη τοποθέτηση της χώρας στο στρατόπεδο της αντικομμουνιστικής ελευθερίας.

«Ας μην ντρεπόμαστε να το πούμε», έγραφε πρόσφατα ο Νίκος Μαραντζίδης: «η δυτική φιλελεύθερη πραγματικότητα αποτελεί μια όαση ελευθερίας, ανεκτικότητας, ευημερίας και πολιτικής σταθερότητας σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν η ανισότητα, η πολιτική αβεβαιότητα, ο αυταρχισμός και η θρησκευτική μισαλλοδοξία»[1]. Με πιο κλασικούς ψυχροπολεμικούς όρους – και λιγότερα προσχήματα: «Η Ελλάς ανήκει στη Δύση παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που κάνουν κοτσαμπάσηδες, ανατολικόφρονες (οπαδοί μιας απροσδιόριστης μυθικής ανατολής), οπαδοί του Στάλιν ή του Μάο παλιότερα, του Τσάβες σήμερα και δεν ξέρουμε ποιας γραφικής προσωπικότητας αύριο. Ο δυτικός προσανατολισμός είναι στο DNA του ελληνικού κράτους· αυτόν είχε στον πυρήνα της η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μ’ αυτόν κατάφερε όσα πέτυχε η χώρα. Μπορούμε να φανταστούμε τι θα γινόταν αν κυβερνήτες της χώρας όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος ή ο Ιωάννης Μεταξάς [σ.σ.:!] δεν επέλεγαν να συμπαραταχθούν με τη φιλελεύθερη Δύση και αγκάλιαζαν τις αρρωστημένες αποφύσεις της; Αν ο Εμφύλιος κατέληγε με τη χώρα στο απέναντι στρατόπεδο;»[2].

«Πολιτισμικός δυισμός» και πολιτικός αυταρχισμός

Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, το βιβλίο του Νικηφόρου Διαμαντούρου «Πολιτισμικός δυισμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης», επέδρασε όσο ελάχιστα σε αυτήν την τάση, η νεότερη ελληνική ιστορία να διαβάζεται όχι ως ιστορία κοινωνικών/ταξικών ανταγωνισμών, αλλά ως πολιτισμική σύγκρουση μεταξύ δύο βασικών ρευμάτων: της (δυτικής) «μεταρρυθμιστικής» και της (ανατολικής) «παρωχημένης» κουλτούρας. Σ’ εκείνο το κείμενο του 1993, που γρήγορα έγινε το Μανιφέστο του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ, ο πρώτος Συνήγορος του Πολίτη, και επί δεκαετία Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, προέβλεπε ότι «οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που πρόσκεινται στη ‘μεταρρυθμιστική’ κουλτούρα θα αξιοποιούσαν με επιτυχία τις υποστηρικτικές δομές που δημιουργήθηκαν από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να καταστούν κυρίαρχες πολιτισμικά και πολιτικά στην ελληνική κοινωνία και πολιτεία»[3]. Αυτές, λοιπόν, οι διόλου χωρίς πρόσημο ευρωπαϊκές δομές θα βοηθούσαν τους έλληνες «μεταρρυθμιστές», είτε να περιθωριοποιήσουν τις δυνάμεις της «παρωχημένης» κουλτούρας, στις οποίες συγκαταλέγονταν το μεγαλύτερο τμήμα της Αριστεράς, είτε να τις υποχρεώσουν να δουν τους κινδύνους της περιθωριοποίησης, και έτσι να τις ενσωματώσουν.

Αυτό, για την ακρίβεια, ήταν το πρώτο από τα τρία σενάρια στο σχήμα του Διαμαντούρου: εκείνο, θα λέγαμε εμείς, που επικράτησε από το 1996 ως το 2010. Το δεύτερο ήταν η εντατικοποίηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση των «διαρθρωτικών αλλαγών» στην Ελλάδα, που σύμφωνα με τον Διαμαντούρο, θα είχε ως συνέπεια οι πιο εκσυγχρονισμένες κοινωνίες της Ευρώπης να εντείνουν τις πιέσεις προς τη χώρα μας Ελλάδα, υποβιβάζοντάς τη στην «πιο αργή ταχύτητα ή κατηγορία». Το τρίτο σενάριο, τέλος, θα ήταν οι πιέσεις αυτές να καταλήξουν στην «αυξημένη απομόνωση και περιθωριοποίηση της Ελλάδας από μείζονος υποθέσεις και τάσεις της ΕΕ», ενισχύοντας τον λαϊκισμό.

Προσπαθώντας να επικαιροποιήσει το σχήμα του πολιτισμικού δυισμού είκοσι χρόνια αργότερα, με την εμπειρία πια της κρίσης, ο Διαμαντούρος προσπερνά την παντοδυναμία των «μεταρρυθμιστών» μέχρι και την αυγή της κρίσης, ισοφαρίζοντάς την αυθαίρετα με τον εποικισμό, όπως ισχυρίζεται, του κρατικού μηχανισμού από τους οπαδούς της παρωχημένης κουλτούρας των «μη προνομιούχων»∙ πρόκειται βέβαια για παραλλαγή της περίφημης «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στην Μεταπολίτευση», ενός σχήματος που υιοθέτησαν μέσα στην κρίση δυνάμεις από τη ΔΗΜΑΡ έως τη Χρυσή Αυγή, αντιμαχόμενες τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι χάρη στο άλμα αυτό που ο Διαμαντούρος καταλήγει ότι η τρέχουσα κρίση επιβεβαιώνει το δεύτερο και το τρίτο σενάριο: ο κραταιός μεταρρυθμισμός της περιόδου 1996-2010 απλώς δεν τον απασχολεί. Είναι όμως από εδώ που αρχίζουν οι αντιφάσεις και οι κραυγαλέες αποσιωπήσεις του ερμηνευτικού σχήματος.

Προσεγγίζοντας την πολιτική και την οικονομία μονάχα πολιτισμικά

Ο Διαμαντούρος σημειώνει (σωστά) ότι «αυτό που περιγράφεται γενικά ως κρίση στην Ελλάδα αποτελείται από τρεις, αναλυτικά διακριτές διαδικασίες:

α) την οικονομική κρίση·

β) «την ανικανότητα του κράτους να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που συνδέονται με σημαντικές πτυχές της οικονομικής κρίσης -συμπεριλαμβανομένων των τεράστιων προβλημάτων που θέτει η ανεξέλεγκτη φοροδιαφυγή […] την ίδια στιγμή που οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με καθυστερήσεις και ισχυρότατες αντιστάσεις»· και

γ) την κρίση που «ξεκίνησε με την κατάρρευση της τράπεζας Lehman Brothers στις Ηνωμένες Πολιτείες το φθινόπωρο του 2008 αλλά γρήγορα μεταφέρθηκε στην Ευρώπη, διαταράσσοντας βαθιά τις οικονομίες των κρατών-μελών της ΕΕ και κυρίως αυτές των χωρών της Ευρωζώνης».

Όμως, σε ένα κείμενο 33 σελίδων, η πρώτη διαδικασία εξαντλείται σε οχτώ αράδες, κυρίως διαπιστωτικού χαρακτήρα, για τον πόνο που προκαλεί η ανεργία κ.ο.κ.. Η δε Τρίτη διαδικασία, αυτή δηλαδή που αφορά την Ευρωζώνη, διεκπεραιώνεται σε μισή σελίδα, όπου κι εδώ διαπιστώνονται «μεγάλες διαφορές στην ανταγωνιστικότητα μεταξύ Βορρά και Νότου», αλλά και «διαρθρωτικές αδυναμίες της αρχιτεκτονικής κατασκευής της ΕΕ», χωρίς περαιτέρω ανάλυση. Είτε γιατί η πρόθεση του κειμένου είναι να εξεταστούν οι εγχώριες/εθνικές ευθύνες κι όχι ως είθισται αυτές των «ξένων», είτε γιατί οι οικονομικές και πολιτικές πτυχές της ευρωπαϊκής ενοποίησης θεωρούνται αντικειμενικές, συνεπώς μη υποκείμενες σε κριτική, όλη η ενασχόληση του Διαμαντούρου αφορά την «υπόγεια πραγματικότητα», με την οποία δεν αναμετρήθηκε ως όφειλε η «επίσημη μετααυταρχική πραγματικότητα» (η Μεταπολίτευση…), μέσα στο κλίμα ευφορίας και αγαλλίασης για την πτώση της δικτατορίας.

Η δημοκρατία και η Αριστερά ως πολιτισμικές παθογένειες

Ανάμεσα στα δώδεκα παραδείγματα αυτής της παράλληλης Ελλάδας, αυτής δηλαδή που ενοχοποιείται για το «μετα-οθωμανικό» κράτος το οποίο απέτυχε στην κρίση, ο Διαμαντούρος παραθέτει:

α) το μεγάλο κράτος, την κακή ποιότητα και τη χείριστη χρήση του – αποτυγχάνοντας να δει στη «μεγέθυνση» αυτή τις πολιτικές προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση των λαϊκών τάξεων στο είδος της καπιταλιστικής ανάπτυξης που επικράτησε μεταξύ ’80 και ‘90∙

β) την τεράστια αύξηση του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους – παραγνωρίζοντας ότι πάνω στο «πολύ» χρέος στηρίχτηκε i) η επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ii) η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας με αντίτιμο την πρόσβαση στον φθηνό δανεισμό και iii) η φοροασυλία και η φοροδιαφυγή για το κεφάλαιο, εν τέλει δηλαδή μια ολόκληρη κοινωνική διαστρωμάτωση που στήριξε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ∙

γ) την «ουσιαστική απουσία διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, και κυρίως στο κράτος» – μη λαμβάνοντας υπόψη την εποποιϊα 1996-2010 (ΣΔΙΤ, εισαγωγή ΔΕΚΟ στο Χρηματιστήριο, συνταγματοποίηση Ανεξάρτητων Αρχών, ανεξαρτητοποίηση ΤτΕ, ιδιωτικοποίηση ΕΛΠΕ, Καποδίστριας, πώληση Εμπορικής, πώληση ΟΤΕ, μερική απασχόληση και συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, απελευθέρωση τηλεπικοινωνιών κ.ά [4],

δ) τη διαφθορά, «ιδίως στα μεγάλα δημόσια έργα και τις αμυντικές δαπάνες»– αποσιωπώντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο, εδώ, των «στρατηγών» του εκσυγχρονιστικού μεταρρυθμισμού και αδυνατώντας τελικά να δει τη διαφθορά ως το ανταποδοτικό τέλος για την επίβλεψη, από μέρους των διαπλεκόμενων, του θριάμβου του ιδιωτικού επί του δημοσίου∙

ε) τη «θεαματική αύξηση του μέσου εισοδήματος στην Ελλάδα [5]» – αποκρύβοντας ποιο μέρος των εισοδημάτων αυτών αφορά τους μισθούς και βεβαίως την κατακρήμνιση των μισθών, που κάθε άλλο βελτίωσε τους δείκτες της ανεργίας και της ανταγωνιστικότητας∙

στ) την «ιδιαίτερη προτίμηση για την αξιοποίηση του δημοκρατικού-πλειοψηφικού στοιχείου στη λογική της διακυβέρνησης» και την «κουλτούρα του φόβου για το ‘πολιτικό κόστος’» (ω της αριστοκρατίας!)∙

ζ) την επανένταξη των ηττημένων του Εμφυλίου σε ισότιμη βάση στο κοινωνικό σύνολο, που από κοινού με το ριζοσπαστικό λόγο που εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ, είχε ως αποτέλεσμα την πριμοδότηση μιας δημόσιας ρητορικής εχθρικής προς τον μηχανισμό της αγοράς.

Από την «πολιτισμική σύγκρουση» στην αποδοχή της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας

Επί είκοσι και πλέον χρόνια, ο κυρίαρχος πολιτικός και δημοσιογραφικός λόγος ενστερνίζεται τις παραδοχές του Διαμαντούρου – έναν λόγο που εμφανίζεται ως πραγματιστικός/μη ιδεολογικός. Όμως οι εμφάσεις και οι αποσιωπήσεις της σχολής της «πολιτισμικής σύγκρουσης» είναι ο ορισμός του ιδεολογικού λόγου, όχι γιατί «λένε ψέματα», αλλά γιατί αποκρύβουν κρίσιμες αλήθειες. Είναι με βάση αυτές τις κρυμμένες αλήθειες που κινητοποιούνται τις τελευταίες μέρες οι «Μένουμε Ευρώπη». Και είναι με βάση τις ίδιες αλήθειες που, από εισηγητής της θεωρίας που ιδιοποιήθηκε η σημιτική ηγεμονία, ο Νικηφόρος Διαμαντούρος έφτασε το 2013 να εκθειάζει τις «σκληρές και επώδυνες ρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν από την κυβέρνηση συνασπισμού της χώρας και προωθήθηκαν δραστήρια από τον ανυποχώρητο υπουργό Οικονομικών της Γιάννη Στουρνάρα με τη σαφή υποστήριξη του πρωθυπουργού Σαμαρά». Αυτοί όμως είναι και οι κίνδυνοι για όποιον, εν μέσω βαρβαρότητας, επιμένει να προσεγγίζει την πραγματικότητα κυρίως, αν όχι μονάχα, δι-αισθητικά [6].

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο RedNotebook

_________________

[1] Νίκος Μαραντζίδης, «Ανήκομεν εις την Δύσιν, προσώρας», Καθημερινή 8.2.2015

[2] Πάσχος Μανδραβέλης, «Τα ‘όχι’ και τα ‘ναι’ στην ιστορία των Ελλήνων», Καθημερινή 6.11.2011.

[3] Νικηφόρος Διαμαντούρος, «Επανεξετάζοντας τον πολιτισμικό δυισμό», Επίμετρο στο: Άννα Τριανταφυλλίδου, Χαρά Κούκη (επιμ.), Ελληνική κρίση και ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, Κριτική 2013

[4] Εκτενέστερα στο: Χρήστος Λάσκος-Ευκλείδης Τσακαλώτος, 22 πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι, ΚΨΜ 2012

[5] Για τη δημιουργική στατιστική και τις πολιτικές χρήσεις του «μέσου», βλ. Ντίνα Τζουβάλα, «Δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα. ‘Έλληνες, μην τρώτε τους μισθούς των σλοβάκων’», RedNotebook 17.10.2011 [εδώ]

[6] «Καθώς περπατούσα προς το Σύνταγμα, ανάμεσα σε μια λαοθάλασσα που άρπαζε πατάτες και κρεμμύδια από τους πάγκους μιας αυτοσχέδιας λαϊκής αγοράς, στημένης αντίκρυ στο κοινοβούλιο, άστραψε μέσα μου το θεώρημα Σταβίσκυ: αυτά τα πειναλέα αρπακτικά προσέγγιζαν την πραγματικότητα τελείως κοιλιόδουλα. Μα, όπως μου είχε μόλις δείξει ο ιδιοφυής απατεώνας Σταβίσκυ, οφείλουμε να διδάσκουμε στους ανθρώπους να προσεγγίζουν την πραγματικότητα μονάχα αισθητικά». Στο: Άγης Πετάλας, Η δύναμη του κυρίου Δ., Αντίποδες 2014

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s